Στα καταγάλανα νερά του Ιονίου στον Σκορπιό βρίσκεται το διάσημο mega yacht «Loon».
Το yacht αξίας 75 εκατ. δολαρίων κινείται γύρω από την περιοχή της Λευκάδας και του Σκορπιού.
Πρόκειται για ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και δημοφιλή σκάφη charter στον κόσμο, το οποίο φαίνεται πως ανήκει στον Αμερικανό επιχειρηματία και ιδιοκτήτη της Minnesota Wild του National Hockey League, Κρεγκ Λίοπολντ.
Οι ελληνικές θάλασσες συνεχίζουν να προσελκύουν μερικούς από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες του κόσμου, οι οποίοι επιλέγουν τη χώρα μας για να απολαύσουν τις διακοπές τους με τα υπερπολυτελή mega yacht τους.
Το Loon μήκους 67,5 μέτρων, μπορεί να φιλοξενήσει έως 13 άτομα και πλήρωμα 18-19 ατόμων.
Κατασκευάστηκε το 2009 και αρχικά ονομαζόταν Icon. Είναι διαθέσιμο για ενοικίαση από 550.000 δολάρια, ενώ στην high season η τιμή διαμορφώνεται στα 600.000 δολάρια.
Στον 21ο αιώνα η αβεβαιότητα αποτελεί την κανονικότητα. Οι εξελίξεις με τρία επίκεντρα -την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση και τη μεταμόρφωση του σύγχρονου καπιταλισμού- είναι τόσο ραγδαίες και τόσο εκτεταμένες, ώστε κάθε απόπειρα εκτίμησης των κοινωνικών και πολιτικών συνεπειών τους καλύπτει ένα ευρύ φάσμα αντιδράσεων: από την καθησυχαστική εθελοτυφλία έως τις πιο σκοτεινές εσχατολογικές προβλέψεις.
Η πίστη στην κανονικότητα έχει κλονιστεί. Η προσδοκία γραμμικών εξελίξεων έχει αποθεμελιωθεί. Κανένα έθνος, κανένα κράτος, καμία οικονομική ή πολιτική ελίτ δεν εξαιρείται από αυτή τη νέα πραγματικότητα- ούτε, φυσικά, η Ελλάδα.
Τρανό παράδειγμα αποτελούν οι πρόσφατες πυρκαγιές. Ποτέ άλλοτε η χώρα δεν υπήρξε τόσο καλά εξοπλισμένη, τόσο οργανωμένη και τόσο προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει μία τέτοια καταστροφή. Εις μάτην. Το δίδαγμα είναι αμείλικτο: το άριστο δεν εξαλείφει τη ζημία, απλώς περιορίζει το μέγεθός της. Στην αυγή της τρίτης δεκαετίας ενός αιώνα που χαρακτηρίζεται από ακραία αβεβαιότητα, η επιβίωση κρατών, οικονομιών και κοινωνιών θα κρίνεται ολοένα και περισσότερο από την ικανότητά τους να διαχειρίζονται αλλεπάλληλες κρίσεις και όχι από την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να τις αποτρέψουν.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη κέρδισε τη δεύτερη τετραετία της ακριβώς επειδή απέδειξε ότι διαθέτει αυτή την ικανότητα. Στην 2η τετραετία, όμως, εξάντλησε σημαντικό μέρος του πολιτικού της κεφαλαίου εξαιτίας μιας λανθασμένης ιεράρχησης προτεραιοτήτων. Επικεντρώθηκε κυρίως στη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας, της οικονομικής προβλεψιμότητας και της σχετικής αποτελεσματικότητας του κοινωνικού κράτους. Επρόκειτο για αναγκαίους όχι όμως για επαρκείς στόχους.
Αυτό που υποτιμήθηκε ήταν οι πολιτικές που η σύγχρονη κινεζική οικονομική σκέψη αποκαλεί cross-cyclical. Δηλαδή πολιτικές που δεν περιορίζονται στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της παρούσας συγκυρίας, αλλά σχεδιάζονται με ορίζοντα τις επερχόμενες ανισορροπίες. Πολιτικές που προετοιμάζουν την κοινωνία και την οικονομία για τους κύκλους που ήδη διαμορφώνονται στον ορίζοντα.
Στο πρόσφατο βιβλίο του SharedProsperityinaFracturedWorld: ANewEconomicsfortheMiddleClass, theGlobalPoorandOurClimate («Κοινή ευημερία σ' έναν κατακερματισμένο κόσμο: Μια νέα οικονομική προσέγγιση για τη μεσαία τάξη, τους φτωχούς του πλανήτη και το κλίμα μας»), ο DaniRodrik επισημαίνει ότι οι πραγματικές επενδύσεις του μέλλοντος είναι οι επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία, στην παιδεία, στην υγεία, στην κλιματική κρίση και, κυρίως, στη διατήρηση μιας ισχυρής και αισιόδοξης μεσαίας τάξης.
Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η σημερινή κυβέρνηση πέτυχε τις καλύτερες επιδόσεις της σ’ αυτούς τους τομείς. Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της συζήτησης.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον εκείνο που κυριάρχησε στις δύο πρώτες κυβερνητικές θητείες. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα διαχειριστούμε ταυτόχρονα πολλαπλούς και αλληλοεπικαλυπτόμενους κύκλους -τον οικονομικό, τον χρηματοπιστωτικό, τον τεχνολογικό, τον δημογραφικό, τον γεωπολιτικό και τον κλιματικό- εντάσσοντάς τους σε ένα ενιαίο και συνεκτικό στρατηγικό πλαίσιο χωρίς να χάνεται η δημοκρατική νομιμοποίηση του καθεστώτος.
Αυτή η κρίσιμη διαφοροποίηση μας οδηγεί αναπόφευκτα στην επόμενη ημέρα των εκλογών.
Θα διακινδυνεύσω μία πρόβλεψη. Ακόμη και αν απαιτηθούν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, όπως το 1989-1990, θεωρώ πιθανότερο η Νέα Δημοκρατία, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, να βρεθεί και πάλι στην κυβέρνηση. Όχι επειδή θα έχει πείσει την κοινωνία ότι αποτελεί την ιδανική επιλογή, αλλά επειδή το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν προσφέρει αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουμε first-bestsolution, τη βέλτιστη δυνατή λύση. Υποχρεώνει, αντίθετα, τους πολίτες να επιλέξουν την second-bestsolution, τη λιγότερο προβληματική από τις διαθέσιμες εναλλακτικές.
Εφόσον αυτή η εκτίμηση αποδειχθεί σωστή, το πραγματικό ερώτημα μετατοπίζεται. Δεν είναι πλέον ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, αλλά τι θα κάνει με τη νίκη του.
Η κυβέρνηση θα κληθεί να αποδείξει ότι έχει διδαχθεί από τις αδυναμίες της δεύτερης τετραετίας της. Ότι δεν θα επαναλάβει την εθελοτυφλία απέναντι σε υπαρκτές παθογένειες, τις αστοχίες στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων και τις ανακολουθίες μεταξύ εξαγγελιών και πράξεων που τραυμάτισαν την εικόνα της. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η χαμένη ευκαιρία της συνταγματικής αναθεώρησης αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα όσων οφείλει να αποφύγει.
Το πολιτικό σκηνικό, άλλωστε, δείχνει ήδη σημάδια βαθιάς αναδιάταξης. Η παραδοσιακή αλλά και η άκρα Αριστερά φαίνεται να εξαντλούν τα ιστορικά τους αποθέματα. Τα προσωποπαγή ή συγκυριακά πολιτικά σχήματα (Καρυστιανού, Λατινοπούλου) ραγδαία χάνουν την εναπομείνασα αίγλη τους· όπως οι διάττοντες αστέρες, εντυπωσιάζουν για μια στιγμή, αλλά σύντομα χάνονται μέσα στο σκοτάδι. Τα κόμματα της διαμαρτυρίας (Βελόπουλος, Κωνσταντοπούλου) θα εξακολουθήσουν να παράγουν πολιτικό θόρυβο, χωρίς όμως να συγκροτούν πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ του Θυμωμένου Νίκου Ανδρουλάκη εξακολουθεί να αναζητά την ταυτότητά του, ενώ το ΚΚΕ παραμένει... αυτό που είναι.
Όλες αυτές οι εκτιμήσεις, βεβαίως, τελούν υπό τη μεγάλη επιφύλαξη του μόνιμου συνοδοιπόρου της πολιτικής και της οικονομίας -της αβεβαιότητας.
Από αυτή την ανάλυση, ωστόσο, δεν προκύπτει το εύκολο συμπέρασμα ότι προεξοφλείται η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα. Το μέλλον της ελληνικής πολιτικής δεν θα καθοριστεί από την ανασύνθεση της αντιπολίτευσης αλλά από την ποιότητα της επόμενης διακυβέρνησης.
Η επιστροφή στην πρώτη τετραετία του 2019-2023 δεν είναι πλέον εφικτή. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. Η επανάληψη, όμως, της δεύτερης τετραετίας θα αποδειχθεί επικίνδυνη. Θα μεγαλώσει την απόσταση ανάμεσα σε μία οικονομική και κοινωνική ελίτ, ολοένα και περισσότερο αποκομμένη από την υπόλοιπη κοινωνία, και σε μία διευρυνόμενη μάζα πολιτών που θα αγωνίζεται καθημερινά για να διατηρήσει το βιοτικό της επίπεδο, την αξιοπρέπειά της και, τελικά, την ίδια της την αυτοεκτίμηση.
Μία κοινωνία που χάνει σταδιακά τη συνοχή της δεν παράγει μόνο οικονομικές ανισότητες. Παράγει διαλυμένες οικογένειες, εγκληματικότητα, εξαρτήσεις, μοναξιά, ψυχική εξουθένωση και, στις ακραίες περιπτώσεις, ακόμη και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Τα πρώτα σημάδια αυτής της εξέλιξης είναι ήδη ορατά. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν. Είναι αν έχουμε την βούληση να τα ανακόψουμε.
Γι' αυτό θεωρώ ότι το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» είναι, στην πραγματικότητα, παραπλανητικό. Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία -και ακόμη περισσότερο το υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα - δεν έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής μία συνεκτική, εφαρμόσιμη και πραγματικά καινοτόμο πρόταση απέναντι στα προβλήματα που δημιούργησαν ο νεοφιλελευθερισμός, η υπερπαγκοσμιοποίηση, η τεχνολογική ανατροπή, η κλιματική κρίση.
Η πραγματική αναμέτρηση της τρίτης τετραετίας δεν θα είναι, έτσι, ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και την αντιπολίτευση. Θα είναι ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και την ίδια την ελληνική κοινωνία.
Η αντιπολίτευση μπορεί να δυσκολέψει την κυβέρνηση. Δύσκολα, όμως, μπορεί να της επιβάλει μια διαφορετική στρατηγική για τη χώρα. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο η αναγνώριση της πραγματικότητας: η δημογραφική κατάρρευση, η τεχνητή νοημοσύνη, η παραγωγική υστέρηση, η κλιματική κρίση, η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής και η σταδιακή αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης.
Ο κύκλος μιας ολόκληρης πολιτικής δεκαετίας κλείνει τόσο για τη Νέα Δημοκρατία όσο και για τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Στον τερματισμό αυτής της διαδρομής δεν θα κριθεί από το αν θα έχει νικήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Είναι πολύ πιθανό να τους έχει ήδη νικήσει. Θα κριθεί από κάτι πολύ δυσκολότερο: από το αν θα έχει το πολιτικό θάρρος να υπερβεί τις βεβαιότητες που τον οδήγησαν έως εδώ, να εγκαταλείψει τη λογική της διαχείρισης και να περάσει στη λογική του στρατηγικού μετασχηματισμού.
Αν το πετύχει, θα αφήσει πίσω του μια βαθιά μεταρρυθμισμένη κοινωνία, ένα σύγχρονο κυβερνών κόμμα και μια πολιτική παρακαταθήκη με ιστορικό αποτύπωμα. Αν όχι, ίσως κερδίσει ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση, αλλά θα έχει χάσει τη σημαντικότερη μάχη: τη μάχη απέναντι στην ίδια την εποχή του.
Κοντά στα 6 δισ. ευρώ σε κεφαλαιοποίηση βρέθηκε η μετοχή της Motor Oil χθες με υψηλό μέρας στα 53,25 ευρώ, επίπεδα που συνιστούν ιστορικό υψηλό και η… πλάστιγγα της αγοράς γέρνει στην εκτίμηση ότι η μετοχή θα περιληφθεί τελικά στον MSCI κατά τις ανακοινώσεις που θα γίνουν την ερχόμενη Τετάρτη, 12 Αυγούστου.
Με βάση το κριτήριο του free float, η μετοχή της Motor Oilφαίνεται να πληροί τη σχετική προϋπόθεση, στα 3,51 δισ. ευρώ ή 4,03 δισ. δολ..
Όμως, κορυφαίοι Έλληνες διαχειριστές κεφαλαίων που συνομιλούν με στελέχη του MSCI επισημαίνουν ότι η κεφαλαιοποίηση και η ελεύθερη διασπορά των μετοχών δεν αποτελούντα μοναδικά κριτήρια.
Λαμβάνεται υπόψη και η σύγκριση μεγεθών σε σχέση με άλλα διυλιστήρια στην Ευρώπη.
Σε κάθε περίπτωση προκαλεί αίσθηση το γεγονός ότι και μετά την μέτρηση του MSCI, η οποία ολοκληρώθηκε την περασμένη Παρασκευή η μετοχή συνέχισε να γράφει νέα ιστορικά υψηλά, όπως χθες Τρίτη.
Σε καθαρό free float η μετοχή της MotorOil συναγωνίζεται τον ΟΤΕ με 3,8 δισ. ευρώ ή 4,3 δισ. δολ. που παραμένει στον MSCI.
Σε αυτή τη συγκυρία, η ΜΟΗ βρίσκεται πάνω από άλλες μετοχές, που επίσης, βρίσκονται στον Ελληνικό MSCI, όπως την Allwyn με το καθαρό free float στα 2,42 δισ. ευρώ ή 2,8 δισ. δολ. και το Jumbo, που παρά την κίνηση επιστροφής πάνω από τα 25 ευρώ κατά τη συνεδρίαση της Τρίτης, έχει καθαρή κεφαλαιοποίηση, αφαιρουμένου του 16,4% που κατέχει ο ιδιοκτήτης του Απόστολος Βακάκης, 2,86 δισ. ευρώ ή 3,29 δισ. δολάρια.
Ακόμα και αν δεν “αποχωρήσει” κάποια από τις προαναφερόμενες μετοχές, οι ίδιες πηγές σχολιάζουν ότι η μετοχή της ΜΟΗ θα μπορούσε να αποτελέσει την δέκατη μετοχή.
Μάλιστα, η κίνηση την οποία έχει κάνει δεν αποκλείεται, σύμφωνα με τις ίδιες παρατηρήσεις, να ευνοήσουν την παραμονή της μετοχής και μετά από εννέα μήνες, τον Μάιο του 2027, που το Χ.Α. θα ενταχθεί στα ώριμα χρηματιστήρια και από τον MSCI.
Σημειωτέων, ότι η συγκυρία είναι άκρως ευνοϊκή για την MotorOil, λόγω των μεγάλων αυξήσεων στα περιθώρια διύλισης που έχουν προκαλέσει οι δύο πόλεμοι, σε Ουκρανία και Ιράν.
Μάλιστα, τόσο η ΜΟΗ, όσο και τα ΕΛΠΕ ευνοούνται από τις τελευταίες επιθέσεις των Ουκρανικών drones σε διυλιστήρια στην καρδιά της Μόσχας, ενώ οι μονάδες που έχουν βληθεί στις χώρες του Περσικού από τους βομβαρδισμούς του Ιράν, οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ομαλοποίηση της παραγωγής τους μετά από διάστημα δύο ή τριών ετών.
Στον Ελληνικό MSCI περιλαμβάνονται οι μετοχές των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, ΔΕΗ, ΓΕΚΤΕΡΝΑ, Allwyn, OTE και Jumbo.
Πάντως, σε μία πρόχειρη εκτίμηση χρηματιστή, η είσοδος της ΜΟΗ στον MSCI, κατά το rebalancing στο τέλος του μήνα θα μπορούσε να προκαλέσει αγορές για 5-5,5 εκατ. Μετοχές.
Η εισηγμένη ναυτιλιακή εταιρεία Okeanis Eco Tankers Corp., του Γιάννη και Αριστείδη Αλαφούζου, γνωστοποίησε ότι θα δώσει στους μετόχους της, μέρισμα ύψους 5,25 δολάρια ανά κοινή μετοχή για το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και το μέρισμα θα δοθεί στις 26 Αυγούστου
Όσον αφορά τα οικονομικά αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου του τρέχοντος έτους, η εταιρεία είχε έσοδα 318,9 εκατομμύρια δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2026, σε σύγκριση με 93,9 εκατομμύρια δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2025.
Τα κέρδη διαμορφώθηκαν στα 230,3 εκατ. δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2026, σε σύγκριση με 26,9 εκατομμύρια δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2025.
Τα λειτουργικά έξοδα των πλοίων ανήλθαν σε 13,3 εκατομμύρια δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2026, σε σύγκριση με 11,5 εκατομμύρια δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2025.
Τα κέρδη ανά μετοχή ανήλθαν σε 5,90 δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2026, σε σύγκριση με 0,84 δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2025.
Η ρευστότητα έφτασε τα 247,8 εκατομμύρια δολάρια στις 30 Ιουνίου 2026, σε σύγκριση με 122,5 εκατομμύρια δολάρια στις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Στο εξάμηνο, τα έσοδα ήταν 489,0 εκατομμύρια δολάρια, σε σύγκριση με 174,1 εκατομμύρια δολάρια το 6μηνο του 2025.
Τα κέρδη διαμορφώθηκαν στα 318,6 εκατομμύρια δολάρια το 6μηνο του 2026, σε σύγκριση με 39,4 εκατομμύρια δολάρια το 6μηνο του 2025.
Τα λειτουργικά έξοδα πλοίων ανήλθαν σε 25,6 εκατομμύρια δολάρια το 6μηνο του 2026, σε σύγκριση με 22,0 εκατομμύρια δολάρια το 6μηνο του 2025.
Τα κέρδη ανά μετοχή ανήλθαν σε 8,25 δολάρια το 6μηνο του 2026, σε σύγκριση με 1,23 δολάρια το 6μηνο του 2025.