array(0) {
}
        
    
Menu
3.17%
Τζίρος: 387.76 εκατ.

SirecEnergy: Επενδυτικό κρεσέντο άνω των 10 εκατ. ευρώ στην ηλεκτροκίνηση μέσω του ZAP Taxi Club

Βουλή
Comments

Κακά τα ψέματα: το εξαίρετο, όπως φαίνεται, ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού φέρνει στην άμεση μνήμη τα πέτρινα χρόνια των μνημονίων και προσπαθεί να ερμηνεύσει τα γεγονότα μέσα από τα λόγια των πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου.

Προσπαθεί το σχεδόν αδύνατο: να είναι αντικειμενικό. Το πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό, πλην όμως, αναπόφευκτα, το μοντάζ δίνει ενίοτε τη «δική» του άποψη. Είναι μία περίπτωση όπου, όπως λέγεται και αποτυπώνεται δημόσια από πολλές πλευρές, η ιστορία γράφεται ταυτόχρονα από τους νικητές και τους ηττημένους. Αυτή η τοποθέτηση, όμως, συσκοτίζει το γεγονός ότι η ευθύνη για τη χρεοκοπία είναι διαχρονική και διακομματική — και πως δεν υπάρχει κανένας νικητής. Υπάρχει μόνο ένας ηττημένος: ο λαός μας.

1

Η χρεοκοπία δεν ήρθε ξαφνικά. Ξεκίνησε αμέσως μετά την ένταξη στο ευρώ. Η αδύναμη ελληνική οικονομία εντάχθηκε υποχρεωτικά με μία μεγάλη «αόρατη» εσωτερική υποτίμηση του νομίσματος. Απλό παράδειγμα: τα βράδια, οι παρκαδόροι στα κέντρα έπαιρναν 100 δρχ. — άντε 150 στα καλά εστιατόρια, 500 στα μπουζούκια. Μετά την ένταξη, το ελάχιστο ήταν 5 ευρώ, ήτοι 1.700 δρχ. Διόλου παράδοξα, οι ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά ξεπερνούσαν το 25% τον χρόνο — επέκταση απαραίτητη προκειμένου να διασωθεί η αγοραστική τους ισχύς.

Όπως πολλοί είχαμε προειδοποιήσει ως αρθρογράφοι τότε του Οικονομικού Ταχυδρόμου, ήδη από το 2001, ο κίνδυνος της κρίσης μετά την ένταξη ήταν ορατός. Τονίζαμε πως, με την ένταξη, το ισοζύγιο πληρωμών δεν θα χρησίμευε πλέον ως καμπανάκι κινδύνου, όπως στη δεκαετία του 1980. Οι αγορές θα μας δάνειζαν χωρίς πρόβλημα, μέχρι που… δεν θα μας δάνειζαν, παρά μόνο με απαγορευτικό κόστος. Ανακαλώ ότι ο τραπεζικός τομέας δεν συμφωνούσε. Συγκεκριμένα, ο Νίκος Καραμούζης, ως επικεφαλής της Eurobank, είχε στείλει επιστολή στον Γιάννη Μαρίνο, τονίζοντας ότι η χώρα μας δεν θα είχε πρόβλημα δανεισμού, καθώς οι αγορές είχαν πληθώρα κεφαλαίων προς διάθεση.

Η κρίση άρχισε να εκδηλώνεται με σαφήνεια το 2003, όταν το πρωτογενές έλλειμμα αυξήθηκε από το 6,2% του ΑΕΠ στο 8%, με το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, πολύ κοντά στο σημείο που το ΔΝΤ θεωρεί κρίσιμο: 6,5%. Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση Σημίτη είτε υποτίμησε τον κίνδυνο είτε δεν μπορούσε να προετοιμαστεί λόγω των πολιτικών εξελίξεων και των σκανδάλων εκείνης της εποχής. Ο έλεγχος άρχισε να χάνεται το 2004, με το πρωτογενές έλλειμμα στο 9%, και ουσιαστικά ξέσπασε το 2005, όταν το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ξεπέρασε το επίπεδο κινδύνου, φτάνοντας στο 7,3% του ΑΕΠ. Από εκεί και πέρα μπαίνουμε στον χώρο των… Greek statistics.

Συνοψίζοντας αυτήν την περίοδο της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή, με υπουργό Οικονομικών τον Γιώργο Αλογοσκούφη, τα στοιχεία των ελληνικών προϋπολογισμών δείχνουν ένα σαφές μοτίβο διαδοχικών και πολύ μεγάλων ανοδικών αναθεωρήσεων του καταγεγραμμένου ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης: πριν από την κρίση, τα επίσημα έγγραφα του προϋπολογισμού παρουσίαζαν την Ελλάδα ως χώρα που κινείται προς τη δημοσιονομική εξυγίανση, με προβλεπόμενα ελλείμματα γύρω στο 2–3% του ΑΕΠ για την περίοδο 2006–2009. Όμως, μετά το ξέσπασμα της κρίσης, τα ίδια έτη αναθεωρήθηκαν δραματικά, με το έλλειμμα του 2008 να αναθεωρείται από προηγούμενη εκτίμηση -2,5% σε -7,7% / -9,8%, και το έλλειμμα του 2009 από πρόβλεψη προϋπολογισμού -2,0% σε -12,7%, και στη συνέχεια σε -15,4% / -15,8%.

Το συμπέρασμα είναι ότι τα ίδια τα έγγραφα του ελληνικού κράτους δεν αποκαλύπτουν απλώς μια επιδείνωση των δημοσιονομικών επιδόσεων, αλλά μια κατάρρευση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της δημοσιονομικής καταγραφής: οι προϋπολογισμοί πριν από το 2010 υποεκτιμούσαν σοβαρά το έλλειμμα, ενώ τα έγγραφα μετά το 2010 ενσωμάτωσαν αναθεωρήσεις υπό την καθοδήγηση της Eurostat, οι οποίες αποκάλυψαν ελλείμματα πολλαπλάσια των αρχικώς παρουσιαζόμενων.

Δημόσια, πολλοί αρθρογράφοι είχαμε επισημάνει το πρόβλημα. Δεν ήταν δύσκολο, εξάλλου, να βρει κανείς ποιο ήταν το πραγματικό δημοσιονομικό έλλειμμα. Ένας δευτεροετής φοιτητής των οικονομικών γνωρίζει ότι, υποχρεωτικά, ισούται με το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών συν την καθαρή αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα. Τα δύο αυτά στοιχεία μπορούσαν να αντληθούν από την Τράπεζα της Ελλάδος το πρώτο, από τον ΟΟΣΑ το δεύτερο. Όσοι κάναμε τις πράξεις γνωρίζαμε αμέσως την κυβερνητική συγκάλυψη. Προσωπικά, είχα μια ιδιωτική και τελείως ανεπίσημη συζήτηση-αντιπαράθεση με τον τότε υπουργό Οικονομικών, Γιάννη Παπαθανασίου. Το ισοζύγιο πληρωμών, εξάλλου, έδινε από μόνο του την εικόνα, με έλλειμμα 14,4% του ΑΕΠ ήδη το 2008.

Δεν υπάρχει ουσιαστική δικαιολογία για τη μη αναγνώριση της κρίσης από την κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου και τον υπουργό Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου, ούτε για τη μη λήψη μέτρων. Είναι σαφές ότι το πολιτικό κόστος υπερνίκησε προς στιγμήν το οικονομικό. Από εκεί και πέρα, η χρεοκοπία ήταν αναπόφευκτη. Μπορούσε, όμως, ίσως, να είχε αποφευχθεί η συγκεκριμένη διαχείριση.

Μην έχοντας την τεχνογνωσία της διαχείρισης μίας χρεοκοπίας μέσα στο ευρώ, η Ε.Ε. ζήτησε τη βοήθεια του ΔΝΤ — ως ειδικού. Στην ουσία, η Γερμανία δεν ήθελε να αναλάβει την ευθύνη και ταυτόχρονα δεν ήθελε να διαταράξει τη δική της νομισματική πολιτική, που είχε επιβληθεί στο σύνολο της Ε.Ε. Οπότε «κρύφτηκε» πίσω από την πλάτη του Ταμείου. Επιβλήθηκε τότε στην Ελλάδα το πρώτο, πανάκριβο σε κόστος, μνημόνιο, όπου η δημοσιονομική προσαρμογή είχε την απόλυτη προτεραιότητα και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ακολουθούσαν σε δεύτερη σειρά.

Η χώρα δεν αντέδρασε, μολονότι είχε στα χέρια της ένα σημαντικό όπλο. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (BIS/CEBS), στις αρχές του 2010 η έκθεση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα ήταν της τάξης των 126 δισ. ευρώ. Αν η χώρα μας χρεοκοπούσε, μαζί της θα κατέρρεαν και ευρωπαϊκές τράπεζες. Ήταν ένα σημαντικό διαπραγματευτικό όπλο, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να επιτευχθεί μία ηπιότερη και, από πλευράς επιτοκίου, φτηνότερη δημοσιονομική προσαρμογή — και να είχε δοθεί, όπως έπρεπε, προτεραιότητα στις μεταρρυθμίσεις.

Ο περιορισμός του χώρου με υποχρεώνει να πάω απευθείας στην κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Πέρα από το ότι αυτή πρώτη έκανε το πολιτικό λάθος να βιαστεί να ρίξει την κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου — όπως ο Αλέξης Τσίπρας βιάστηκε να ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου — είχε και το πρόβλημα ότι πατούσε σε δύο βάρκες: όφειλε να εκπληρώσει τα λεγόμενα προαπαιτούμενα του δεύτερου ελληνικού προγράμματος, όταν έγινε η 5η αξιολόγηση του 2014. Δεν το είχε πράξει, διότι δεν το ήθελε ή δεν μπορούσε να σηκώσει το πολιτικό κόστος. Το ποσοστό εκπλήρωσης δεν ξεπερνούσε το 50%, σύμφωνα με εκτιμήσεις εκείνης της εποχής.

Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε να λεχθεί πως η έλευση του Τσίπρα ήταν αναμενόμενο δώρο για τους «σκληρούς» της Ε.Ε. Αν επέμενε στις απαιτήσεις του, θα οδηγείτο εκτός της Ε.Ε. — η οποία σαφέστατα μπορούσε να επιβιώσει από το Grexit. Αν έμενε, θα ήταν υποχρεωμένος να κάνει ό,τι του έλεγαν.

Θα επανέλθουμε αύριο.

Διαβάστε επίσης

Η άμυνα είναι πια οικονομική πολιτική

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δικαιώθηκε η Ελλάδα στα βρετανικά δικαστήρια για την επαναγορά των warrants με ρήτρα ΑΕΠ
Μεσοπρόθεσμο: Ανάπτυξη 2% και πληθωρισμός 3,2% το 2026 – Τι αναφέρει το σχέδιο που εστάλη στις Βρυξέλλες
Επιβράδυνση στην οικονομία της ευρωζώνης – Στο 0,1% η ανάπτυξη το πρώτο τρίμηνο του 2026

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Από το Χιλιοστό στο Χιλιόμετρο
Οι άνδρες, το wellness και η μεγάλη τέχνη του να αργείς
Η άμυνα είναι πια οικονομική πολιτική
Πατίνια, ποδήλατα και απαγορεύσεις
Όταν δέρνουν τον παππού
Το γυάλινο ταβάνι του ΠΑΣΟΚ λέγεται Ανδρουλάκης
Η επιστολή των πέντε και η αθόρυβη κρίση της δημοκρατίας
ΗΠΑ – Ιράν: Πόλεμος… παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων
Υγεία, συγκρίσεις, παρανοήσεις
Τσίπρας και Ανδρουλάκης: Ο ένας απολογείται χωρίς να το λέει, ο άλλος φωνάζει για να ακουστεί