Γιατί δεν πήγε; Επειδή έτσι ήθελε. Η απόφαση ενός πολιτικού προσώπου να μην συμμετάσχει σε ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ δεν χρειάζεται δικαιολογητικό. Ούτε απολογία.
Στη δημοκρατική δημόσια σφαίρα, κάθε πρόσωπο, διατηρεί πλήρες και αναφαίρετο δικαίωμα να αποφασίζει το πότε, το πού και το πώς θα παρέμβει δημόσια. Η παρουσία στα μέσα ενημέρωσης δεν είναι καθήκον επιβεβλημένο από κάποια ανώτερη αρχή. Είναι μια επιλογή που γίνεται με βάση συμπάθειες (στα πρόσωπα και τα Μέσα), με βάση τη διαθεσιμότητα σε χρόνο και την όρεξη της στιγμής. Η επιλογή υπακούει σε στρατηγικές, αξιολογήσεις και προτεραιότητες που ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος θέτει. Η λογική που λέει ότι η άρνηση συμμετοχής ισοδυναμεί με αποφυγή ευθύνης είναι (στην καλύτερη περίπτωση) παραπλανητική. Ένας πρώην πρωθυπουργός δεν οφείλει να εμφανιστεί όπου τον καλέσουν, ούτε χάνει το δικαίωμα στη δική του αφήγηση επειδή αρνήθηκε να ενταχθεί σε μια αφήγηση άλλων.
Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, η άρνηση συμμετοχής στο ντοκυμαντέρ για το 2015 δεν ήταν μια απλή «απουσία», αλλά τοποθέτηση απέναντι σε ένα συγκεκριμένο μιντιακό οικοσύστημα. Είναι κοινό μυστικό ότι οι σχέσεις του πρώην πρωθυπουργού με τον σταθμό του Φαλήρου υπήρξαν συγκρουσιακές, με το «εμπάργκο» του παρελθόντος να στοιχειώνει ακόμη τις εκατέρωθεν πλευρές. Η συμμετοχή σε μια παραγωγή του ΣΚΑΪ θα απαιτούσε μια υπέρβαση που, τη δεδομένη στιγμή, ίσως κρίθηκε πολιτικά άσκοπη ή επικοινωνιακά επιζήμια.
Επιπλέον, η άρνηση συνδέεται και με τη θεσμική στάση που έχει επιλέξει ο Αλέξης Τσίπρας μετά την αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ: μια στάση «θεσμικής σιωπής» και επιλεκτικών παρεμβάσεων μέσω διεθνών φόρουμ και του δικού του Ινστιτούτου, αποφεύγοντας την εγχώρια τηλεοπτική «αρένα» που συχνά αναζητά το δράμα εις βάρος της ουσίας.
Το δικαίωμα στην αυτονομία αποκτά ακόμη πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο όταν το πρόσωπο που καλείται να συμμετάσχει έχει λόγους να αμφισβητεί το πλαίσιο της παραγωγής. Η άρνηση συμμετοχής αποτελεί ένδειξη διαφωνίας με τη δημοσιογραφική οπτική ενός μέσου ή με την αφήγηση που υπάρχει πίσω από ένα συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ. Στην περίπτωση του ΣΚΑΪ και του «Στο Χιλιοστό», αν ο Αλέξης Τσίπρας εκτίμησε ότι η παραγωγή δεν ξεκινούσε από ουδέτερη βάση αλλά από μια ήδη διαμορφωμένη ερμηνεία των γεγονότων, τότε η επιλογή να μην συμμετάσχει είναι κατανοητή.
Πληροφορίες ανέφεραν ότι το πνεύμα της προσέγγισης από την παραγωγή δεν παρείχε τις εγγυήσεις για ισότιμη παράθεση απόψεων, αλλά προοιώνιζε μια ανακριτική διαδικασία με προειλημμένα συμπεράσματα. Έτσι θεώρησε έχοντας διαμορφώσει άποψη από τισ 400 σελίδες του βιβλίου στο οποίο βασίζεται το ντοκυμαντέρ. Η συμμετοχή υπό τέτοιες συνθήκες θα λειτουργούσε ως νομιμοποίηση μιας αφήγησης στην οποία ο ίδιος δεν πιστεύει. Αρνούμενος να συμμετάσχει, διαφυλάσσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων και αποφεύγει να γίνει συνυπεύθυνος για ένα αποτέλεσμα που δεν θα μπορούσε να ελέγξει.
Αυτός ο κίνδυνος είναι ενσωματωμένος στην ίδια τη φύση του τηλεοπτικού ντοκιμαντέρ. Σε ένα μονταρισμένο έργο, οι δηλώσεις αποσπώνται αναπόφευκτα από το συμφραζόμενό τους. Μια πρόταση που εκφέρεται με συγκεκριμένη αιτιολόγηση, μέσα σε συγκεκριμένο επιχείρημα και σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα σε εικόνες, μαρτυρίες ή σχόλια που αλλάζουν ολοκληρωτικά τη σημασία της. Τι να πρωτοθυμηθούμε; Το «Λεφτά υπάρχουν»; Το «Μαζί τα φάγαμε»;
Σύνθετες πολιτικές αποφάσεις, που λαμβάνονται κάτω από εξαιρετικές πιέσεις, με ελλιπείς πληροφορίες και σε εξαιρετικά στενά χρονικά περιθώρια, υπεραπλουστεύονται όταν εγκλωβιστούν σε μια ατάκα. Η αποχή από μια εκπομπή, μειώνει αυτόν τον κίνδυνο. Επιτρέπει στο πολιτικό πρόσωπο να προστατεύσει τη συνοχή των θέσεών του, αποφεύγοντας παρερμηνείες στη συλλογική μνήμη, καθώς αυτό που μένει είναι το απόσπασμα, όχι το πλαίσιο.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι πρώην πρωθυπουργοί σε όλο τον κόσμο επιλέγουν με ιδιαίτερη προσοχή τη μορφή και τη στιγμή των δημόσιων παρεμβάσεών τους. Τα απομνημονεύματα, ακόμα και όταν είναι πρώιμα ή βεβιασμένα, επιτρέπουν την αδιαμεσολάβητη αφήγηση όπου κάθε απόφαση εξηγείται μέσα στο ιστορικό της πλαίσιο. Οι μεγάλες συνεντεύξεις σε έντυπα ή σε μέσα που εκτιμά ο ίδιος ο συνεντευξιαζόμενος προσφέρουν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν τα επιχειρήματα χωρίς τον κίνδυνο του αυθαίρετου κοψίματος. Οι ομιλίες σε πανεπιστήμια ή θεσμικά fora ανοίγουν χώρο για συστηματική παρουσίαση απόψεων.
Μέσα σε αυτό το σκεπτικό εντάσσεται και μια βαθύτερη διαπίστωση για τη σχέση ανάμεσα στη σιωπή και τη δημόσια σφαίρα. Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, όπου κάθε πολιτικό πρόσωπο μπορεί να βρεθεί σε ατελείωτο κύκλο σχολίων, αντισχολίων και δηλώσεων, η επιλεκτική αποχή λειτουργεί ως τρόπος διατήρησης της σοβαρότητας και του βάρους των παρεμβάσεων. Όποιος μιλά παντού και για τα πάντα καταλήγει να μην ακούγεται πουθενά με την προσοχή που αρμόζει. Η επιλεκτικότητα είναι ένδειξη κατανόησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η δημόσια επικοινωνία. Θυμάστε και τον Καραμανλή τον Πρώτο: μια στο τόσο καλούσε τα μικρόφωνα στο γκολφ της Γλυφάδας. Οι δηλώσεις του δεν ήταν για χόρταση.
Ωστόσο, το ντοκιμαντέρ δεν αφορά απλώς επικοινωνιακές επιλογές. Αφορά μια κυβέρνηση που ανέλαβε την εξουσία υπό δύσκολες συνθήκες και κλήθηκε να διαχειριστεί μια κρίση που δεν είχε προηγούμενο στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία. Μια κρίση που δημιούργησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, μια κρίση που προέκυψε από σπατάλες, από ρουσφέτια, από διορισμούς, επιδοτήσεις, από κακές επιλογές άχρηστων υπουργών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ. Όσοι επιμένουν να σφυροκοπούν τον Τσίπρα για τη διαχείριση της κρίσης πολύ διπλωματικά αποσιωπούν ότι κλήθηκε να καθαρίσει τον κόπρο δεκαετίων, απαιτώντας το ακατόρθωτο. Ο Τσίπρας όμως δεν ήταν ημίθεος ούτε είχε άθλους στο βιογραφικό του. Η κυβέρνησή του δεν διέθετε καν προηγούμενη εμπειρία διακυβέρνησης ούτε είχε συμμετάσχει σε διεθνείς διαπραγματεύσεις. Η γνώση των μηχανισμών, των ευρωπαϊκών θεσμών και των ορίων απλώς δεν υπήρχαν.
Η έλλειψη αυτής της εμπειρίας είχε ορατό αντίκτυπο: συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας προεκλογικής ρητορικής που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις διεθνείς πραγματικότητες. «Θα βαράμε νταούλια» έλεγε και πίστευε ο Αλέξης Τσίπρας νομίζοντας ότι οι Βρυξέλες είναι κάτι σαν τα γραφεία της πλατείας Κουμουνδούρου. Η υπόσχεση για άμεση ανατροπή της πολιτικής λιτότητας, για κατάργηση των μνημονίων «με ένα νόμο και ένα άρθρο», στη λογική της αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης, δημιούργησε στον ελληνικό λαό προσδοκίες που οι συσχετισμοί εντός της Ευρωζώνης δεν άφηναν περιθώριο να εκπληρωθούν. Το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες και στην πραγματικότητα που ήρθε μετά δεν ήταν τυχαίο, ήταν ενσωματωμένο στη ρητορική εξαρχής. Και αυτό το χάσμα αποτέλεσε την πρώτη ύλη για μια κριτική για την ειλικρίνεια των υποσχέσεων.
Η κριτική για τη διαπραγματευτική στρατηγική είχε λίγο από όλα: σχόλια για τα πουκάμισα, ειρωνεία για την προφορά στα αγγλικά, και πολλές άλλες σαχλαμάρες. Θα μπορούσαν να επικεντρώσουν στην απουσία εναλλακτικού σχεδίου. Μια σκληρή διαπραγματευτική στάση μπορεί να είναι αποτελεσματική εφόσον συνοδεύεται από σαφές «plan B». Στην περίπτωση της κυβέρνησης Τσίπρα, η απουσία αυτού του σχεδίου ήταν εμφανής. Αποτέλεσμα ήταν μια παρατεταμένη αβεβαιότητα που επέδρασε άμεσα στο τραπεζικό σύστημα, οδήγησε στην επιβολή capital controls και κράτησε τη χώρα σε ένα τεταμένο μεταίχμιο για μήνες. Η αβεβαιότητα είχε κόστος, και αυτό το κόστος το πλήρωσαν οι πιο αδύναμοι.
Ένα ακόμη στοιχείο που επισημαίνεται είναι η καθυστέρηση προσαρμογής στις πραγματικές συνθήκες. Υπήρξε, σύμφωνα με αυτήν την ανάλυση, αργή αναγνώριση των ορίων που έθεταν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι αγορές. Η εμμονή σε γραμμές κόκκινες που τελικά δεν κράτησαν, η παρατεταμένη αντιπαράθεση που δεν κατέληξε στους όρους που η κυβέρνηση διεκδικούσε, δείχνουν ότι η ανάγνωση της διεθνούς συγκυρίας δεν ήταν, τουλάχιστον αρχικά, επαρκής. Η αναπροσαρμογή ήρθε τελικά, αλλά αργά και αυτή η καθυστέρηση, είχε αντίκτυπο στη διαπραγματευτική θέση της χώρας. Όλα αυτά συνέβαιναν σε ένα κλίμα απίστευτης απρέπειας και επιθέσεων επί του προσωπικού. Γράφτηκαν για τον Αλέξη Τσίπρα όσα δεν γράφτηκαν μαζεμένα για όλους τους ανίκανους που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή. Δεν φορούσε γραβάτα, δεν τελείωσε το Κολέγιο Αθηνών, οπότε το μιντακό σύστημα βαρούσε αλύπητα.
Και έπειτα ήρθε το δημοψήφισμα. Ακόμα και σήμερα πολύ κόσμος προτιμά να αναλύει το 2015 παρά τις προοπτικές του 2035. Εκεί, καθηλωμένοι στα προηγούμενα. Σαν να μην ξέρουν ότι δεν είναι Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο. Δεν επαρκούν ούτε τα βιβλία ούτε τα ντοκυμαντέρ για να αποδώσουμε σε γεγονότα ιστορικό χαρακτήρα. Θέλει και χρόνο. Η οργάνωση δημοψηφίσματος στις 5 Ιουλίου 2015, με ερώτημα που αφορούσε την αποδοχή ή απόρριψη της τότε πρότασης των δανειστών, και η μετέπειτα αποδοχή μιας συμφωνίας με σκληρότερους όρους από εκείνους που ο ελληνικό λαός είχε απορρίψει, ερμηνεύτηκε από πολλούς ως πολιτική ασυνέπεια. Έκανε κυβίσθηση ο Τσίπρας, δημιουργώντας το εξής παράλογο: όσοι ήταν υπέρ του «ΝΑΙ» στενοχωρήθηκαν που εφαρμόστηκε το «ΝΑΙ». Αυτήν την πτυχή δεν την βλέπουμε να αναλύεται πουθενά, να βγει ένας συντηρητικός πολιτικός και να πει «ευχαριστούμε που έκανες αυτό που θέλαμε να κάνουμε κι εμείς».
Κάπου εδώ αρχίζει η άλλη πλευρά της ανάλυσης. Γιατί τα δεδομένα που διαμόρφωναν το πεδίο δράσης της κυβέρνησης δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε αυτοπροκαλούμενα. Η Ελλάδα του 2015 ήταν σε απόλυτη οικονομική εξάρτηση από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τους πιστωτές της. Δεν ήταν ισότιμος διαπραγματευτής. Ήταν ένα κράτος που διαπραγματευόταν με την πλάτη στον τοίχο, με την απειλή της πτώχευσης και της εξόδου από το ευρώ να αιωρείται ως υπαρξιακός κίνδυνος. Σε αυτό το πλαίσιο, τα περιθώρια ελιγμών ήταν αντικειμενικά στενά και αυτό ισχύει ανεξαρτήτως του ποιος ήταν στην κυβέρνηση. Ακόμη και βετεράνοι διαπραγματευτές με δεκαετίες εμπειρία στις ευρωπαϊκές συναντήσεις θα αντιμετώπιζαν τον ίδιο ασύμμετρο συσχετισμό.
Σαν να ξεχνάμε όμως ότι η κυβέρνηση δεν ξεκίνησε από ουδέτερη βάση. Παρέλαβε μια κρίση ήδη διαμορφωμένη, βαριά φορτωμένη από τα δύο προηγούμενα μνημόνια, από τις δεσμεύσεις που αυτά συνεπάγονταν, από τη φθορά που είχε ήδη συσσωρευτεί στην οικονομία και στην κοινωνία. Ο χώρος ελιγμών δεν ήταν αυτός που υπήρχε πριν από οποιοδήποτε μνημόνιο, αλλά ο εξαιρετικά στενός χώρος που είχε απομείνει μετά από χρόνια επώδυνων προσαρμογών. Αυτό σημαίνει ότι η αξιολόγηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη το σημείο εκκίνησης και όχι μόνο το αποτέλεσμα.
Η σκληρή διαπραγματευτική γραμμή δεν ήταν, κατ’ ανάγκην αφέλεια. Σε διεθνείς διαπραγματεύσεις, η τακτική πίεσης, η επίδειξη σκληρής στάσης για να εξαναγκαστεί ο αντίπαλος σε υποχωρήσεις, δεν είναι ασυνήθιστη. Αν η κυβέρνηση πίστευε ότι ένας πλήρες Grexit θα προκαλούσε αλυσιδωτές αντιδράσεις επικίνδυνες και για τους εταίρους, τότε η σκληρή στάση είχε κάποια λογική. Το γεγονός ότι αυτή η τακτική δεν απέδωσε δεν αποδεικνύει ότι ήταν εξαρχής λανθασμένη, αποδεικνύει ότι οι εταίροι αρνήθηκαν να υποχωρήσουν, κάτι που, και πάλι, αντανακλά τους συσχετισμούς ισχύος και όχι μόνον τις επιλογές της ελληνικής πλευράς.
Η τελική αποδοχή της συμφωνίας, που τόσο πολύ κατακρίθηκε, μπορεί επίσης να αναλυθεί χωρίς τον ηθικολογικό φακό που συχνά κυριαρχεί. Μπροστά στον κίνδυνο της ακούσιας εξόδου από το ευρώ, μπροστά στην προοπτική οικονομικής κατάρρευσης με ανυπολόγιστες κοινωνικές συνέπειες, η κυβέρνηση επέλεξε να κρατήσει τη χώρα στην Ευρωζώνη. Ήταν ο μόνος ρεαλιστικός ελιγμός. Η διατήρηση στο ευρώ, ακόμη και με σκληρούς όρους, ήταν επιλογή και ίσως η μόνη επιλογή που η κυβέρνηση μπορούσε να υπερασπιστεί με συνοχή απέναντι στη μεγαλύτερη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιλογή αυτή δεν είχε κόστος, αλλά διαφορετικό πράγμα είναι το κόστος μιας επιλογής και διαφορετικό η ηθική της αποτίμηση.
Ομοίως, η προσφυγή στο δημοψήφισμα, που τόσο συχνά παρουσιάζεται ως τυχοδιωκτισμός ή ως ανεύθυνη έκθεση της χώρας σε κίνδυνο, μπορεί να διαβαστεί και ως θεσμικά θεμιτή κίνηση: σε μια κρίσιμη καμπή, η κυβέρνηση επέλεξε να ρωτήσει απευθείας τον κυρίαρχο, τον λαό, ποια πορεία επιθυμεί. Αυτό, από δημοκρατική σκοπιά, δεν είναι αυτονόητα κατακριτέο. Το ζήτημα της συνέπειας, του ότι η τελική απόφαση αντέβαινε στο αποτέλεσμα, είναι βέαια σοβαρό. Αλλά ούτε αυτό μπορεί να αναλυθεί αποκομμένο από τις συνθήκες: η εντολή που δόθηκε μέσω του «ΟΧΙ» έπρεπε να αντιμετωπιστεί μέσα σε ένα πεδίο όπου η εφαρμογή της ήταν αδύνατη χωρίς τίμημα ανυπολόγιστο.
Αυτό φέρνει στην επιφάνεια το τελευταίο και ίσως πιο ανθρώπινο στοιχείο: ότι η κυβέρνηση ήταν σε μαθησιακή καμπύλη, κάτω από πρωτόγνωρες πιέσεις. Η ταχεία μετάβαση από την αντιπολίτευση σε κυβέρνηση, σε συνθήκες κρίσης χωρίς ιστορικό ανάλογο στη σύγχρονη ελληνική εμπειρία, απαιτούσε μάθηση εν κινήσει. Τα λάθη που έγιναν ήταν πραγματικά, αλλά και αναπόφευκτα, σε κάποιον βαθμό, για οποιαδήποτε κυβέρνηση που αντιμετωπίζει αδιέξοδο. Η εμπειρία δεν αποκτάται πριν από τη διακυβέρνηση. Αποκτάται μέσα σε αυτήν, κατά τη διάρκεια.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η αποχή του Αλέξη Τσίπρα από το «Στο Χιλιοστό» ίσως δεν είναι ένδειξη άρνησης να κοιτάξει κατάματα το παρελθόν. Είναι επιλογή να το αντιμετωπίσει αλλού, με τους δικούς του όρους. Η σιωπή του δεν είναι κενό περιεχομένου, αλλά η διεκδίκηση του δικαιώματος να μην γίνει το «χιλιοστό» στην αφήγηση κάποιου άλλου, όταν ο ίδιος μετράει ακόμη τα χιλιόμετρα μιας διαδρομής που συνεχίζεται με φόρα.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- SirecEnergy: Επενδυτικό κρεσέντο άνω των 10 εκατ. ευρώ στην ηλεκτροκίνηση μέσω του ZAP Taxi Club
- Οι αγορές προεξοφλούν συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν
- Ολη η αλήθεια για τον Γιάννη Βαρδινογιάννη και τον Παναθηναϊκό: Η παρουσία του στη Λεωφόρο, οι τεράστιες επενδύσεις, τα χαμένα σχέδια για γήπεδο
- Χανταϊός: Ο καθηγητής Αποστολος Βανταράκης απαντά σε 6 ερωτήσεις για το νέο ιό που προκαλεί ανησυχία