Οι αιμοβόροι απήλαυσαν δύο ειδήσεις τις τελευταίες ημέρες. Ένας ηλικιωμένος άντρας και μια ηλικιωμένη γυναίκα, σε ξεχωριστά περιστατικά, ξυλοκοπήθηκαν από τους φροντιστές τους.
Αδύναμοι, στο γεροντικό κρεβάτι, εξαρτημένοι από τη φροντίδα τρίτων, έπεσαν θύματα βίας από εκείνους που εισπράττουν μισθό για να τους προστατεύουν. Για να τους πάνε ένα ποτήρι νερό τη νύχτα, να τους δώσουν τα φάρμακα, γενικά να τους φροντίζουν, ζώντας κάτω από την ίδια στέγη.
Τα δύο περιστατικά καταγράφηκαν από κάμερες που είχαν τοποθετήσει οι οικογένειες των ηλικιωμένων. Τα δύο περιστατικά προσέφεραν την ηδονή του πόνου σε χιλιάδες αναγνώστες εφημερίδων, τηλεθεατές και χρήστες πλατφορμών. Ανάμεσα στα επιφωνήματα και τα σχόλια «δεν είναι δυνατόν» και «είναι φρικτό, δεν το πιστεύω», ανάμεσα στην αγανάκτηση και την αποστροφή, υπάρχει η πραγματικότητα: το βίντεο παίζει, ξανά και ξανά, εθιστικά.
Η κατανάλωση της βίας είναι εξίσου φρικτή με τη βία. Δεν είναι λιγότερο φρικτή ή περισσότερο, είναι το ίδιο επειδή τοποθετεί τη βία σε άλλο πλαίσιο. Γίνεται σινεμά. Χιλιάδες άνθρωποι πατούν το «play» για να δουν θυμωμένες υπηρέτριες να δέρνουν ανήμπορους ηλικιωμένους. Δεν είναι ταινία, δεν είναι σκηνή μυθοπλασίας, αλλά αληθινά χτυπήματα, φωνές, αδυναμία, ταπείνωση. Και ενώ τα σχόλια από κάτω καταδικάζουν, ενώ οι λέξεις «ντροπή» και «αίσχος» επαναλαμβάνονται, η εικόνα έχει ήδη κάνει τη δουλειά της. Έχει τραβήξει την προσοχή, έχει προκαλέσει το βλέμμα, έχει γίνει θέαμα.
Η βία έχει μια παράξενη ελκτική δύναμη. Είναι εθιστική. Όχι απαραίτητα επειδή την εγκρίνουμε, αλλά γιατί διεγείρει. Το «δεν μπορώ να το πιστέψω» συχνά συνοδεύεται από ένα δεύτερο, σιωπηλό «ας το δω άλλη μια φορά». Και έτσι, ο πόνος του άλλου μετατρέπεται σε περιεχόμενο που φέρνει αναγνώστες στα μέσα ενημέρωσης και αποδοχή στους νάρκισσους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Το ίδιο καταγράφεται και στις επιθέσεις μεταξύ ανηλίκων: ομάδες που στρέφονται εναντίον ενός, κινητά τηλέφωνα που καταγράφουν κάθε χτύπημα, κάθε πτώση, κάθε στιγμή φόβου. Και έπειτα, το βίντεο ανεβαίνει. Διαμοιράζεται. Συλλέγει προβολές, αντιδράσεις, σχόλια. Οι ίδιοι που ίσως θα αποστρέφονταν τη βία αν τη ζούσαν από κοντά, την καταναλώνουν από απόσταση, με μια ασφάλεια που τους επιτρέπει να νιώθουν τυχεροί. Υπάρχει ένα είδος αντι-ταύτισης. «Δεν ήμουν εγώ», «δεν ήταν η μάνα μου επειδή Εγώ (με κεφαλαίο έψιλον) φροντίζω τους γονείς μου.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας: καταδικάζουμε τη βία, αλλά την τροφοδοτούμε. Κάθε κλικ, κάθε κοινοποίηση, κάθε «δες τι έγινε» συμβάλλει στη διάδοσή της. Δεν είναι απλώς ενημέρωση. Είναι αναπαραγωγή. Και όσο η βία γίνεται viral, τόσο αποκτά μια παράξενη νομιμοποίηση ως θέαμα.
Στην περίπτωση των ηλικιωμένων, η ηθική κατάρρευση είναι ακόμη πιο έντονη. Δεν πρόκειται μόνο για βία, αλλά για προδοσία εμπιστοσύνης. Άνθρωποι που άνοιξαν το σπίτι τους, που βασίστηκαν σε κάποιον για να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια, βρίσκονται εκτεθειμένοι σε κακοποίηση, σωματική και στη συνέχεια ψηφιακή. Κάθε κλικ στο βίντεο είναι μια ακόμη σφαλιάρα.
Θα μπορούσε να φέρει ένα νομοσχέδιο ο Μητσοτάκης. Θα μπορούσαν οι διευθυντές των μίντια να περιορίσουν αυτά τα θέματα. Η λύση όμως βρίσκεται στα ακροδάχτυλα των πολιτών: να μην επιλέγουν να δουν αυτό το βίντεο, που ανήκει στην αστυνομία και στο δικαστήριο.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Λευκός Οίκος: Νέο περιστατικό με ένοπλο, κοντά στο Μνημείο του Τζορτζ Ουάσινγκτον
- Το «πράσινο φως» από την ΕΑΔΗΣΥ περιμένουν τα ΣΔΙΤ των 700 εκατ. ευρώ στη Βόρεια Ελλάδα
- Η Ήπειρος και η Βίκος της οικογένειας Σεπετά έγραψαν ιστορία στο ελληνικό μπάσκετ (με τη διπλή άνοδο)
- Τηλεπικοινωνίες: Αναβρασμός στην αγορά – Οι κινήσεις Cosmote-Nova-ΔΕΗ