Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα φαίνεται πως εισέρχεται σε μία νέα φάση—όχι άμεσης κρίσης, αλλά πάντως αναπροσαρμογής. Μετά από μία δεκαετία εξυγίανσης, επανακεφαλαιοποιήσεων και απομόχλευση, οι τράπεζες είχαν αρχίσει να ανακτούν την εικόνα της «κανονικότητας– κερδοφορία, πρόσβαση στις αγορές, χορήγηση δανείων όχι μόνο στους «ασφαλείς» πελάτες. Είχαν αρχίσει, δηλαδή, να εκπληρώνουν τον βασικό τους λόγο ύπαρξης.
Η εικόνα αυτή, όμως, αρχίζει μάλλον να δοκιμάζεται από μία σειρά εξελίξεων που δεν είναι συγκυριακές. Αντίθετα, συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο των τραπεζών τίθεται υπό πίεση—και μάλιστα πολύπλευρα.
Η πιο χαρακτηριστική εξέλιξη είναι η παρέμβαση της Δικαιοσύνης στον πυρήνα τραπεζικών πρακτικών. Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη δεν αποτελεί απλώς μία μορφή δικαίωσης των δανειοληπτών. Άμεσα και πρακτικά απορρίπτει την πρακτική υπολογισμού τόκων επί του ανεξόφλητου κεφαλαίου και επιβάλλει, ουσιαστικά, τον υπολογισμό επί της καταβαλλόμενης δόσης. Μιλάμε για τεχνική αλλά κρίσιμη διαφοροποίηση: μειώνει το επιτοκιακό αποτέλεσμα, επηρεάζει τις ταμειακές ροές και εισάγει την ανάγκη αναπροσαρμογών σε ένα μεγάλο χαρτοφυλάκιο ρυθμισμένων δανείων.
Ερώτημα: θα ισχύσει η απόφαση μόνο για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη ή άνοιξε η πόρτα για καταδίκη της συγκεκριμένης πρακτικής γενικά; Για να το θέσουμε με άλλα λόγια: η απόφαση δεν δημιουργεί γενικό κανόνα εκ του νόμου αλλά οπωσδήποτε λειτουργεί ως γενικός κανόνας εκ του κινδύνου. Και για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι, πρόκειται για δικαίωση της μάχης που έδωσε ο ιδρυτής της ΙΖΟΛΑ, ο Γιώργος Δράκος που έρχεται σχεδόν μισό αιώνα μετά;
Αντίστοιχα, στο μέτωπο των δανείων σε ελβετικό φράγκο, η νομολογία κινείται προς την κατεύθυνση ότι δεν υπήρξε εκ μέρους των τραπεζών επαρκής, κατανοητή και ποσοτικοποιημένη ενημέρωση του κινδύνου. Η συνέπεια είναι ότι μέρος του κόστους από την ανατίμηση του φράγκου μεταφέρεται πίσω στους ισολογισμούς των τραπεζών. Και εδώ, το κρίσιμο δεν είναι η «δικαίωση» αλλά η αναδρομική αμφισβήτηση μίας διαδεδομένης πρακτικής. Πολύ απλά, θέτει θέμα ευθύνης των τραπεζών για προϊόντα με ενσωματωμένο ρίσκο. Θέτει δέμα διαφάνειας.
Οι δύο αυτές εξελίξεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: πλήττουν μεν μεμονωμένες υποθέσεις – για την ακρίβεια ομάδων υποθέσεων– αλλά εισάγουν δε δικαστικό προηγούμενο– ένα ισχυρό δεδικασμένο που επηρεάζει τον τρόπο τιμολόγησης και διαχείρισης κινδύνου.
Την ίδια στιγμή, ανοίγει ένα δεύτερο μέτωπο—αυτό του ανταγωνισμού. Η κλαδική έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού για τις τραπεζικές καταθέσεις, σε συνδυασμό με τη διερεύνηση πρακτικών στον τομέα των εμβασμάτων, θέτει για πρώτη φορά θεσμικά το ζήτημα της ολιγοπωλιακής λειτουργίας του κλάδου. Ακόμη δεν υπάρχουν κυρώσεις. Υπάρχει όμως σαφής αμφισβήτηση της δομής της αγοράς και της μετακύλισης των επιτοκίων προς τους καταθέτες.
Παράλληλα, το πολιτικό σύστημα (λέγε με Κυριάκο Πιερρακάκη) εντείνει την πίεση, κυρίως με αναφορά στο θέμα των προμηθειών, δημιουργώντας τον κίνδυνο νέας άμεσης ρυθμιστικής παρέμβασης σε μία βασική πηγή εσόδων.
Στο εξωτερικό, οι κινήσεις μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, όπως η υπόθεση Orcel, υπενθυμίζουν ότι οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν εκτεθειμένες σε ασύμμετρες στρατηγικές της αγοράς – όπως υπογράμμισε αυτή η στήλη μόλις χθες. Το «ρίσκο αγοράς», που είχε υποχωρήσει, επιστρέφει.
Και στο βάθος παραμένουν τα διαρθρωτικά θέματα. Η αναβαλλόμενη φορολογία συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό μέρος των κεφαλαίων, περιορίζοντας την ποιότητά τους. Οι υψηλές μερισματικές αποδόσεις, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων αβεβαιοτήτων, εντείνουν το ερώτημα αν η ενίσχυση των κεφαλαίων συμβαδίζει με την συγκεκριμένη διανομή κερδών. Και, τελευταίο αλλά ίσως πολύ σημαντικό, η ολοένα αυξανόμενη δυσαρέσκεια του πολίτη για την κακή ποιότητα και την εξαιρετικά περιορισμένη πλέον έκταση της εξυπηρέτησης που του προσφέρουν οι τράπεζες, που αναδεικνύει μία βαθύτερη ένταση μεταξύ αποδοτικότητας και εξυπηρέτησης. Στο τέλος-τέλος ο πελάτης δεν υποτίθεται πως είναι το «αφεντικό»;
Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν είναι, βέβαια, εικόνα αποσταθεροποίησης. Είναι, όμως, εικόνα συσσώρευσης πιέσεων από τέσσερις κατευθύνσεις: Δικαιοσύνη, ρυθμιστές, αγορές, πελάτες.
Και αυτό ακριβώς συνιστά ένα πιθανό σημείο καμπής (inflection point).
Οι αποφάσεις μπορεί να μην αφορούν το σύνολο των δανείων, αλλά κατηγορίες όπου εφαρμόζονταν ομοιόμορφες πρακτικές. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η σημασία τους είναι συστημική: δεν αλλάζουν απλώς επιμέρους υποθέσεις, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται πλέον το ίδιο το τραπεζικό μοντέλο. Τα διαρθρωτικά ζητήματα μπορεί προς το παρόν να εμφανίζονται ως το…κερασάκι στην τούρτα, και πάντως δεν είναι λιγότερο σημαντικά με ορίζοντα το αύριο.
Διαβάστε επίσης:
Orcel – JP Morgan – Alpha Bank: Το trade που αλλάζει το παιχνίδι
Ο Dimon βλέπει ανόητα πράγματα – Το Λιμενικό τα ζει
Μητσοτάκης χωρίς αυτοδυναμία, Ανδρουλάκης χωρίς αφήγημα, Τσίπρας χωρίς ταυτότητα
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Alpha Bank: Τι βλέπει το Millennium και βγήκε short – Τα σίγουρα στοιχήματα που πήρε σε Metlen και Motor Oil
- Μεγάλου (Πειραιώς): Το ιστορικό ρεκόρ χορηγήσεων, το σχέδιο για το μέρισμα και η Εθνική Ασφαλιστική
- Σκλαβενίτης: Ανοίγει μεγάλο σούπερ μάρκετ σε κτίριο που ανήκει στον Mr Βίκος
- Προοδευτική: Στα δικαστήρια η μάχη των μετόχων για την αλλαγή Δ.Σ.