Η στήλη αυτή έχει επισημάνει πολλές φορές—τόσες ώστε η παράθεση των άρθρων θα καταλάμβανε δυσανάλογο χώρο—ότι, στην πλειοψηφία της, η ελληνική κοινωνία έχει ωριμάσει στην ενασχόλησή της με τα κοινά, αφήνοντας πίσω, στο πνεύμα και στην πράξη, σημαντικό μέρος του πολιτικού κόσμου.
Με τον όρο ωρίμανση εννοούμε κυρίως τρεις παράγοντες. Πρώτον, την αποκήρυξη της λεκτικής βίας (π.χ. Ζωή Κωνσταντοπούλου) και των βίαιων πράξεων (π.χ. η επίσκεψη Α. Γεωργιάδη στο νοσοκομείο της Νίκαιας) που συχνά ακολουθούν την πρώτη. Δεύτερον, την αποστροφή προς μία μορφή αντιπολίτευσης που, αφενός, υπόσχεται «λαγούς με πετραχήλια» και, αφετέρου, αδυνατεί να αναγνωρίσει οτιδήποτε θετικό στον αντίπαλο. Τρίτον, την άσκηση αυστηρής κριτικής σε πολιτικούς που υπόσχονται χωρίς να υλοποιούν.
Οι δύο πρώτοι παράγοντες εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την αυτοπαγίδευση της αντιπολίτευσης σε χαμηλά δημοσκοπικά επίπεδα. Ο τρίτος εξηγεί την αδυναμία της κυβέρνησης να επανακτήσει την αυτοδυναμία κινήσεων που κάποτε διέθετε.
Έχοντας βιώσει τον μανιχαϊσμό, ο Έλληνας πολίτης, στην πλειοψηφία του, τον αποκηρύσσει. Στα πέτρινα χρόνια της κρίσης της δεκαετίας του 2010, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας σιωπηρά είτε συντάχθηκε είτε ανέχθηκε το πνεύμα που συμπυκνωνόταν στο σύνθημα «να καεί, να καεί, το μπ@@@ η Βουλή». Έζησε, όμως, στην πράξη το αδιέξοδο στο οποίο οδηγεί η πόλωση και η αυθαίρετη απλοποίηση της πραγματικότητας σε «καλούς» και «κακούς».
Αυτή η εμπειρία λειτούργησε ως μορφή πολιτικής παιδείας. Διότι η δημοκρατία δεν είναι πεδίο ηθικής απόλυσης αλλά διαδικασία σύνθεσης, ευθύνης και συνεχούς διόρθωσης. Με αυτή την έννοια, η κοινωνία φαίνεται να έχει απομακρυνθεί από τον μανιχαϊσμό πολύ ταχύτερα από ό,τι το πολιτικό προσωπικό.
Η πλειοψηφία της κοινωνίας έκανε, έτσι, τη φυγή προς τα εμπρός. Σε μία παράδοξη στρέβλωση της εξέλιξης, σημαντικό μέρος του πολιτικού κόσμου παρέμεινε εγκλωβισμένο σε μία λογική που οριοθετείται αποκλειστικά από την ύπαρξη του «καλού» και του «κακού». Πρόκειται για μία αντίληψη που δεν αφήνει χώρο ούτε για σύνθεση ούτε για θεσμική μάθηση—δηλαδή για τα βασικά εργαλεία μιας ώριμης δημοκρατίας.
Το αποτέλεσμα είναι η σημερινή εικόνα: σύσσωμη η αντιπολίτευση εγκλωβισμένη—κατά τις δημοσκοπήσεις—σε επίπεδα που δείχνουν σαφή απόρριψη της από την κοινωνία, ενώ η κυβέρνηση αδυνατεί να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στον βαθμό που θα της επέτρεπε αυτοδύναμη πολιτική πρωτοβουλία.
Το ερώτημα είναι τι δεν καταλαβαίνουν και οι δύο πλευρές. Για την κυβέρνηση η εικόνα είναι πιο σαφής: υπάρχει έλλειμμα στη λειτουργία του επιτελικού κράτους ως προς τις προτεραιότητες που επιλέχθηκαν. Συνοπτικά, αυτό μεταφράζεται σε εμμονή με την εικόνα επιτυχίας των μακροοικονομικών μεγεθών, εις βάρος της καθημερινότητας του πολίτη.
Η διαχειριστική ικανότητα της πρώτης θητείας σχεδόν εξαφανίστηκε στη δεύτερη, καθώς ο πολίτης αδυνατεί να κατανοήσει—πολλώ δε μάλλον να δικαιολογήσει—τα ΤΕΜΠΗ, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις ανισότητες στην υγεία και στην διάχυση της ανάπτυξης, την επιμονή της ακρίβειας. Αναπόφευκτα, κύριοι αποδέκτες της δυσαρέσκειας είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης—ως πρωθυπουργός—και στελέχη του Μ.Μ., όπως ο Άκης Σκέρτσος, που θεωρούνται υπεύθυνοι για την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων. Σε μικρότερο βαθμό, υπουργοί που εξακολουθούν να διατηρούν—έστω και μειωμένη—την εικόνα αποτελεσματικότητας, όπως οι Πιερρακάκης, Χατζηδάκης, Γεωργιάδης και Φλωρίδης. Για τους μη αποτελεσματικούς υπουργούς, ούτε κουβέντα να γίνεται.
Στην πλευρά της αντιπολίτευσης, η κατάσταση είναι περισσότερο συγκεχυμένη. Ο μανιχαϊσμός, από τη φύση του, εμποδίζει την ανάπτυξη σύνθετης σκέψης και, κατ’ επέκταση, τη διαμόρφωση σύνθετων λύσεων. Σε θεσμικούς όρους, ακυρώνει την ίδια τη δυνατότητα συναίνεσης, που αποτελεί προϋπόθεση λειτουργίας κάθε πολυκομματικής δημοκρατίας.
Κατά συνέπεια, η «σύνθεση» της αντιπολίτευσης είναι εκ των πραγμάτων ανέφικτη. Αυτό ισχύει τόσο για τις αφελείς αλλά καιροσκοπικές προτάσεις περί προεκλογικής συσπείρωσης των «προοδευτικών» δυνάμεων όσο—πολύ περισσότερο—για μετεκλογικές συνεργασίες σ’ ένα δεύτερο γύρο.
Σε πρακτικό επίπεδο, ο Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκεται ήδη σε καθεστώς «καθαίρεσης» , ενόψει των αποτελεσμάτων του πρώτου γύρου των εκλογών. Ο ΣΥΡΙΖΑ του Σωκράτη Φάμελλου και η Νέα Αριστερά του Α. Χαρίτση εμφανίζουν έντονα σημάδια αποδυνάμωσης, ενώ το υπό διαμόρφωση κόμμα Καρυστιανού μοιάζει να έχει ηττηθεί πριν καν συγκροτηθεί. Παραμένουν το ενδεχόμενο ενός νέου σχήματος γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα—χωρίς ακόμη σαφή ταυτότητα—και ο Κ. Βελόπουλος, που εξακολουθεί να απευθύνεται σε ένα σταθερό, αλλά περιορισμένο, ακροατήριο—χωρίς να είναι κι αυτό τελικά διασφαλισμένο.
Το πραγματικό χάσμα δεν είναι, τελικά, ιδεολογικό. Είναι γνωσιακό και θεσμικό.
Η κοινωνία έχει εγκαταλείψει τον μανιχαϊσμό και αναζητεί λύσεις που αναγνωρίζουν την πολυπλοκότητα. Το πολιτικό σύστημα, σε μεγάλο βαθμό, παραμένει εγκλωβισμένο σε αυτόν. Το μεγάλο για το πολίτευμα πρόβλημα εστιάζεται, έτσι, στο ΠΑΣΟΚ. Η αδυναμία της ηγεσίας του να εγκαταλείψει τα αντιπολιτευτικά πρότυπα άλλου αιώνα βαραίνει θανάσιμα το ίδιο το κόμμα και ως ένα σημαντικό βαθμό το πολίτευμα. Πολύ απλά, όσο η πολιτική δεν ακολουθεί τη λογική της μάθησης και της σύνθεσης, η απόσταση αυτή θα βαθαίνει—με κόστος τόσο για τη διακυβέρνηση όσο και για τη δημοκρατία.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Αποκάλυψη: Γιατί ο Λαμότ προσέφυγε κατά της Λένας Οικονομίδη – Το διαζύγιο εκατομμυρίων, το προγαμιαίο συμβόλαιο και οι κατηγορίες για απόκρυψη περιουσίας
- Πληροφορική: Συνωστισμός για έργα Άμυνας €60 εκατ.
- Α. Κοτταράς (ΣΤΑΣΥ) στο mononews: Πρόκληση η άμεση υλοποίηση όλων των έργων σε μετρό, τραμ και ηλεκτρικό
- Από παλιές εφοπλιστικές οικογένειες μέχρι ιστορικά brands: Τα ηχηρά ονόματα που βγαίνουν στο σφυρί