Η Σικελική Εκστρατεία, την ώρα που η Αθήνα ήταν ήδη βυθισμένη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, καταγράφεται ως μία από τις αποφασιστικές καμπές της αθηναϊκής παρακμής. Δεν ήταν απλώς ένα στρατιωτικό λάθος. Ήταν η στιγμή κατά την οποία η πολιτική ρητορική νίκησε τη στρατηγική σύνεση, (ο Αλκιβιάδης υπερίσχυσε του Νικία), η φιλοδοξία υπερέβη τη λογική και η ηγεμονία αυτοτραυματίστηκε. Η Αθήνα δεν απέτυχε μόνο επειδή υποτίμησε τις Συρακούσες. Απέτυχε επειδή υπερεκτίμησε τον εαυτό της.
Γι’ αυτό και ο Θουκυδίδης παραμένει αφοπλιστικά σύγχρονος. Περιγράφει με σχεδόν διαχρονική ακρίβεια το ίδιο μοτίβο: πόλεμος επιλογής μακριά από το κύριο μέτωπο, ηθικό-πολιτική επιχειρηματολογία που καλύπτει τη βούληση ισχύος, περιφρόνηση της τοπικής πραγματικότητας και τελικά μια στρατηγική φθορά που δεν επιβάλλεται στον ηγεμόνα απ’ έξω, αλλά προκύπτει μέσα από τις ίδιες τις αποφάσεις του.
Αυτό ακριβώς βλέπουμε σήμερα και στο Ιράν — για όποιον επιμένει να βλέπει τα γεγονότα χωρίς τις παρωπίδες της δυτικής αυταρέσκειας. Μία ηγεμονική δύναμη θεωρεί ότι μπορεί, χάρη στη στρατιωτική της υπεροχή, να επιβάλει πολιτικό αποτέλεσμα. Εισέρχεται όμως σε ένα θέατρο επιχειρήσεων όπου η γεωγραφία, η ψυχολογία, η αντοχή του αντιπάλου και οι αλυσιδωτές επιπτώσεις υπερβαίνουν κατά πολύ τον αρχικό σχεδιασμό. Οι ΗΠΑ δεν έχουν ως εχθρό μόνο το Ιράν ως κράτος. Έχουν απέναντί τους ένα πλέγμα κινδύνων: τα Στενά του Ορμούζ, τις περιφερειακές βάσεις, τις θαλάσσιες οδούς, τις ενεργειακές υποδομές των συμμάχων τους και τη δυνατότητα της Τεχεράνης να μετατρέψει μια θεωρητικά περιορισμένη «τιμωρητική» επιχείρηση σε μακρόχρονο πόλεμο οικονομικής εξάντλησης. Και, τελικά, σε διεθνή ανάφλεξη.
Η επιτυχία της Βενεζουέλας διόγκωσε το ήδη υπερτροφικό «εγώ» του Τραμπ. Πίστεψε ότι η τεχνολογική υπεροχή, η αεροπορική ισχύς και το σοκ της πρώτης κρούσης αρκούν για να παραγάγουν στρατηγικό καταναγκασμό. Το Ιράν, όμως, δεν χρειάζεται να νικήσει συμβατικά τις ΗΠΑ. Του αρκεί να τις παγιδεύσει σε ένα σχήμα υψηλού εσωτερικού κόστους, ανεξέλεγκτης διάχυσης κινδύνου ανά τον κόσμο και διεθνούς οικονομικής αναστάτωσης. Η ιρανική λογική δεν είναι η λογική της συμβατικής νίκης. Είναι η λογική της μεταφοράς του κόστους στον αντίπαλο και στους συμμάχους του. Υπό αυτή την έννοια, στην παρούσα φάση, την κλιμάκωση δεν την ελέγχει κατ’ ανάγκην ο ισχυρός, αλλά ο αδύναμος — ιδίως όταν ο αδύναμος δεν φοβάται τον θάνατο, ή ακόμη περισσότερο όταν τον έχει ήδη ενσωματώσει στη στρατηγική του και στην κοσμοθεωρία του.
Ο Τραμπ ενδέχεται αρχικά να είχε έναν σχετικά περιορισμένο στόχο: να είχε πιστέψει ότι ο αποκεφαλισμός της ιρανικής ηγεσίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την αλλαγή καθεστώτος. Γι’ αυτό και στην αρχή διατήρησε τη γνώριμη ασάφειά του. Δεν όρισε καθαρά τον τελικό σκοπό, ώστε να κρατά ανοιχτό το δικαίωμα να ανακηρύξει μόνος του τη «νίκη» και να αποχωρήσει κατά βούληση. Όμως η εμπλοκή του Νετανιάχου τού στέρησε αυτή την ευχέρεια. Διότι, για το Ισραήλ, η δεδηλωμένη πρόθεση του Ιράν να το εξαφανίσει μεταφέρει αναπόφευκτα τη σύγκρουση στο επίπεδο της εθνικής ύπαρξης. Μπορεί το ίδιο να μη χαρακτηρίζει το σύνολο του ιρανικού κράτους ή της κοινωνίας του ισχύει, όμως απολύτως για τους Φρουρούς της Επανάστασης. Και αυτοί έχουν τους πυραύλους στα χέρια τους και στην ψυχή τους μια κουλτούρα θυσίας που καθιστά πολύ δυσκολότερη κάθε δυτική υπόθεση περί λογικής αποκλιμάκωσης. Έτσι, ακόμη κι αν δεν ήταν αυτή η αρχική του πρόθεση, ο Τραμπ έχει πλέον εμπλακεί σε έναν πόλεμο χωρίς καθαρή και αναίμακτη στρατηγική εξόδου.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την παγκόσμια κοινωνία. Οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο στρατηγικής ταπείνωσης. Μπροστά σ’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι ηγεμονικές δυνάμεις σπανίως επιλέγουν αμέσως την υποχώρηση. Συνήθως επιλέγουν την κλιμάκωση. Και αυτό σημαίνει ολοένα μεγαλύτερη πίεση στις αγορές ενέργειας, αυξανόμενη έκθεση των συμμάχων, βαθύτερο κοινωνικό και οικονομικό κόστος στο εσωτερικό τους και περαιτέρω γεωπολιτική φθορά. Με αυτά τα δεδομένα — από τη μία την έπαρση του Τραμπ, από την άλλη την αποδοχή της υπέρτατης θυσίας από τους Φρουρούς της Επανάστασης — δύσκολα διακρίνεται λογική οδός τερματισμού. Μόνο ένα συνταρακτικό σοκ, ίσως μια καταστροφή τέτοιου μεγέθους που να επιβάλει δια της φρίκης την ανακοπή, φαίνεται ικανό να βάλει τέλος σ’ αυτήν τη δυναμική.
Και ενώ όλα αυτά εξελίσσονται, ορισμένα συμπεράσματα προβάλλουν σχεδόν από μόνα τους. Η σύγκρουση δεν θα μείνει τοπική. Η αμερικανική ηγεμονία έχει ήδη υποστεί πλήγμα. Ο Πούτιν μπορεί να χαμογελά σιωπηλά. Και η Κίνα δείχνει ότι γνωρίζει να περιμένει, να απορροφά τους κραδασμούς και να παίζει σε ταμπλό με μακρά διάρκεια.
Απομένει μία ερώτηση: γίνεται πόλεμος στην Ουκρανία;
Διαβάστε επίσης:
Μπέσεντ: «Λεφτά υπάρχουν» για τον πόλεμο στο Ιράν»
Ζελένσκι: «Η Ρωσία επιχειρεί να εντείνει τις επιθετικές επιχειρήσεις»
Σλοβενία: Το φιλελεύθερο κόμμα του πρωθυπουργού Γκολόμπ προηγείται στα exit polls
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Τι κάνουν οι κληρονόμοι των Φιλίππου (ΦΑΓΕ): Οι business, οι ζημιές και οι δύο ταχύτητες σε Ελλάδα και εξωτερικό
- Ακύρωση-σοκ για το μοναδικό πρόστιμο στην τεχνητή νοημοσύνη: Το νομικό κενό που επιτρέπει στην OpenAI να εκμεταλλεύεται χωρίς έλεγχο τα δεδομένα μας
- Πλειστηριασμοί: Το «χρυσό φιλέτο» της Λ. Αθηνών, τα ξενοδοχεία και το σφυρί του Ι. Μαρούλη στην Κεφαλονιά
- Ο «ασυμβίβαστος» Γιώργος Σαλονίκης, η φιλία με τον Κόκκαλη, ο Ολυμπιακός και η ΕΥΔΑΠ