Άρθρα

Μιλώντας με τον κ. Putin

Να αλλάξει η σύμβαση και η εταιρεία εκμετάλλευσης της Αττικής Οδού

Αντώνης Κεφαλάς


Το εξώφυλλο του Economist πριν από μία εβδομάδα τα έλεγε (ως συνήθως) όλα. Ο πρόεδρος της Ρωσίας παρουσιάζεται καθισμένος σε μία πολυθρόνα με ένα πολυβόλο στα πόδια. Και η ρουμπρίκα απλά λέει «Ο κ. Πούτιν θα σας δεχτεί τώρα.»

Δυστυχώς, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ενδέχεται να εμπλακεί, χωρίς να το επιθυμεί, σε μία ακόμη κρίση. Θεωρώ ότι η Θεά Τύχη μάλλον δεν μας θέλει. Διότι, τούτη τη φορά, η κρίση θα μας επιστρέψει μόνιμα στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Και για όσους έχουν κοντή ιστορική μνήμη θα θυμίσω ότι ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν πλήρης θερμών επεισοδίων.

Θα θυμίσω, επίσης, ότι τέτοιες ευκαιρίες περιμένουν τα κράτη που τους αρέσκεται να εκμεταλλεύονται τις καταστάσεις χωρίς σεβασμό προς το διεθνές δίκαιο,. Για την Τουρκία του Ερντογκάν, μία πιθανή σύγκρουση Ρωσίας – ΝΑΤΟ θα ήταν θεόσταλτη.

Με επαρκή διορατικότητα, η νυν κυβέρνηση προσπάθησε μερικώς να οριοθετήσει την εμπλοκή της στην κρίση που σοβεί. Με επικεφαλής τον ίδιο τον πρωθυπουργό επισκέφτηκε την Ρωσία και κατάφερε δυο απτά αποτελέσματα: την διασφάλιση της προμήθειας φυσικού αερίου και μία αναφορά του Ρώσου υπουργού εξωτερικών Sergey Lavrov που επισημαίνει ότι η χώρα μας δεν συντάσσεται με την λήψη ακραίων μέτρων κατά της δικής του.

Αλλά, ως εδώ. Σε μία πιθανή εμπλοκή του ΝΑΤΟ με την Ρωσία, η Ελλάδα δεν θα έχει την πολυτέλεια της εξαίρεσης ή της υπεκφυγής. Όλες οι ενδείξεις, δε, πείθουν ότι ζούμε ξανά την, κατά μία έννοια, κρίση της Κούβας του 1962.

Στο βιβλίο του «Οι 13 ημέρες» για την κρίση της Κούβας, ο Robert Kennedy γράφει ότι βασικός στόχος των ΗΠΑ ήταν να μην βάλλουν την Ρωσία του Khrushchev «στην γωνία». Είχαν, δηλαδή, δανειστεί από την φιλοσοφία της Ανατολής και επιδίωκαν να μην φέρουν τον αντίπαλο σε αδιέξοδο. Η φράση είναι «losing face”.

Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα είναι αν η Ρωσία έχει φέρει τις ΗΠΑ και την Ευρώπη σε σημείο όπου ή θα υπάρξει θερμό επεισόδιο ή ο ένας από τους δύο θα υποστεί πλήγμα στην εικόνα του και την αξιοπιστία του.

Λέγεται ότι ο Ρώσος πρόεδρος είναι δεινός σκακιστής. Υπάρχει, λοιπόν, η εκ των προτέρων υπόθεση ότι οι κινήσεις του είναι ζυγισμένες, έχει προβλέψει τι θα κάνει ο αντίπαλος και είναι προετοιμασμένος περίπου για όλα.

Αλλά, ακόμη και οι πρωταθλητές στο σκάκι κάνουν λάθη. Ο Biden μπορεί να θεωρείται αδύνατος αντίπαλος.  Οι ΗΠΑ μπορεί να έχουν κάνει σωρεία λαθών. Η αμερικανική αυτοκρατορία μπορεί να θεωρείται ότι έχει εισέλθει σε περίοδο παρακμής – ιδιαίτερα μετά τον Tramp και τον σημερινό διχασμό που παραπέμπει στον Εμφύλιο Πόλεμο τους. Όλα αυτά, όμως, δεν σημαίνουν ότι ο Πούτιν έχει απέναντι του ένα αδύνατο αντίπαλο.

Για το καλό όλων, ελπίζεται ότι η Ρωσία έχει ιστορική μνήμη και γνώση συμπεριφοράς… ζώων. Διότι, τα πληγωμένα και παγιδευμένα ζώα είναι απρόβλεπτα.

Σε όρους διεθνούς πολιτικής η Ρωσία σωστά κατηγορεί την Δύση πως δεν τήρησε την υπόσχεση προς τον Gorbachev του τότε προέδρου Bush και του καγκελαρίου Kohl καθώς και των τότε υπουργών εξωτερικών των ΗΠΑ και της Γερμανίας Baker  και Genscher ότι «δεν θα πατήσουν πάνω στο τοίχος του Βερολίνου» και ότι «το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί προς τα ανατολικά ούτε κατά μία σπιθαμή

Έκτοτε, το ΝΑΤΟ έχει μετακινηθεί κατά περίπου 1000 χιλιόμετρα προς τα ανατολικά.

Το τελεσίγραφο για γραπτή δέσμευση πως η Ουκρανία δεν θα γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, η συμμαχία θα σταματήσει τις μετακινήσεις στρατευμάτων και ότι θα αποσύρει τακτικά πυρηνικά όπλα από την πρώην Ανατολική Ευρώπη, φέρνει το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ σε δύσκολη θέση. Η αποδοχή του ερμηνεύεται ως απόδειξη αδυναμίας – losing face.

Το 1962 η Σοβιετική Ένωση υποχώρησε ως προς την εγκατάσταση πυραύλων στην Κούβα με αντάλλαγμα την απόσυρση τεχνολογικά ξεπερασμένων πυραύλων βραχείας εμβέλειας από την Τουρκία. Ήταν η συμφωνία που επέτρεπε και στις δύο πλευρές να μην φανεί ότι υποχωρούν. Με άλλα λόγια και οι δύο εμφανίστηκαν να κερδίζουν – και οι δύο saved face.

Δεν είναι διόλου σίγουρο ότι η σημερινή κατάσταση εμπεριέχει δυνητικά παρόμοια φόρμουλα. Κι αυτό, διότι, εμπλέκονται πολύ παράγοντες, οι δε πιθανές αντιδράσεις καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα.

Καταρχάς, η επιβολή οικονομικών κυρώσεων δεν απασχολεί τον Putin. Στην εισβολή στην Κριμαία, το 2014 οι ΗΠΑ απάντησαν με οικονομικές κυρώσεις. Όπως παρατηρεί ο Chris Miller, στο περιοδικό Foreign Affairs, αυτές κόστισαν στην Ρωσία περίπου το 1% – 1,5% του ΑΕΠ της. Ήταν κόστος που με άνεση αποδέχτηκε ο Putin. Τα οφέλη που είχε αποκομίσει ήταν πολύ μεγαλύτερα.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στην περίπτωση της Ουκρανίας – όπου έτσι κι αλλιώς το ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να πολεμήσει. Εξάλλου, κυρώσεις αυτής της μορφής (με αποκλεισμό της Ρωσίας από το παγκόσμιο σύστημα πληρωμών) ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις και στην Κίνα, γεγονός που φέρνει τις δύο χώρες Ρωσία και Κίνα πιο κοντά. Ταυτόχρονα θα εντείνει τις ήδη τεταμένες σχέσεις της Κίνας με τις ΗΠΑ.

Εξάλλου, η σύγκρουση δεν είναι ανάγκη να ξεκινήσει με κλασσικό τρόπο. Ήδη είχαμε τις κυβερνοεπιθέσεις στην Ουκρανία. Εύκολα επεκτείνονται στις ΗΠΑ όπου, σε αντίθεση με τα βήματα που έχουν υιοθετηθεί πρόσφατα για την υπεράσπιση του δημόσιου τομέα,  ο ιδιωτικός τομέας είναι ευάλωτος. Μπορεί να είναι, λοιπόν, πόλεμος διάρκειας, με ασύμβατα και ασύμμετρα μέσα –ενώ η Ρωσία θα προελαύνει ανενόχλητη στην Ουκρανία.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία πρέπει να εκτιμά ότι κρατά γερά χαρτιά. Το γεωγραφικό πλεονέκτημα είναι σαφές. Επιπλέον, μετά από μία δεκαετία συνεχών αναβαθμίσεων και εκσυγχρονισμού, οι ένοπλες δυνάμεις της  μπορούν να έχουν π.χ. υποβρύχια εξοπλισμένα με υπερηχητικούς πυραύλους σε απόστασή πέντε λεπτών πτήσης από τις ΗΠΑ. Η Αμερική εμφανίζεται διχασμένη και έτσι ανίκανη να πάρει γρήγορα σημαντικές αποφάσεις. Η Ευρώπη εξαρτάται από την Ρωσία για να μην παγώσει τον χειμώνα και να μην βράσει το καλοκαίρι. Επιπλέον, δεν έχει καμία στρατιωτική ισχύ, κανένα κέντρο λήψης κοινών πολιτικών αποφάσεων, κανένα μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων εθνικής ασφάλειας.

Στην ουσία, ζούμε τούτη την εποχή τις πρώτες σημαντικές – και εν πολλοίς καθοριστικές—κινήσεις στο στρατηγικό παιγνίδι για τη νέα γεωπολιτική ισορροπία. Ο Ρώσος πρόεδρος υπενθυμίζει με τον πλέον πειστικό τρόπο πως η Ρωσία έχει επανέλθει ως ένας από τους κύριους παίκτες.

Για την Ελλάδα, μία ανοιχτή σύρραξη θα είναι καταστροφική – όπως για όλους. Η επαναφορά, όμως, στα δεδομένα του Ψυχρού Πολέμου (με τις δέουσες διαφορές και προσαρμογές) αναπόφευκτα θα ενέχει τουλάχιστον ένα σημαντικό οικονομικό κόστος. Κι αυτή η χώρα, δεν μπορεί πλέον εύκολα, αγόγγυστα, ανέμελα να το σηκώσει.

Το επόμενο κρίσιμο ερώτημα – μετά τον κίνδυνο δημιουργίας  αδιεξόδων – αφορά, λοιπόν, την Ευρώπη. Στο νέο κόσμο η «απαλή ισχύς» (soft power) παίζει πλέον δευτερεύοντα –αν όχι τριτεύοντα—ρόλο. Η Ε.Ε. οφείλει να ανατρέξει στην ιστορία και να συνειδητοποιήσει ότι καμία οικονομική ένωση δεν κατάφερε να επιβιώσει χωρίς και πολιτική ισχύ. Πολιτική ισχύ, δε,  χωρίς αμυντική διάσταση απλά δεν νοείται—απλά δεν υπάρχει.

Οι τρεις μεγάλε δυνάμεις έχουν ήδη ξεκινήσει πόλεμο εξοπλισμών. Η Ευρώπη δεν θα μπορέσει να μείνει εκτός – αν θέλει να διατηρήσει την αυτονομία της και την δημοκρατία της. Σ’ αυτήν την περίπτωση η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να ακολουθήσει. Και τα βήματα που έχουμε ήδη κάνει θα αποδειχθούν σοφά. Αλλά θα είναι ταυτόχρονα …πρώτα βήματα.

Διαβάστε επίσης

Στο έλεος των καθυστερήσεων για τα απαραίτητα



ΣΧΟΛΙΑ