Menu
-1.16%
Τζίρος: 295.12 εκατ.

Τουριστικό έργο στην Ερμιονίδα σχεδιάζει η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Comments

Σε πολλούς πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους προκαλεί εντύπωση η αμηχανία κυβερνήσεων και πολιτών απέναντι στην άνοδο της ριζοσπαστικής δεξιάς.

Αντιμετωπίζεται ακόμη ως ένα φαινόμενο που προκαλεί έκπληξη, ενώ η εξέλιξη ήταν, αν όχι νομοτελειακή, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμη.

1

Από τη στιγμή που άρχισε να διαρρηγνύεται η διπλή ισορροπία —αφενός μεταξύ του πολιτικού και του πολιτειακού πεδίου και αφετέρου μεταξύ του κοινωνικού και του οικονομικού— η δημοκρατία ως σύστημα αξιών άρχισε αναπόφευκτα να αποδυναμώνεται. Και όταν η δημοκρατική εμπειρία παύει να συνδέεται, στην καθημερινότητα του πολίτη, με ασφάλεια, ισονομία, αξιοπρέπεια και δυνατότητα συμμετοχής, ο αυταρχισμός αποκτά χώρο. Όχι αναγκαστικά με πραξικοπήματα και τανκς. Συχνά με τον μανδύα των εκλογών.

Αναζητούμε περίπλοκα αίτια, εκλεπτυσμένες ερμηνείες και πρωτότυπες λύσεις, όταν ένας σημαντικός πυρήνας τόσο του προβλήματος όσο και της λύσης βρίσκεται μπροστά μας.

Θα μπορούσε ίσως να ευσταθεί ο ισχυρισμός πως η περίοδος 1945-1975 «καλόμαθε» τον πολίτη της Δύσης– και πάντως τον ευρωπαίο πολίτη.  Ο ιστορικός προσδιορισμός, όμως, έχει μικρότερη σημασία από την πολιτική κληρονομιά που άφησε. Ο πολίτης έμαθε να θεωρεί αυτονόητο ότι ένα δημοκρατικό κράτος οφείλει να εξασφαλίζει μια στοιχειώδη ποιότητα, επάρκεια και σταθερότητα στην παροχή βασικών δημόσιων αγαθών: παιδεία, υγεία, κατοικία, τροφή, νερό, ενέργεια, αξιοπρεπείς συνθήκες  εργασίας και δίκαιη αμοιβή.

Δεν πρόκειται για διαφορετικά αιτήματα. Πρόκειται για μία ενιαία πολιτική συνθήκη. Οι επιμέρους τομείς είναι αλληλεξαρτώμενοι. Μαζί δημιουργούν την βάση της κοινωνικής συνοχής, της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, ακόμη και της αίσθησης της συμπερίληψης. Χωρίς αυτήν τη βάση, η υπεράσπιση της δημοκρατίας γίνεται σταδιακά αφηρημένη έννοια.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη σημασία της μεταπολεμικής τριακονταετίας. Δεν ήταν παράδεισος ούτε περίοδος χωρίς ανισότητες, συγκρούσεις και αποκλεισμούς. Δημιούργησε, όμως, σε σημαντικό μέρος της Δύσης έναν ιστορικό συμβιβασμό ανάμεσα στον καπιταλισμό και στη δημοκρατία: η οικονομία αναπτυσσόταν, αλλά σημαντικό μέρος των καρπών της ανάπτυξης επέστρεφε στην κοινωνία μέσω μισθών, κοινωνικού κράτους, δημόσιων υπηρεσιών και αυξημένης κοινωνικής κινητικότητας.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 η ισορροπία αρχίζει να μεταβάλλεται. Μετά το 1989-90, η μεταβολή επιταχύνεται. Η απελευθέρωση των αγορών, η χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση, η απορρύθμιση, οι ιδιωτικοποιήσεις και η σταδιακή αποδυνάμωση πολλών μηχανισμών αναδιανομής δημιουργούν διαφορετική σχέση μεταξύ οικονομίας και κοινωνίας.

Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού πρόσφερε άπλετα καύσιμα για την αλλαγή του οικονομικού μοντέλου και των αξιών. Σε πλήρη σχεδόν αντίθεση με την πρώτη μεταπολεμική τριακονταετία, τα τελευταία 30 χρόνια χαρακτηρίζονται από ανάπτυξη που συνυπάρχει με διεύρυνση των ανισοτήτων, καθώς ολοένα μικρότερα τμήματα του πληθυσμού  αισθάνονται ότι συμμετέχουν πραγματικά στα οφέλη της.

Ιδιωτικοποιήσεις, απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου, φορολογικά συστήματα με αντίστροφα προοδευτικά χαρακτηριστικά, μείωση της κοινωνικής δαπάνης και αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής ισχύος της εργασίας άλλαξαν τη σχέση του πολίτη με το οικονομικό σύστημα.

Η βασική πολιτική αποτυχία είναι ότι οι κοινωνικές συνέπειες αντιμετωπίζονται περίπου ως παράπλευρη απώλεια. Η οικονομία κρίνεται από την ανάπτυξη, την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και τις αποδόσεις. Πολύ λιγότερο από το ποιος εισπράττει τελικά τα οφέλη.

Αλλά η οικονομική ερμηνεία δεν επαρκεί από μόνη της. Σωρεία ακαδημαϊκών έχει επισημάνει ότι η άνοδος του λαϊκισμού και της ριζοσπαστικής δεξιάς συνδέεται επίσης με την πολιτισμική αντίδραση τμημάτων της κοινωνίας απέναντι στις ταχύτατες αλλαγές αξιών, και ταυτότητας. Με την μετανάστευση, την δυσπιστία απέναντι στο κράτος και την οικονομική στέρηση που συνδυασμένα οδηγούν στην απόσυρση από το πολιτικό σύστημα.

Σ’ αυτόν τον καμβά προστίθεται η σταδιακή ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Πρώτα έναντι της νομοθετικής και, τώρα πλέον έναντι και της δικαστικής, μετακινώντας το κέντρο βάρους από την ισορροπία των εξουσιών προς τη συγκέντρωσή τους.

Οι Steven Levitsky και Daniel Ziblatt έχουν υπογραμμίσει ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της σύγχρονης δημοκρατικής οπισθοδρόμησης: οι δημοκρατίες σήμερα σπανίως καταλύονται σε μία νύχτα. Διαβρώνονται εκ των έσω. Οι εκλεγμένοι ηγέτες διατηρούν τις εκλογές, αλλά σταδιακά αποδυναμώνουν τους θεσμικούς περιορισμούς, τις ανεξάρτητες αρχές, τη δικαιοσύνη, τα ΜΜΕ και τους άγραφους κανόνες που συγκροτούν τη δημοκρατία.

Στον ίδιο καμβά πρέπει να προστεθεί η διαφθορά. Όχι μόνο η ποινικά κολάσιμη , αλλά και η βαθύτερη πολιτισμική αποδοχή ότι η μεγιστοποίηση του κέρδους αποτελεί την ηθική αρχή μιας κοινωνίας. Τότε, η δυσπιστία μετατρέπεται εύκολα σε οργή και η οργή σε απόρριψη ολόκληρου του θεσμικού οικοδομήματος.

Η ελληνική περίπτωση δεν βρίσκεται έξω από αυτήν τη διαδικασία.

Η Μεταπολίτευση δημιούργησε ένα εξαιρετικά ισχυρό δημοκρατικό κεκτημένο. Η Νέα Δημοκρατία ενσωμάτωσε την ελληνική κεντροδεξιά στο ευρωπαϊκό δημοκρατικό πλαίσιο και, μαζί με το ΠΑΣΟΚ, συγκρότησε για δεκαετίες τους δύο βασικούς πυλώνες της πολιτικής εναλλαγής.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία μπορεί να αγνοήσει όσα συμβαίνουν στο δεξιό φάσμα του πολιτικού κόσμου.

Η Ελληνική Λύση έχει αποκτήσει σταθερό και μετρήσιμο εκλογικό ακροατήριο, η Φωνή Λογικής διεκδικεί επίσης παρουσία, ενώ η Νίκη, ανεξαρτήτως της κατάρρευσης της, εξέφρασε ένα ιδιαίτερο μίγμα εθνικισμού, θρησκευτικού συντηρητισμού και αντισυστημικής αντίδρασης. Στην δεξιά πτέρυγα τοποθετείται το δήθεν κόμμα Καρυστιανού, δεξιά  θα τοποθετηθεί το επερχόμενο(;) κόμμα Σαμαρά. Όλα μαζί συγκεντρώνουν, όμως, τουλάχιστον ένα 15%-17%– έστω και ως πρόθεση ψήφου.

Όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει κατοικία, ότι η υγεία και η παιδεία υποχωρούν, ότι η εργασία δεν του εξασφαλίζει αξιοπρέπεια, ότι η κοινωνική κινητικότητα έχει μπλοκαριστεί και ότι οι θεσμοί λειτουργούν διαφορετικά για τους ισχυρούς και διαφορετικά για τους αδύναμους, τότε η επίκληση των «δημοκρατικών αξιών» από μόνη της δεν αρκεί.

Οι σύγχρονες δημοκρατίες απομακρύνονται έτσι από τη συνθήκη που ιστορικά στήριξε τη νομιμοποίησή τους. Και ο πολίτης αντιδρά. Μερικές φορές ορθολογικά. Άλλες φορές τυφλά. Συχνά ψηφίζοντας όχι υπέρ ενός συγκεκριμένου πολιτικού σχεδίου, αλλά εναντίον ολόκληρου του συστήματος που θεωρεί ότι τον εγκατέλειψε.

Η ριζοσπαστική δεξιά απέχει ακόμη, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, από την απόλυτη κατάκτηση της εξουσίας. Η απόσταση, όμως, έχει μικρύνει. Τα εμπόδια παραμένουν πολλά, αλλά είναι λιγότερα από πριν. Η διάσπασή της είναι πραγματική, όμως η διεθνική συνεργασία και αλληλεπίδρασή της ενισχύονται. Η ιδεολογία της παραμένει συχνά αντιφατική, αλλά σταδιακά διαμορφώνεται ένας ελάχιστος κοινός παρονομαστής: δυσπιστία απέναντι στην  φιλελεύθερη δημοκρατία.

Αν η δημοκρατία θέλει να νικήσει τον αυταρχισμό, δεν αρκεί να αποδεικνύει ότι είναι ηθικά ανώτερη. Πρέπει να αποδείξει ξανά ότι λειτουργεί παράγοντας ασφάλεια χωρίς ανελευθερία, ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμό, κράτος χωρίς αυθαιρεσία και οικονομία χωρίς κοινωνική εγκατάλειψη.

Διαφορετικά, η ριζοσπαστική δεξιά δεν θα χρειαστεί να καταλύσει τη δημοκρατία. Θα της αρκεί να κληρονομήσει τα ερείπια που η ίδια η δημοκρατία θα αφήσει πίσω της.

Διαβάστε επίσης

Ο ρηχός κ. Ανδρουλάκης

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Οι γυναίκες εργαζόμενες γυρίζουν την πλάτη στα επαγγέλματα τέχνης – Οι αδικίες
Πιερρακάκης: Γιατί οι νέες ανισότητες απειλούν τη δημοκρατία και την ανάπτυξη
Σκοντάφτει η κυβέρνηση, βυθίζεται η αντιπολίτευση, ηττάται ο πολίτης

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ανεργία, επιδόματα, Βορίδης, Μαρινάκης
Ο Μαζωνάκης, ο Ρέμος και ο υποκριτικός «σουσουδισμός» της εποχής μας
Belharra, Bergamini και το νέο παιχνίδι ισχύος στο Αιγαίο
Ο ρηχός κ. Ανδρουλάκης
Μονή Σινά: Πρώτα η αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου Συμεών και μετά οι υπογραφές
Βία, απάτη, κυνισμός: η κανονικότητα της νέας παρακμής
Ο Κασιδιάρης δεν χρειάζεται ψηφοδέλτιο
Σαμάνοι, κβαντικές αλοιφές και Υπουργείο Υγείας
Μαζωνάκης: Γέννημα θρέμμα Δυτικής Αττικής
Ο καπιταλισμός συναντά την πολιτική οργή