Πολιτισμός

Πολλά χρόνια αργότερα, ο Δημήτρης Σοφιανόπουλος εξομολογείται


 Στο αυτοβιογραφικό Πολλά χρόνια αργότερα ο Δημήτρης Σοφιανόπουλος στήνει μία passerella di addio με την κάμερα ψηλά για το τελευταίο πλάνο της ζωής του.

O σκηνοθέτης και παραγωγός, πάλαι ποτέ αντιπρόεδρος του ΕΚΚ και προσφάτως γενικός διευθυντής της ΝΕΡΙΤ (2013 – 2015) «συνεχίζει βλακωδώς και επίμονα να αναρωτιέται, άραγε τι ακριβώς ήλθε να κάνει σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, αφού ούτε το χρήμα, ούτε την εξουσία, ούτε καν την τέχνη και τη δημιουργία, ίσως ούτε και τους έρωτες, πήρε ποτέ στα σοβαρά, αν και πέρασε ξυστά από όλα αυτά» όπως σημειώνει στο οπισθόφυλλο.

Ο Δημήτρης Σοφιανόπουλος γράφει με αμεσότητα, παρρησία και χωρίς συναισθηματικές υπερβολές για τα γεγονότα που τον σημάδεψαν αλλά και για τον σπαραγμό της Ελλάδας που βρίσκεται στο φόντο.

Μια εξομολόγηση που συγκινεί βαθύτατα. Με την κρυστάλλινη ειλικρίνεια και την άπλετη τρυφερότητα με την οποία αναπλάθει πρόσωπα (όλα γνωστά) και πράγματα που συνθέτουν τον καμβά της σύγχρονης ελληνικής «παράνοιας».

Με αυτόν τον χαρακτηριστικά μηδενιστικό, ιδιόμορφο αυτοσαρκασμό και το φλεγματικό χιούμορ (απόρροια ίσως της αγγλοσαξονικής του παιδείας).

Δεν γράφει ως λογοτέχνης αλλά με την πένα του εστέτ (στο γραπτό όπως άλλοτε στην εικόνα και στη ζωή) να προδίδει την αστική του ανατροφή.

Επιτρέποντάς του να κινείται με άνεση στην κόψη του ξυραφιού, ανάμεσα στην υπαρξιακή αγωνία και την ευθύβολη κριτική.

Κολλέγιο Αθηνών, ντυμένος αλήτης: «απέλπιδα προσπάθεια να αποδείξω ότι δεν ήμουν δα κάνα βουτυρόπαιδο»

Τοιχογραφία του ελληνικού θεάματος

«Να μην είμαστε αχάριστοι», σημειώνει παιγνιωδώς ο ίδιος. «Είχα την τύχη να πάω σε τρία από τα καλύτερα σχολεία του κόσμου. Το Κολλέγιο Αθηνών ήταν το πρώτο. Μπορεί να το κοροϊδεύουμε γιατί πάνε λεφτάδες και σνομπ (…) αλλά το 1959 που πήγα εγώ, μέσα στην άθλια και στενόμυαλη νεοελληνική εκπαίδευση, ήταν κάτι για το οποίο έπρεπε να πεις ευχαριστώ. Στον πατέρα μου που δεν του έτρεχαν απ’ τα μπατζάκια, τουλάχιστον (…) Κι εκεί έμαθα πολλά και σημαντικά πράγματα όπως, ας πούμε, ότι άμα λέμε πως το μάθημα αρχίζει στις εννέα παρά τέταρτο, αρχίζει στις εννέα παρά τέταρτο. Ακριβώς. (Αυτό μου ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο στο εξωτερικό, στην Ελλάδα όχι και τόσο)».

Και όμως πολλά χρόνια αργότερα ως διακεκριμένος σκηνοθέτης στην ελληνική τηλεόραση « μου περίσσευε η στοργή μόνο για τους ηθοποιούς που έρχονταν στην ώρα τους, που είχαν διαβάσει τα σενάριά τους και ήξεραν τα λόγια τους, που δεν ήταν συνεχώς ξενυχτισμένοι γιατί έγινα κόκκαλο χτες το βράδυ».

Όπως η Εβελίνα Παπούλια στο MEGA (δεν απουσίαζε ούτε άρρωστη με πυρετό) ή ο Νίκος Ξανθόπουλος (εν αντιθέσει με νέους που παρουσιάζονταν με το «εφιαλτικό,»τι λέω;»»).

Η Βάνα Μπάρμπα μια μέρα βιαζόταν αλλά υποσχέθηκε να γυρίσει τη σκηνή της με την προϋπόθεση ότι θα έβγαινε εύκολα. Αφού τη διάβασε στο σενάριο, αναφώνησε: «βρε Δημήτρη, πώς θα την κάνουμε, αυτή η σκηνή έχει πολύ ρεζουμέ». Εννοώντας ίσως «πολύ ζουμί, ρε».

Ύστερα έρχεται η διπλή θητεία (2002 – 2005 και 2006 – 2010) του αντιπροέδρου στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφουθύμα μιας κοινωνίας που δεν μπορεί ποτέ να βρει το σωστό μέτρο»), πρώτα υπό τον Διαγόρα Χρονόπουλο και κατόπιν τον Γιώργο Παπαλιό. Και λίγο αργότερα το πέρασμα στην τότε ΝΕΡΙΤ, ως γενικός διευθυντής τηλεόρασης και ραδιοφώνου της δημόσιας τηλεόρασης επί υπουργίας Παντελή Καψή. Γνωρίζονταν από τα φοιτητικά τους χρόνια στο Λονδίνο όπου σχεδίαζαν την Επανάσταση ως μέλη του Ρήγα Φεραίου.

Το μικρό στο μεγάλο

Το τεράστιο οικόπεδο του ραδιομεγάρου ανήκε σε πλούσιο συγγενή του χωρίς παιδιά ο οποίος το άφησε στον πατέρα και τον θείο του Σοφιανόπουλου. Εκείνοι το πούλησαν μπιτ παρά: «Έπιανα συχνά πυκνά τον εαυτό μου να αναφωνεί ένα οδυνηρό “ρε γαμώτο”».

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος επέμενε να αποχωρήσουν από τιμητική προβολή του Λιβαδιού (2004) στο Μόντρεαλ διότι «κλείνουν τα μάτια μου, δεν αντέχω άλλο». Όταν πάλι τράκαρε με συνοδηγό τον Δημήτρη Δανίκα (τότε στον Ριζοσπάστη), απέκτησε κηλίδα στο βιογραφικό του από τους κινηματογραφιστές επειδή δεν κατάφερε να τον «εξολοθρεύσει».

Οι αναμνήσεις του αποτελούν αποθησαύριση ανεκδοτολογικών καρέ της ελληνικής πραγματικότητας. Μέσα από τη δική του «μικρή» ιστορία, αναδύεται η μεγάλη εικόνα, το κλίμα μιας εποχής από καιρό χαμένης.

Τα χρόνια του χιπισμού στο Reed College της Αμερικής

Από το χρόνια του Κολλεγίου έως το πανεπιστήμιο Reed College στην Αμερική και το LSE στο Λονδίνο όπου σπούδασε οικονομικά και παράλληλα κινηματογράφο.

Τότε που οι συζητήσεις περιστρέφονταν γύρω από τον (μετέπειτα) νομπελίστα Αμάρτια Σεν τον οποίο είχε ερωτευτεί η φίλη του Ελένη, τότε εκλεκτό στέλεχος του ΚΚΕ («Κου-Κου-Εσ quelle finesse») και μετέπειτα ιδιοκτήτρια ναυτιλιακής εταιρείας. Ενώ ο Γιάννης Δραγασάκης παρουσιαζόταν τότε ως σοβαρό και μετριοπαθές στέλεχος της ΚΝΕ.

Τον Δημήτρη Σοφιανόπουλο στην πραγματικότητα «έκαιγαν» ερωτήματα του τύπου ποιος υπερτερούσε σκηνοθετικά -ο Αντονιόνι, ο Φελίνι, ο Μιζογκούτσι ή ο Κουροσάοουα;

Στο Κολλέγιο συναναστρεφόταν παιδιά με Λίκνολν και διάφορους γόνους όπως τον ανιψιό του εθνάρχη Μιχάλη Λιάπη και τον τότε «Αντωνάκη», πολύ αργότερα πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά αλλά το απόγευμα έπαιζε ποδόσφαιρο με τα παιδιά της γειτονιάς. Ο Κώστας όμως (ο πιο κολλητός του) έγινε ΕΣΑτζής και χαφιές του Αγγελή. Ενώ ο ίδιος έψαχνε τρόπους να γλιτώσει την Ελλάδα από τους συνταγματάρχες.

Με τη Λούκα Κατσέλη «από τα ωραία κορίτσια εκείνης της εποχής» με την οποία συναντήθηκε στην Κυρία Μαρία στο Χαλάνδρι μετά την κηδεία του Γέρου της Δημοκρατίας. «Ρε συντροφιά, καλός ο σοτσιαλισμός (sic) αλλά καλή και η μπουρζουαζία» είχε τότε αναφωνήσει η μελλοντική υπουργός.

Στο Reed θεραπεύτηκε η μανία του με την Όπερα. Αντικαταστάθηκε από τον χιπισμό και τις επιρροές της Μπαέζ και του Ντίλαν παρέα με τον Γιώργο Λάππα. Ο Στιβ Τζομπς δυσκολευόταν σε αυτό το τόσο φιλελεύθερο πλην όμως δύσκολο πανεπιστήμιο. Εκείνον τον ενδιέφερε κυρίως το μάθημα της Καλλιγραφίας…

Υπαρξιακό ταξίδι

Παρασύρεται κανείς με την προφορικότητα του κειμένου σαν να ακούει έναν διανοούμενο manqué να αφηγείται προσωπικές ιστορίες με καίριες ψυχαναλυτικές παρατηρήσεις. Στα άνετα σαλόνια παρόμοια με εκείνα που γαλούχησαν τον Δημήτρη Σοφιανόπουλο.

Ο πατέρας του νομικός σύμβουλος του κράτους, φίλος του κολοσσού Γιώργου Κατσίμπαλη και του Απόστολου Νικολαϊδη, μέλος του Δ.Σ. του Παναθηναϊκού.

«Παθηναϊκό» αποκαλούσε την ομάδα η μητέρα του (το αριστοκρατικό ιταλικό γένος Ντε Σιέννα), εκφράζοντας την αντιπάθειά της με μια αποστροφή που θα απαιτούσε τόμους από τον ίδιο τον Φρόιντ.

Εκείνη επέμενε σε αφηγήσεις γύρω από τα παιδικά της χρόνια στους κήπους του παλατιού όπου κατηφόριζε από το τριώροφο αρχοντικό της στην Ηροδότου.

Πολλά χρόνια αργότερα πληροφορήθηκε ότι η μητέρα του συμπλήρωνε δωδεκάωρα ορθοστασίας για να θρέφει τις καλομαθημένες αδελφές της ύστερα από την απόπειρα δολοφονίας του πατέρα της. Και «κατάλαβα πόσο ασφαλής φωλιά είναι το παρελθόν».

Από το Reed είχε επισκεφτεί τον πατέρα του στη Νέα Υόρκη, όπου είχε αποσπαστεί στον ΟΗΕ για να ξεφύγει από τη Χούντα. Διέμειναν στο ιστορικό Plaza με τα πρωινά να καταφτάνουν σε ασημένιους δίσκους. «Τη γκλαμουριά μου τη χάλασε η εικόνα ενός νεκρού με μια λίμνη αίματος γύρω από το κεφάλι στον υπόγειο σιδηρόδρομο».

Τότε απεβίωσε και ο πατέρας του αφήνοντας τον δεκαεννιάχρονο φοιτητή μόνο του στη Νέα Υόρκη να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Πώς να εξηγήσει σήμερα στην αδελφή του ότι «η πρώτη φορά που κλαίω για τον πατέρα μου και για όσα έγιναν εκείνο το βράδυ είναι τώρα, που γράφω για όλα αυτά, πολλά χρόνια αργότερα».

Ο Δημήτρης υπήρξε καταρχήν ένας ταξιδιώτης. Ανήσυχος, άπληστος, ακόρεστος και για αυτό αέναος ταξιδιώτης.

Και έτσι τα απομνημονεύματα αυτά, εξαίσια μέσα στην απλότητά τους, διαβάζονται και ως επιστολή συγνώμης. Με αναπάντεχα σπαράγματα ψυχής που ξεχωρίζουν ανάμεσα σε πάμπολλες πραγματολογικές αναφορές σε δημόσιες προσωπικότητες (με έναν από τους αγαπημένους του τον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Μπακογιαννόπουλο).

Λουίζα, Μανουέλα, οι δύο πρώτες από τις τρεις κόρες

Σταθερό σημείο αναφοράς δύο έρωτες που οδήγησαν σε δύο γάμους. Και κυρίως οι τρεις κόρες του Λουίζα, Μανουέλα και εσχάτως η Έλλη (με την ηθοποιό Ρεγγίνα Παντελίδη).

Με επαναλαμβανόμενο ρεφρέν «σ’ αγαπώ πολύ, μα πάρα πολύ, ξέρεις» από τον Caruso του Ντάλα.

Για να αντιληφθεί εν τέλει ότι «η ζωή μου ήταν γεμάτη φως από την αρχή».

Βέβαια παραμένει το πρόβλημα της μνήμης. Το βιβλίο έρχεται με τον υπότιτλο: Based on a true story? Πώς γίνονται δεκτές οι μαρτυρίες; Τι ποσοστά αλήθειας και ψέματος περιέχουν; Ποιες ανάγκες αυτοδικαίωσης τις οδηγούν;

 


ΣΧΟΛΙΑ