Η συζήτηση για το Ταμείο Ανάκαμψης στην Ελλάδα διεξάγεται εδώ και καιρό σε κυρίως τεχνικό επίπεδο, σχεδόν αποστειρωμένο από πολιτικό περιεχόμενο. Απορρόφηση, ορόσημα, μεταρρυθμίσεις, dashboards.
Αυτό που δεν συζητήθηκε όσο θα έπρεπε είναι αν η κατανομή των πόρων ήταν ορθολογική εξ αρχής με βάση την καθημερινότητα του πολίτη.
Τα στοιχεία δείχνουν πως μάλλον δεν ήταν – και μάλιστα ενώ το επιτελικό κράτος όφειλε να έχει ιεραρχήσει χωρίς προσφυγή σε καμία ιδιαίτερη αναλυτική πολυτέλεια.
Αν περιοριστούμε στα grants του Ταμείου – 18,22 δισ. ευρώ, δηλαδή στους πραγματικούς δημόσιους πόρους— η εικόνα είναι αποκαλυπτική—τουλάχιστον με βάση έρευνα που έγινε με την βοήθεια εργαλείων Τ.Ν.
Συνοπτικά, η Υγεία έλαβε περίπου 1,49 δισ. ευρώ (8,2%). Η Γεωργία και Κτηνοτροφία, ακόμη και με ευρύ ορισμό (αγροτικά/αγροτροφικά/υδάτινοι πόροι), 2,55 δισ. ευρώ (14%).
Οι Μεταφορές —αστικές συγκοινωνίες, ακτοπλοΐα, αεροπορία – 3,9 δισ. ευρώ (21,4%). Όλα τα υπόλοιπα —πράσινη ενέργεια, ψηφιακό κράτος, εκπαίδευση, ιδιωτικές επενδύσεις και θεσμοί – απορρόφησαν πάνω από το 56% των επιχορηγήσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι τομείς αυτοί είναι αδιάφοροι. Το πρόβλημα είναι ότι το επιτελικό κράτος, όπως συγκροτήθηκε μετά το 2019 με κεντρικό σχεδιασμό που του έδινε την ευθύνη της επιλογής των προτεραιοτήτων και της επιβολής τους, όφειλε να γνωρίζει το στοιχειώδες ότι
(α) η καθημερινότητα του πολίτη συμπυκνώνεται πρωτίστως στην υγεία και στις μεταφορές, και,
(β) ότι η αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου μιας χώρας όπως η Ελλάδα δεν μπορεί να παρακάμπτει τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα για το μοντέλο ανάπτυξης θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε αν το συγκεκριμένο θέμα συζητήθηκε καν.
Δεν απαιτούνταν περίπλοκες μελέτες συμβούλων, όπως η αμφιλεγόμενη της EY για να τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, για να το αντιληφθεί κανείς.
Δεν χρειαζόταν ούτε σύνθετες ασκήσεις benchmarking με άλλα κράτη-μέλη. Αρκούσε μια στοιχειώδης ανάγνωση της πραγματικότητας – λίστες αναμονής στο ΕΣΥ, περιφερειακά νοσοκομεία χωρίς βασικές ειδικότητες, αστικές συγκοινωνίες που λειτουργούν οριακά, νησιωτικές μεταφορές με υψηλό κόστος και χαμηλή αξιοπιστία, αγροτικές περιοχές αντιμέτωπες με το κόστος ενέργειας και – κυρίως – με τη λειψυδρία.
Κι όμως, η Υγεία περιορίστηκε σε λιγότερο από το ένα δέκατο των grants. Η Γεωργία, παρά τη διακηρυγμένη στόχευση για «παραγωγικό μετασχηματισμό», παρέμεινε δευτερεύουσα προτεραιότητα.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι η πράσινη μετάβαση, αν και απορρόφησε τεράστιους πόρους, δεν έδωσε συστηματική έμφαση στη διαχείριση των υδάτινων πόρων – τον κατεξοχήν στρατηγικό συντελεστή για την αγροτική οικονομία και την κλιματική ανθεκτικότητα της χώρας.
Επενδύσαμε στην ενέργεια, αλλά όχι στο νερό. Κι αυτό δεν είναι απλώς παράλειψη· είναι δομικό σφάλμα σχεδιασμού.
Για να μην αναφερθούμε στο ενεργειακό μοντέλο που επιτρέπει την φτηνή εξαγωγή της ενέργειας των ΑΠΕ με τον Έλληνα πολίτη να χρεώνεται την ακριβή του αερίου, ούτε στην αδυναμία του συστήματος να απορροφήσει την παραγωγή των ΑΠΕ λόγω κακού αρχικού σχεδιασμού που απέτυχε να προβλέψει την έκρηξη παραγωγής των ΑΠΕ.
Η στρέβλωση γίνεται ακόμη πιο καθαρή στον τομέα που βαφτίστηκε «Ιδιωτικές επενδύσεις, ΜμΕ (μικρομεσαίες επιχειρήσεις), καινοτομία και θεσμοί».
Από τα 2,43 δισ. ευρώ των επιδοτήσεων, η πραγματική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αντιστοιχεί σε μόλις 1–1,5% του συνόλου.
Το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνθηκε σε οριζόντιες παρεμβάσεις και στην «ανθεκτικότητα βασικών κλάδων», χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά η παραγωγική δομή της οικονομίας. Αυτό δεν είναι αναπτυξιακή στροφή – είναι διαχειριστική προσαρμογή.
Σε αυτό το σημείο επιστρατεύεται συχνά το επιχείρημα των δανείων του Ταμείου. Η παρούσα ανάλυση σκόπιμα δεν τα περιλαμβάνει. Και αυτό είναι επιλογή ουσίας.
Τα δάνεια ουσιαστικά σχεδιάστηκαν εξαρχής για μεγάλες επιχειρήσεις που, στην πλειονότητά τους, δεν τα είχαν ανάγκη, και στα οποία οι μικρομεσαίες δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση, λόγω έλλειψης εξασφαλίσεων και ενός βαθιά risk-averse ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο ως προς την συγκέντρωση πόρων στους ήδη ισχυρούς και τον αποκλεισμό όσων δυνητικά θα μπορούσαν να αλλάξουν το παραγωγικό μοντέλο.
Η στρέβλωση, λοιπόν, δεν είναι τεχνική. Είναι πολιτική – εκ των προτέρων. Δεν προέκυψε από άγνοια, αλλά από μια στρεβλή ιεράρχηση προτεραιοτήτων – πρώτα στο αφήγημα του εκσυγχρονισμού και της ταχείας απορρόφησης και μετά στην κοινωνική και παραγωγική πραγματικότητα της καθημερινότητας.
Το επιτελικό κράτος λειτούργησε ως μηχανισμός συγκέντρωσης αποφάσεων, όχι ως φίλτρο κοινής λογικής. Και αυτό, τελικά, είναι το μεγαλύτερο έλλειμμα του σχεδίου.
Πολύ απλά, για παράδειγμα, το πρόβλημα συμπυκνώνεται σε δύο ρητορικές εν μέρει ερωτήσεις: γιατί χρειάστηκαν πάνω από πέντε χρόνια για να υλοποιηθεί η μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης όταν το διαρθρωτικό πρόβλημα ήταν γνωστό στους πάντες;
Και γιατί χρειάστηκε να συμβεί το ατύχημα με το FIR όταν ήταν επίσης γνωστό στους πάντες ότι τα μηχανήματα ήταν τεχνολογικά ξεπερασμένα και η ΥΠΑ τραγικά υποστελεχωμένη;
Ποιος επιτέλους καθορίζει τις προτεραιότητες σ’ αυτόν τον τόπο;
Διαβάστε επίσης:
Η δήλωση Μητσοτάκη που άνοιξε τη λάθος συζήτηση
Τραμπ κατά Μαδούρο: Το αποκορύφωμα του καπιταλισμού και ταυτόχρονα η αρχή του τέλους του;
Μητσοτάκης: Η Ελλάδα υποστηρίζει πλήρως την Κοινή Δήλωση για τη Γροιλανδία
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Η μάχη Μεγάλου – Ψάλτη, ποιο αμερικανικό fund μπαίνει στην Aktor, η δικογραφία–φάντασμα των Μαρμάρων Παυλίδης, η τριπλή χαρά του Στουρνάρα, γιατί ο Τσίπρας το ξανασκέφτεται, o θυμός της Κίμπερλι και τα ιπτάμενα πιάτα στο Gstaad no 2
- Γ. Βαρουφάκης: Επιστήμονες και φορείς απαντούν στα όσα είπε για τα ναρκωτικά
- Εκατομμύρια και από τη Ρίο Άβε για τον Βαγγέλη Μαρινάκη!
- ALERT: Ελληνικές τράπεζες, θα γίνει μακελειό – Ποιο είναι όμως τώρα το απόλυτο τραπεζικό play