Άρθρα

Βάλτε αλγόριθμους στα δάνεια

Στην κρίση, ηγεσία σημαίνει φυγή προς τα εμπρόςσύγκρουση ΕΚΤ- Επιτροπής και ΕΜΣ;

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Με ένα σημαντικό, διεισδυτικό άρθρο του στην Καθημερινή (9/1/2021) ο Πάνος Μιχαλόπουλος θίγει άμεσα ένα τεράστιο θέμα και έμμεσα—κατά την γνώμη μου—ένα δεύτερο επίσης κρίσιμο θέμα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο συγγραφέας έχει την τόλμη να περάσει από την διαπίστωση στην λύση και να προτείνει σύγχρονα, βατά μονοπάτια σε ένα σπάνιο συνδυασμό της απρόσωπης «σκληρής» τεχνολογίας και της ανθρώπινης ενσυναίσθησης.

Ο Μιχαλόπουλος με ρεαλισμό επισημαίνει ότι η κρίση είναι βαθιά, επηρεάζει όλους τους τομείς και όλα τα άτομα και, πάντως, ότι 100% επιστροφή στην κανονικότητα δεν είναι εφικτή.

Εύλογα, λοιπόν, αναρωτιέται πως θα μπορέσουν, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις που έχουν υποστεί σημαντικό πλήγμα στο εισόδημά τους, να καλύψουν τις παλιές και νέες υποχρεώσεις που τώρα συσσωρεύονται– ιδιαίτερα σε περιβάλλον που δεν θα χαρακτηρίζεται από σημαντική ανάπτυξη.

Εξάλλου, δυσκολίες πληρωμής υπήρχαν και πριν την πανδημία – γι’ αυτό και η προσφυγή σε ειδικές ρυθμίσεις όπως, π.χ. αυτή των 120 δόσεων για την  εφορία.

Μέχρι εδώ, ο Μιχαλόπουλος καταθέτει έναν προβληματισμό που τον μοιράζονται εδώ και μήνες πολλοί οικονομολόγοι και δημοσιογράφοι –μεταξύ των οποίων και ο γράφων τούτη την στήλη.

Από κυβερνητικής πλευράς δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτός ο προβληματισμός τους απασχολεί – τουλάχιστον όχι δημόσια. Αλλά, επειδή η δημόσια και όχι η ιδιωτική θέση είναι αυτή που μετράει για τον κόσμο, η κυβερνητική σιωπή δίνει το δικαίωμα σε κακόπιστους να την ερμηνεύσουν ως κοινωνική αναλγησία και έλλειψη προετοιμασίας.

Ο Μιχαλόπουλος δεν διστάζει να προτείνει την εξατομικευμένη λύση, επισημαίνοντας ότι οι καθολικές ρυθμίσεις του τύπου των 120 δόσεων ή άλλων παρόμοιων γενικών διευθετήσεων που δίνουν οι τράπεζες δεν λύνει – και δεν θα λύσει το πρόβλημα. Κι αυτό διότι, όπως θα το έθετα προσωπικά, ένα μέγεθος δεν κάνει για όλα τα κουστούμια και ένα κουστούμι δεν κάνει για όλες τις περιστάσεις.

Πάρτε, για παράδειγμα, άτομο που χρωστά 10.000 ευρώ σε πιστωτική κάρτα.

Αυτό, μετά από κάποια χρόνια έχει φτάσει τα 25.000. Έρχεται η τράπεζα ή το fund που έχει αγοράσει το κόκκινο  δάνειο και προτείνει λύση μειώνοντας την οφειλή π.χ. στις 3.000. Η λογική είναι ότι το αγόρασε στα 500 ευρώ και πάει τώρα να βγάλει κέρδος.

Αυτή είναι η οριζόντια διευθέτηση—για όλους. Δεν υπάρχει πρόβλεψη αν ο οφειλέτης είναι σήμερα άνεργος, άρρωστος, γέρος.

Ή, αν έχει ξαναφτιάξει την περιουσία του και μπορεί να αποπληρώσει το 100%.

Στην επιχειρηματολογία του ο Μιχαλόπουλος αποδομεί  την  έννοια του «δεν πληρώνω», όχι πως δεν υπάρχουν σκόπιμοι κακοπληρωτές (πάντα υπήρχαν θα συμπλήρωνα) αλλά ότι πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις απλά δεν μπορούν.

Και δεν μπορούν διότι οι γενικές λύσεις αντικειμενικά δεν τους καλύπτουν – δεν τους οδηγούν σε μία θέση που να τους επιτρέπει να είναι συνεπείς.

Η πρόταση του είναι σύγχρονη και καινοτόμος.

Ορθά υπογραμμίζει ότι οι αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης και μηχανικής μάθησης «μπορούν να επεξεργαστούν δομημένα και αδόμητα δεδομένα» και να καταλήγουν σε προτάσεις εξατομικευμένων εφικτών διευθετήσεων.

Τα πλεονεκτήματα είναι σαφή: φορολογική και τραπεζική συνέπεια, αύξηση εσόδων, βελτίωση του ορίζοντα βεβαιότητας, μείωση του προσωπικού άγχους.

Είναι απόλυτα σίγουρο πως αν υπάρξει πολιτική βούληση και νομοθετική πρωτοβουλία, υποδομές όπως του υπουργείου ψηφιακής διακυβέρνησης και τουλάχιστον των 3 από τις 4 μεγάλες τράπεζες, μπορούν να ανταποκριθούν.

Για την κυβέρνηση, ειδικά, είναι μία κατάσταση «win-win».

Για την κοινωνία επίσης. Μόνο στην αντιπολίτευση και σε ορισμένους κύκλους της γραφειοκρατίας θα τα… βάψουν μαύρα.

Έμμεσα, όπως ανέφερα, το άρθρο θέτει ένα ακόμη θέμα, με δύο παρακλάδια.

Το ένα παρακλάδι είναι ότι, ουσιαστικά, όταν θα αρχίσει η απόσυρση των μέτρων τότε θα «ανακαλυφθεί» ότι ένα σημαντικό ποσοστό των επιχειρήσεων θα έχει χαθεί, όπως και ότι ένα μικρότερο αλλά σημαντικό ποσοστό των νοικοκυριών θα έχει φτωχύνει δραματικά.

Η πολιτεία θα έχει τότε στην διάθεση της δύο εναλλακτικές λύσεις: η μία να αγνοήσει το πρόβλημα και –κατά μία έννοια—«οποίον πάρει ο χάρος». Η δεύτερη, να συνεχίσει τις ενέσεις στήριξης μέχρι να γίνουν εκλογές.

Καμία από τις δύο δεν εξυπηρετεί πολιτικά και κοινωνικά κανέναν: τα κόμματα, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η εξατομικευμένη προσέγγιση έχει τρία πλεονέκτημα, ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με την επιτακτική πλέον ανάγκη να αναληφθούν άμεσα δύο κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Συγκεκριμένα:

-Καθορίζει με αντικειμενικά κριτήρια την επιβίωση ή όχι επιχειρήσεων

-Επιτρέπει την σταδιακή προσαρμογή στα νέα δεδομένα της μετά-πανδημίας εποχής

-Ανοίγει τον δρόμο για την απαραίτητη αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό του παραγωγικού ιστού—κι αυτό είναι το δεύτερο παρακλάδι. Διότι, με την σημερινή δομή η χώρα δεν μπορεί να προσβλέπει σε δυναμική ανάπτυξη.

Και ο μεγάλος κίνδυνος είναι ότι θα εγκλωβιστεί στην λεγόμενη Κ ανάκαμψη – με όλους τους πολιτικούς και κοινωνικούς κινδύνους που αυτή ενέχει.

Αυτή η εξατομικευμένη προσέγγιση οφείλει να συνδυαστεί με δύο μέτρα: Πρώτον, την καθιέρωση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για όλους και, δεύτερον, την εντατική προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης.

Θα ήταν ονειρικό να πιστεύαμε ότι δεν θα υπάρξουν κλυδωνισμοί, αναταράξεις, πόνος και λύπη στα χρόνια μετά την πανδημία.

Θα ήταν έπαρση να πιστεύαμε ότι αυτά που προτείνονται θα λύσουν όλα τα προβλήματα.

Βάσιμα, όμως, εκτιμάται ότι μπορούν να προσφέρουν σημαντική ανακούφιση στα πολύ δυσάρεστα που νομοτελειακά έρχονται.



ΣΧΟΛΙΑ