Οι σύγχρονες αστικές δημοκρατίες διαμορφώθηκαν σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την ίδρυση δύο βασικών πολιτικών ιδεολογιών που εκφράζονται με τη δημιουργία αντίστοιχων κομματικών σχηματισμών. Αυτό της Κεντροδεξιάς και αυτό της Κεντροαριστεράς. Τα άλλα κόμματα σχηματίστηκαν κατά βάση ως πολιτικοί δορυφόροι αυτών των δύο μεγάλων κομμάτων, αναπτύσσοντας αυτό που ονομάστηκε «πολιτική συγγένεια».
Στη χώρα μας μετά τη μεταπολίτευση του 1974 , αυτοί οι δύο κομματικοί σχηματισμοί ήταν η Νέα Δημοκρατία που ίδρυσε ο Κων/νος Καραμανλής και το ΠΑΣΟΚ που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Δυστυχώς και το εννοώ αυτό, στις εκλογές του Μαρτίου του 2015 το ΠΑΣΟΚ καταποντίστηκε υπό το βάρος των σκανδάλων που έσκασαν μέσα στον πυρήνα του, αφού ενεπλάκησαν κεντρικά του στελέχη, λαμβάνοντας ποσοστό 4,68%. Αυτό διορθώθηκε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 στο 6,28%.
Η συμπωματική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ που έλαβε την ίδια περίοδο 36,34% δεν προμήνυε την ίδρυση νέου πόλου στο χώρο της κεντροαριστεράς αφού όλοι εξ αρχής κατάλαβαν ότι επρόκειτο για ένα περιστασιακό συνονθύλευμα χωρίς μέλλον.
Με την τελική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουνίου 2023 όπου έλαβε ποσοστό 17,83%, το ΠΑΣΟΚ την ίδια στιγμή δεν κατόρθωσε να εισπράξει το διαφυγόν ποσοστό, λαμβάνοντας μόνο 11,84%. Ήταν πια οφθαλμοφανές: Ο πόλος της Κεντροαριστεράς δεν υπήρχε πια. Διαλύθηκε σε πολλά μικρά κόμματα αρχηγικού κυρίως χαρακτήρα τα οποία για το λόγο αυτό δεν μπορούν να συνεννοηθούν και δεν πρόκειται ποτέ να συνεννοηθούν αφού ιδιόρρυθμες, κατ’ επιεική χαρακτηρισμό, προσωπικότητες, ηγούνται αυτών.
Έτσι το μέλλον της Κεντροαριστεράς παραμένει ακόμη αβέβαιο, καθώς το κεντρικό κόμμα της που είναι το μόνο που έχει δομή αστικού κόμματος, δηλ. το ΠΑΣΟΚ, αρνείται να δει το πραγματικό του πρόβλημα και πελαγοδρομεί σε ανούσια συνέδρια.
Αυτή η εξέλιξη όμως ήταν συνάμα καταστροφική για την ίδια τη δημοκρατία μας. Είναι σαν να έμεινε χωλή από το ένα πόδι της και κουτσαίνει. Αυτό έχει διπλή επίπτωση στο πολιτικό μας σύστημα. Από τη μια δεν υπάρχει ενιαίος και συντεταγμένος πολιτικός λόγος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας, αφού μεταβλήθηκε κατά κυριολεξία σε ένα πολιτικό τσίρκο με κλόουν.
Από την άλλη όμως μεταδόθηκε η πολιτική αυτή δυσπραγία και στον Κεντροδεξιό πόλο που τώρα κυβερνάει και εκεί πια πήρε τη μορφή της σοβαρής έλλειψης κυβερνησιμότητας. Αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, οι δημοσκοπικές επιδόσεις της σημερινής κυβέρνησης είναι αναντίστοιχες, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι «παίζει μόνη της μπάλα». Κι αυτό κυρίως οφείλεται στη σιγουριά της μοναδικότητας. Το έργο της σημερινής κυβέρνησης στους περισσότερους τομείς είναι σχεδόν υποτυπώδες. Η σύνθεσή της εξαιρετικά χαμηλών προσδοκιών.
Η προσάρτηση δήθεν παλαιών στελεχών του πάλαι ποτέ κεντρώου χώρου μόνο ένα πράγμα απέδειξε: Ότι ήταν μόνο του πάλαι ποτέ. Αντί να στελεχωθεί η κυβέρνηση από στελέχη της αγοράς με γνώσεις στα σύγχρονα γνωστικά αντικείμενα και πλούσια εργασιακή εμπειρία, κατακλύζεται από κομματικά στελέχη, κολλητούς και φίλους μικρής εμβέλειας. Βασικά προβλήματα της χώρας παραμένουν άλυτα ενώ η διαφθορά σταθερά επιμένει.
Η επιφαινόμενη σιγουριά της επικείμενης νίκης ελλείψει σοβαρού αντιπάλου, δημιουργεί μία ψεύτικη προσδοκία για την επικείμενη νίκη στις επόμενες εκλογές. Το σοβαροφανές επιχείρημα «που θα πάνε στο τέλος, σ εμάς θά’ ρθουν» λειτουργεί ως σκόνη στα μάτια. Δεν βλέπουν αυτό που έρχεται. Και αυτό είναι η καθίζηση και του Κεντροδεξιού Πόλου. Κάτι που θα οδηγήσει στην πλήρη καταστροφή της χώρας. Η Ελλάδα δεν θα κουτσαίνει μόνο από το ένα πόδι. Θα πάσχει πλέον από σοβαρή αναπηρία.
Γι’ αυτό και η συμβουλή μου μετά από μισό και πλέον αιώνα στη δημοσιογραφία είναι η εξής: Προστατεύστε τον ένα κεντρικό πόλο της δημοκρατίας που μας έμεινε. Προβείτε άμεσα σε δομικές κυβερνητικές αλλαγές που θα παράξουν γρήγορα ορατό στους πολίτες αποτέλεσμα. Εάν δεν μπορείτε να πράξετε αυτό τότε ας ληφθούν γενναίες αποφάσεις.