Με τον χώρο της αντιπολίτευσης σε κατάσταση κινούμενης άμμου και τον παράγοντα της αβεβαιότητας να πλανάται πάνω από το εθνικό και το διεθνές περιβάλλον, η πίεση σημαντικού μέρους του ΠΑΣΟΚ να προχωρήσει σε επίσημη δέσμευση ότι δεν θα συγκυβερνήσει με τη Ν.Δ. ισοδυναμεί με πολιτικό άλμα στο κενό και αντανακλά μια ιδεολογική στρέβλωση που τυφλώνει απέναντι στην πραγματικότητα.
Σε μια ακόμη χειρότερη εκδοχή για τη συγκεκριμένη ομάδα, η εμμονή στην πεποίθηση ότι το τρίπτυχο ΟΠΕΚΕΠΕ – Τέμπη – Υποκλοπές έχει τη δυναμική να υποβαθμίσει το κυβερνών κόμμα στη δεύτερη θέση, αντικατοπτρίζει απόδραση από τον ρεαλισμό της διαχρονικής πρωτοκαθεδρίας της Ν.Δ. και, ταυτόχρονα, υποδηλώνει μια βαθύτερη πεποίθηση ότι η εκλογική ήττα είναι αναπόφευκτη.
Ουσιαστικά, το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν αφορά τις επόμενες εκλογές, αλλά τις εξελίξεις μετά από αυτές — εξελίξεις που ενδέχεται να είναι συνταρακτικές. Γι’ αυτό ο Νίκος Ανδρουλάκης επιδιώκει να θωρακίσει τη θέση του ως ηγέτης με κάθε μέσο και τρόπο. Οι μέχρι πρότινος διαδικασίες εκλογής των συνέδρων καθώς και τα νέα μέτρα που εισήγαγε αιφνιδιαστικά, χωρίς να έχει προηγηθεί εσωκομματικός διάλογος, σαφώς δεν αποβλέπουν στη διασφάλιση της ηγεσίας του σήμερα. Το ζήτημα αυτό, άλλωστε, έχει προς το παρόν κλείσει και ουδείς, είτε ο Γερουλάνος είτε ο Δούκας, το θέτει εκ νέου σε αυτό το στάδιο. Ο φόβος που κυριαρχεί, όμως, στο στρατόπεδο Ανδρουλάκη είναι η ήττα του 2027. Διαφορετικά, γιατί να σπεύδει από τώρα να επιβάλει ότι πρέπει να προηγηθεί συνέδριο πριν από την εκλογή προέδρου; Γιατί να προκαλεί αναταράξεις ακριβώς πριν από ένα συνέδριο που υποτίθεται ότι αποτελεί πράξη δημιουργικότητας και ενότητας;
Από την πλευρά του, ο φερόμενος ως νέος συνασπισμός Δούκα–Γερουλάνου θέλει να αποκλείσει το ενδεχόμενο συνεργασίας με τη Ν.Δ., διότι γνωρίζει πολύ καλά πως μόνο αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει σανίδα σωτηρίας για τον Ανδρουλάκη. Ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί σχεδόν νομοτελειακά σε δεύτερη ή και τρίτη εκλογική διαδικασία, με τη Ν.Δ. να παραμένει κυβερνώσα παράταξη και με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να διατηρεί, πολύ δύσκολα ανατρέψιμα, την πρωθυπουργία. Από αυτή την άποψη, οι προσωπικές επιθέσεις του Αντώνη Σαμαρά, που διακρίνονται τόσο για τη βιασύνη όσο και για την εμπάθειά τους, μάλλον ωφελούν παρά βλάπτουν τον Μητσοτάκη. Αντιθέτως, η στάση του Κώστα Καραμανλή μπορεί μεν να εκληφθεί ως προειδοποίηση προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη να μην αλλοιώσει τη φυσιογνωμία του κόμματος, θέτει όμως ταυτόχρονα ως προτεραιότητα την ενότητα της παράταξης. Ο διάδοχος του Κυριάκου, εξάλλου, δεν είναι τόσο δεδομένος όσο πολλοί εκτιμούν.
Δεδομένο είναι, αντίθετα, ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να συμφωνήσουν μεταξύ τους και να έρθουν στην εξουσία οι διάφορες συνιστώσες της Αριστεράς. Εδώ καλά-καλά δεν ξεχωρίζουν μεταξύ τους και κανείς δεν μπορεί να τις ταξινομήσει με σαφήνεια ως προς τις διαφορές τους. Ότι διαφωνούν ριζικά είναι βέβαιο. Ότι δεν μπορούν — και δεν πρόκειται — να συνεννοηθούν ούτε καν για να κερδίσουν το τρόπαιο της εξουσίας, επίσης.
Ελπίδα στο βάθος του χρόνου προβάλλει το «κόμμα» του Αλέξη Τσίπρα, αλλά ουδείς γνωρίζει αν και πότε θα ιδρυθεί τελικά, ποιοι και με ποια κριτήρια θα γίνουν δεκτοί και, τελικά, ποια θα είναι η απήχησή του. Αν οι εκτιμήσεις για τις πολιτικές εξελίξεις γίνουν με βάση τα δημοσκοπικά ευρήματα, τότε, στην ευνοϊκότερη εκδοχή, θα βρεθεί στη δεύτερη θέση, οπότε, παρόντος του Αλέξη… πάσα αρχή παυσάτω. Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, η ιστορία είναι μπρος γκρεμός και πίσω…Τσίπρας.
Η αλήθεια είναι σκληρή: το ΠΑΣΟΚ δεν συγκρούεται σήμερα με τη Ν.Δ., αλλά με τον ίδιο του τον φόβο. Φόβο απέναντι στην πραγματικότητα των συσχετισμών, φόβο απέναντι στην προοπτική της ήττας, φόβο απέναντι στην πιθανότητα να επιστρέψει ο Τσίπρας και να σαρώσει ό,τι φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει ο Ανδρουλάκης. Γι’ αυτό και η εσωκομματική μάχη δεν αφορά αρχές, ούτε στρατηγικά οράματα, αλλά τη διαχείριση μιας επερχόμενης πολιτικής αποτυχίας. Αν το συνέδριο καταγραφεί όχι ως αφετηρία ανασύνταξης αλλά ως ένα ακόμα προανάκρουσμα εσωτερικής φθοράς, τότε το ΠΑΣΟΚ δεν θα χάσει απλώς τις εκλογές αλλά θα κινδυνεύσει να αποδείξει ότι έχει ήδη χάσει τον ιστορικό του λόγο ύπαρξης.
Διαβάστε επίσης
Η κυβέρνηση διαλέγει οικονομική άμυνα με πολιτικό κόστος