Δύο είναι τα κύρια ζητήματα που προκύπτουν από τη θέση που υιοθέτησε ο Αλέξης Τσίπρας για την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ και τη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου σ’ αυτήν.
Το πρώτο αφορά την ακρίβεια των όσων δήλωσε, ιδίως σε συνδυασμό με παλαιότερες τοποθετήσεις του για τη ΔΕΗ. Το δεύτερο είναι καθαρά πολιτικό: αφορά την ιδεολογική κατεύθυνση που αναδεικνύει η δήλωσή του.
Καταρχάς, να θυμηθούμε ότι το 2019, σύμφωνα με τους ορκωτούς λογιστές της Ernst & Young, η ΔΕΗ βρισκόταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Βασική αιτία ήταν, μεταξύ άλλων, οι δημοπρασίες ΝΟΜΕ, μέσω των οποίων η ΔΕΗ ήταν υποχρεωμένη να πουλά ρεύμα κάτω του κόστους στους ανταγωνιστές της. Με μηδενικές επενδύσεις, ληξιπρόθεσμες οφειλές πελατών ύψους 3 δισ. ευρώ, οφειλές προς τράπεζες και προμηθευτές ύψους 6,5 δισ. ευρώ και λιγνιτικούς σταθμούς που προσέθεταν περίπου 300 εκατ. ευρώ ζημιές ετησίως, η εταιρεία —σύμφωνα με την Ε&Υ— δεν είχε οικονομικό περιθώριο ζωής πέραν του Σεπτεμβρίου του 2019. Οι επιπτώσεις μιας κατάρρευσης στο τραπεζικό και επιχειρηματικό οικοσύστημα θα ήταν δραματικές για την εθνική οικονομία.
Με ριζικές αλλαγές στη διοίκηση, στη δομή παραγωγής και στη λειτουργία της, καθώς και με τη διάθεση στο κοινό μέρους των μετοχών που κατείχε το Δημόσιο (περίπου 17%), η ΔΕΗ είναι σήμερα μια οικονομικά ισχυρή και επιχειρηματικά δυναμική εταιρεία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Έχει κάνει μεγάλα βήματα στην απολιγνιτοποίηση και έχει αποκτήσει αξία γύρω στα 7,5 δισ. ευρώ. Το 2019 η συνολική χρηματιστηριακή της αξία ήταν περίπου όση και η ετήσια ζημιά από τον λιγνίτη, δηλαδή 300 εκατ. ευρώ. Τότε, το 51% του Δημοσίου άξιζε περίπου 150 εκατ. ευρώ. Σήμερα, το 33,4% του Δημοσίου αξίζει περίπου 2,5 δισ. ευρώ. Στο ίδιο διάστημα, το κράτος έχει εισπράξει σε μερίσματα ποσό αντίστοιχο με την αξία των μετοχών του το 2019.
Η βασική ανακρίβεια των δηλώσεων Τσίπρα αφορά τον ισχυρισμό ότι η συμμετοχή του Δημοσίου θα μειωθεί κάτω από το 33,4%, με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει να χαθεί η καταστατική μειοψηφία. Με επίσημη ανακοίνωσή του, όμως, το ΥΠΟΙΚ αναφέρει ρητά ότι «η κυβέρνηση προτίθεται να συμμετάσχει στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ώστε να διατηρήσει, άμεσα ή έμμεσα, ποσοστό 33,4% στη ΔΕΗ». Ας σημειωθεί ότι η σημερινή μετοχική σύνθεση της ΔΕΗ δείχνει 35,3% του Δημοσίου μέσω του Υπερταμείου —του οποίου μοναδικός μέτοχος είναι το ΥΠΟΙΚ/ΥΠΕΘΟ—, 10,34% της Selath/CVC, 6,08% ίδιες μετοχές, και οι θεσμικοί επενδυτές με το ευρύ κοινό να κατέχουν το υπόλοιπο 48,28%.
Πριν από τις εκλογές του 2023, και αφού η πρώτη κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε ήδη εκσυγχρονίσει λειτουργικά και οικονομικά την εταιρεία, ο Αλέξης Τσίπρας διεκδικούσε την επανακρατικοποίηση της ΔΕΗ, με το επιχείρημα ότι παράγει δημόσιο αγαθό και οφείλει, επομένως, να ακολουθεί κοινωνικά ωφέλιμη τιμολογιακή πολιτική. Αυτή ήταν, εικάζεται, και η λογική των δημοπρασιών ΝΟΜΕ και της οικονομικής κατάρρευσης της εταιρείας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κράτος οφείλει να διασφαλίζει την ποιοτική και ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε ένα δημόσιο αγαθό. Σημασία, όμως, έχει η μέθοδος. Το «πως». Στην Ελλάδα, ειδικά, οι κρατικοποιήσεις σπανίως απέδωσαν — κυρίως λόγω πελατειακών σχέσεων και συχνά ανεπαρκών κομματικά διορισμένων διοικήσεων. Αν ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να ασκήσει κοινωνική πολιτική μέσω μιας μη χρεοκοπημένης ΔΕΗ, τότε η θεσμικά ορθή λύση είναι να εγγράφεται στον κρατικό προϋπολογισμό το ποσό που απαιτείται ώστε η επιχείρηση να αποζημιώνεται για την κοινωνική πολιτική που της ζητείται να ασκήσει. Διαφορετικά, η κοινωνική πολιτική μετατρέπεται σε λογιστική απόκρυψη ζημιών (που τελικά πληρώνουν οι πολίτες μέσω της αναγκαίας φορολογίας) και, στην συνέχεια, σε νέα απειλή χρεοκοπίας.
Η δεύτερη ανακρίβεια αφορά τις τιμές. Η αναφορά της ΔΕΗ στην υψηλή τιμή χονδρικής, η οποία δημιουργεί ευκαιρίες κερδοφορίας, αφορά το ευρωπαϊκό ενεργειακό μοντέλο που και ο Αλέξης Τσίπρας θα ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει σήμερα, αν ήταν κυβέρνηση. Συνδέεται επίσης με την έλλειψη επαρκών διασυνδέσεων στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, η οποία διατηρεί τις τιμές χονδρικής υψηλές. Άλλο, όμως, η ευκαιρία κερδοφορίας και άλλο οι τιμές της ΔΕΗ. Εκεί, συγκριτικά, η ΔΕΗ διατηρεί χαμηλότερες τιμές από τους περισσότερους πάροχους. Το 2025 οι χονδρικές τιμές ενέργειας στην Ελλάδα ήταν κατά 6,5% χαμηλότερες από τις τιμές στην Ε.Ε., αντίθετα το 2019 ήταν 20% ακριβότερες. Στη λιανική, η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά τα τελευταία χρόνια κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το 2025 ήταν 22% φθηνότερη από την Ε.Ε., ενώ από τον Ιανουάριο του 2024 και μετά συγκαταλέγεται όλο και συχνότερα στις φθηνότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Το δεύτερο μεγάλο θέμα αφορά την ιδεολογική τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα ενόψει των εκλογών του 2027 και του κόμματος που φαίνεται να επιδιώκει να ιδρύσει. Στη χθεσινή στήλη υποστήριξα ότι ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται να διεκδικεί χώρο αριστερά του ΠΑΣΟΚ και δεξιά του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, ως ηγέτης της Κεντροαριστεράς και ενός αντι-Μητσοτακικού μετώπου. Με τις δηλώσεις του για την ΑΜΚ της ΔΕΗ, όμως, τοποθετείται με σαφήνεια στην αριστερή πτέρυγα του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ — εκεί όπου συχνωτίζεται πολιτικά με τον Παύλο Πολάκη και τον Νίκο Παππά. Σύγχυση στις δηλώσεις, σύγχυση και στην ιδεολογία. Σκόπιμη ή αναπόφευκτη; Ή, ίσως, αναπόφευκτα σκόπιμη;
Η σύγχρονη ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά δεν είναι εναντίον της διεθνούς παρουσίας μιας εθνικής εταιρείας, δεν είναι εναντίον των επενδύσεων, δεν είναι εναντίον της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν βλέπει την ανάπτυξη ως απειλή, ούτε την εξωστρέφεια ως ιδεολογική παρέκκλιση. Η ΔΕΗ σκοπεύει να διπλασιάσει την εγκατεστημένη ισχύ της στα 24,3 GW με επενδύσεις ύψους 24 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου το 48% θα πραγματοποιηθεί εκτός Ελλάδας. Οι επενδύσεις στο εσωτερικό αφορούν τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό της εταιρείας —ΑΠΕ, ευέλικτο μοντέλο παραγωγής, αποθήκευση ενέργειας— και την επέκταση των μονάδων παραγωγής, με ιδιαίτερη έμφαση στα ενεργειακά πάρκα που χρειάζεται η τεχνητή νοημοσύνη, μάλιστα στην Κοζάνη, όπου το κοινωνικό και αναπτυξιακό όφελος μπορεί να είναι τεράστιο.
Η παρουσία της ΔΕΗ εκτός Ελλάδας σημαίνει νέες αγορές, νέους πελάτες, αύξηση κερδοφορίας, μεγαλύτερα μερίσματα, υψηλότερη καταβολή φόρων, βελτίωση της ανθεκτικότητας στις κρίσεις μέσω διασποράς κινδύνων, ευρύτερη και πρακτική εφαρμογή των αρχών της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Κατά την ίδια την ΔΕΗ οι εκπτώσεις στους πελάτες στη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης έφτασαν τα 3,5 δισ. ευρώ—απτή απόδειξη κοινωνικής ευθύνης.
Οι αντιρρήσεις του Αλέξη Τσίπρα φαίνεται να επικεντρώνονται στη συμμετοχή του Δημοσίου και στις επενδύσεις στο εξωτερικό. Ο λαϊκισμός του «να μείνουν τα λεφτά στην Ελλάδα» δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα μιας οικονομίας που χρειάζεται μεγάλες, διεθνώς ανταγωνιστικές εταιρείες ενέργειας. Ο επίσης λαϊκίστικός ισχυρισμός ότι «το 1,2 δισ. που θα επενδύσει το Δημόσιο στη ΔΕΗ πρέπει να δοθεί στους πολίτες» αγνοεί κατάφωρα τους ευρωπαϊκούς κανόνες: αν το Δημόσιο δώσει αντίστοιχο ποσό ως παροχή, πρέπει να το εγγράψει στον προϋπολογισμό και να βρει ισοδύναμα έσοδα, συνήθως μέσω νέων φόρων ή άλλων πηγών εσόδων.
Δεν θα είναι η πρώτη φορά που ο Αλέξης Τσίπρας αγνοεί —ή προσποιείται ότι αγνοεί— τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Και δεν θα είναι η πρώτη φορά, αν βρεθεί ξανά σε θέση διακυβέρνησης, που θα υποχρεωθεί να τους «καταπιεί».
Το πιο σημαντικό θέμα, όμως, αποσιωπάται στο όνομα του λαϊκισμού. Το επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ, ύψους 24 δισ. ευρώ, χρηματοδοτείται κατά 54% από ίδια κεφάλαια που προκύπτουν από τις λειτουργικές ροές της εταιρείας. Ο δανεισμός θα καλύψει μόνο το 31%, ενώ η ΑΜΚ το 15% — κι αυτή αποτελεί μορφή ιδίων κεφαλαίων. Η συγκεκριμένη χρηματοοικονομική διάρθρωση αποδεικνύει πόσο ισχυρή είναι σήμερα η εταιρεία και πώς η Ελλάδα έχει αποκτήσει έναν πραγματικό εθνικό πρωταθλητή.
Η αντιπαράθεση για τη ΔΕΗ δεν είναι, τελικά, απλώς διαφωνία για μια αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Είναι σύγκρουση δύο αντιλήψεων για την Ελλάδα. Από τη μία, η Ελλάδα της εξωστρέφειας, των επενδύσεων, της τεχνολογίας, των διεθνών αγορών και των ισχυρών εθνικών επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται στην Ευρώπη και επιστρέφουν αξία στην κοινωνία. Από την άλλη, η Ελλάδα της εσωστρέφειας, του κρατισμού, της καχυποψίας απέναντι στο κέρδος, της ιδεολογικής νοσταλγίας για επιχειρήσεις-λάφυρα του κομματικού κράτους. Ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να επιλέγει ξανά τη δεύτερη. Η χώρα, όμως, δεν μπορεί να ξαναγυρίσει σ’ εκείνη τη λογική. Η Ελλάδα που θέλει να σταθεί με αυτοπεποίθηση στην Ευρώπη χρειάζεται επιχειρήσεις που μεγαλώνουν, επενδύουν, καινοτομούν και ανοίγονται στον κόσμο — όχι πολιτικές που τις μικραίνουν για να χωρούν στα στενά όρια ενός παλιού, φοβικού και βαθιά εσωστρεφούς κρατισμού.
Διαβάστε επίσης
Η μάχη για το Κέντρο και η παγίδα της δεύτερης θέσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Στελίνα Τσάλτα Φάις: Μία γλώσσα σιωπής, έντασης και διαφυγής
- Μητσοτάκης – ΒΙΠΕ Τρίπολης: «Εικόνα από το μέλλον οι νέες επενδύσεις στη φαρμακοβιομηχανία»
- Δεν είναι 5, είναι τουλάχιστον 25 οι γαλάζιοι που τα βάζουν με τους εξωκοινοβουλευτικούς
- Mini Jumbo σχεδιάζει ο Βακάκης – Βάζει… πόδι στην Τουρκία με ανάπτυξη e-shop
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ