Μόλις ξέσπασε η κρίση του Ιράν και αυξήθηκε η τιμή του πετρελαίου, κορυφώθηκαν και οι προβλέψεις για επικείμενη άνοδο των επιτοκίων.
Αυτό, εξάλλου, επιβάλλει η νεοφιλελεύθερη οικονομική σκέψη, διακατεχόμενη από την πεποίθηση πως αν οι πληθωριστικές πιέσεις δεν αντιμετωπιστούν εν τη γενέσει τους, μετά θα είναι αργά. Η ιστορική εμπειρία, πάντως είναι με το μέρος τους. Μερικώς όμως, μόνο –όπως θα δούμε, με τρεις ιστορικές αναδρομές να μας καθοδηγούν σε σημαντικό βαθμό.
Η πρώτη είναι η πετρελαϊκή κρίση του 1973, αμέsως μετά –και ως αντίδραση— στον πόλεμο του Yom Kippur. ΟΙ Αραβικές χώρες επέβαλλαν εμπάργκο, η τιμή του πετρελαίου περίπου τετραπλασιάστηκε και οι κεντρικές τράπεζες δεν αντέδρασαν αυξάνοντας τα επιτόκια. Πίστευαν ότι η οικονομία αντιμετώπιζε πληθωρισμό κόστους και, ως εκ τούτου, οι νομισματικοί και δημοσιονομικοί περιορισμοί θα χειροτέρευαν την ύφεση—καθώς ο τετραπλασιασμός της τιμής του πετρελαίου συνεπάγετο μονομερή μεταβίβαση πόρων ίσων με το περίπου το 2% του ΑΕΠ της Δύσης. Το αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση του φαινομένου του στασιμοπληθωρισμού (stagflation) – ήτοι υψηλού πληθωρισμού (σε ορισμένες χώρες όπως η δική μας ξεπέρασε το 20%) ουσιαστικά μηδενικής ανάπτυξης και ιδιαίτερα αυξημένης ανεργίας.
Το επόμενο επεισόδιο είναι αυτό του 1979, που ακολούθησε την εκθρόνιση του Σάχη—με το Ιράν και τότε στο προσκήνιο. Την μορφή της αντίδρασης καθόρισε ο τότε διοικητής της FED, Paul Volcker: με εξαιρετικά υψηλά επιτόκια που έφταναν το 20%, πολύ σφιχτή νομισματική πολιτική και πλήρη υποβάθμιση της δημοσιονομικής, ο Volcker έσπασε τον φαύλο κύκλο των πληθωριστικών προσδοκιών, συνειδητά οδηγώντας τις ΗΠΑ και την παγκόσμια οικονομία σε βαθιά ύφεση. Το κόστος, βέβαια, ήταν τεράστιο: οι αναπτυσσόμενες χώρες αντιμετώπισαν τεράστιο πρόβλημα στην εξυπηρέτηση του χρέους τους, η ανεργία κατά μέσο όρο ξεπέρασε το 10% (σε πολλές οικονομίες έφτασε το 15%), το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος δέχτηκε ισχυρότατο πλήγμα, οι κοινωνικές συγκρούσεις κορυφώθηκαν.
Το τρίτο επεισόδιο είναι αυτό του 2022, όπου η έξοδος από την πανδημία συνδυάστηκε με την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η αντίδραση των κεντρικών τραπεζών υπαγορεύτηκε από την συνδυασμένη εμπειρία του 1973 και του 1979: επέλεξαν, δηλαδή, να προσχωρήσουν άμεσα στην υιοθέτηση σφιχτής νομισματικής πολιτικής ώστε να αποφύγουν την επανάληψη του 1973 – ουσιαστικά ακολουθώντας την συνταγή Volcker – με την διαφορά πως αυτήν τη φορά έδρασαν άμεσα.
Η διχογνωμία παρέμεινε, όμως, και επανέρχεται τώρα με αυξημένη ένταση—καθώς οι εξελίξεις μετά το 2022 δεν κατέληξαν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς την κατάλληλη οικονομική πολιτική. Οι κεντρικές τράπεζες παραμένουν προσκολλημένες στη νεοφιλελεύθερη λογική όπως αυτή προκύπτει από την διπλή εμπειρία του1973 και του 1979. Αντίθετα, πολλοί σύγχρονοι οικονομολόγοι, που έτσι κι αλλιώς αμφισβητούν τη νεοφιλελεύθερη λογική, θεωρούν πως επειδή και το 2022 το πρόβλημα ήταν από την πλευρά της προσφοράς, οι αγορές είχαν αρχίσει να ομαλοποιούνται έτσι κι αλλιώς – οπότε η αύξηση των επιτοκίων που έγινε πριν από τέσσερα περίπου χρόνια δεν χρειαζόταν. Αντίθετα, εγκλώβισε την παγκόσμια οικονομία σε περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και απώλειας δυναμικής.
Έτσι, ενώ το 1973 έφερε τον στασιμοπληθωρισμό και το 1979 την βαθιά ύφεση, το 2022 εξακολουθεί να παράγει αντικρουόμενες ερμηνείες. Καθώς, δε, η κρίση του 2026 ξεσπά στα απόνερα της τελευταίας, η οικονομική πολιτική βρίσκεται σε δίλημμα. Η τάση εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών θα είναι να αυξήσουν τα επιτόκια, μολονότι στις ΗΠΑ ο Τραμπ πιθανότατα θα ασκήσει πίεση για το αντίθετο και πολλοί οικονομολόγοι, κυρίως ακαδημαϊκοί, ίσως και από το ΔΝΤ, ορθά θα επισημάνουν ότι τα επιτόκια δεν επηρεάζουν την γεωπολιτική, τους πολέμους, τις αλυσίδες εφοδιασμού, την παραγωγή ενέργειας. Επηρεάζουν τον όγκο και τα κριτήρια χορήγησης πιστώσεων, το επίπεδο της ζήτησης, τις προσδοκίες των αγορών—οπότε η αύξηση των επιτοκίων δεν είναι η κατάλληλη οικονομική επιλογή.
Πολλά θα εξαρτηθούν από την χρονική διάρκεια της σύγκρουσης. Από την πλευρά του, με την εκλογή του νέου θρησκευτικού ηγέτη, το Ιράν των μουλάδων έδειξε πως θα προτιμήσει να σκορπίσει χάος παρά να παραδοθεί. Από την πλευρά τους, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ πρέπει να μην εμπλακούν σε πόλεμο φθοράς – κάτι που θα άλλαζε την μορφή του πολέμου, τις διεθνείς αντιδράσεις και το οικονομικό περιβάλλον.
Μία χρονικά ελεγχόμενη σύγκρουση θα μπορούσε να αποδεχτεί το ρίσκο της παροδικής αύξησης του πληθωρισμού—ιδιαίτερα καθώς υπάρχουν μέτρα που μπορούν να τον μετριάσουν βραχυπρόθεσμα. Στην αντίθετη περίπτωση, η κεντρικές τράπεζες θα επιβάλλουν και πάλι σφιχτή νομισματική πολιτική που σε συνδυασμό με το σοκ από την πλευρά της παραγωγής, θα καταλήξουν σε ύφεση—χωρίς τότε να αποκλείεται και η επανεμφάνιση μετά από περίπου 40 χρόνια του στασιμοπληθωρισμού.
Αυτό, όμως, είναι και το βαθύτερο δομικό πρόβλημα της οικονομικής πολιτικής σήμερα. Τα εργαλεία της έχουν σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζουν οικονομικούς κύκλους — όχι γεωπολιτικούς σεισμούς. Όταν οι τιμές της ενέργειας καθορίζονται από πολέμους, οι αλυσίδες εφοδιασμού από συγκρούσεις και η παγκόσμια σταθερότητα από στρατηγικές αναμετρήσεις, η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση και έτσι τον πληθωρισμό, αλλά δεν μπορεί να λύσει ούτε το οικονομικό, ούτε το κοινωνικό πρόβλημα. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να μεταφέρει το κόστος της κρίσης στην πραγματική οικονομία με όποιες πολιτικές επιπτώσεις αυτό συνεπάγεται.
Διαβάστε επίσης
Χωρίς στρατηγική. Χωρίς ισχύ. Χωρίς πίστη: η ευρωπαϊκή παρακμή σε πλήρη θέα
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Τραμπ: «Ο πόλεμος νομίζω θα τελειώσει πολύ σύντομα» – Εξετάζουμε άρση ορισμένων κυρώσεων στο πετρέλαιο (upd)
- ΕΟΔΥ: Τι λέει ο Χ. Χατζηχριστοδούλου στο Mononews – Η τοποθέτηση του Ά. Γεωργιάδη και το θρίλερ της επόμενης μέρας
- Τα αγρίμια, οι γονείς και μια γραμμή βοήθειας
- Γιώργος Λάνθιμος: Η πρώτη έκθεση φωτογραφίας του στη Στέγη