Η χρήση του ΑΕΠ ως μέτρου παραγωγής, αν και εξακολουθεί να θεωρείται χρήσιμη, συγκεντρώνει πλέον βάσιμη κριτική.
Πρώτον, ως προς τον υπερβολικό βαθμό εξάρτησης από το συγκεκριμένο μέγεθος στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής και, δεύτερον, ως προς την ικανότητά του να αποτυπώνει τη βελτίωση της πραγματικής ευημερίας σε μια εποχή ραγδαίων τεχνολογικών αλλαγών, αλλεπάλληλων οικονομικών σοκ, κλιματικής κρίσης και γήρανσης των πληθυσμών.
Τα προβλήματα είχαν ήδη επισημανθεί στην έκθεση της επιτροπής που συνέστησε ήδη το 2009 ο Nicolas Sarkozy, με πρόεδρο τον Joseph Stiglitz, σύμβουλο τον αείμνηστο Amartya Sen και συντονιστή τον Jean-Paul Fitoussi (Report by the Commission on the Measurement of Economic Performance and Social Progress). Ακολούθησε σημαντική έκθεση του ΟΟΣΑ, με την εμπλοκή και πάλι των Stiglitz και Fitoussi. Πιο πρόσφατα, η Diane Coyle έβαλε ακόμη πιο έντονα στο στόχαστρο την αδιάκριτη χρήση και πολιτική προβολή του ΑΕΠ με το βιβλίο της The Measure of Progress: Counting What Really Matters, το 2025.
Το θέμα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα λόγω της σημασίας που αποδίδεται στην εισροή ξένων κεφαλαίων και επενδύσεων. Πολλοί τις εκθειάζουν σχεδόν χωρίς επιφυλάξεις. Δεν είναι όμως λίγοι εκείνοι που επιμένουν στην κρίσιμη διάκριση ανάμεσα, από τη μία πλευρά, στις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, στις εξαγορές και συγχωνεύσεις και στις αγορές real estate και, από την άλλη, στο λεγόμενο greenfield investment.
Η διαφορά είναι σαφής. Στην πρώτη περίπτωση το ξένο κεφάλαιο αγοράζει ομόλογα, μετοχές, ακίνητα ή εταιρείες που ήδη υπάρχουν. Στη δεύτερη δημιουργεί νέο παραγωγικό δυναμικό, νέες θέσεις εργασίας και, συχνά, νέα τεχνολογία. Οι εξαγορές επιχειρήσεων και αρκετές επενδύσεις σε ακίνητα μπορούν να καταγράφονται ως άμεσες ξένες επενδύσεις, ενώ οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου αποτελούν ξεχωριστή στατιστική κατηγορία. Οι οικονομικές επιπτώσεις ανάμεσα στις greenfield επενδύσεις και όλες τις άλλες, πάντως, διαφέρουν ριζικά.
Η πρώτη κατηγορία δημιουργεί ή μεταφέρει προς το εξωτερικό απαιτήσεις πάνω σε εισόδημα που ήδη παράγεται στην ελληνική οικονομία: τόκους, μερίσματα, κέρδη και προσόδους. Η δεύτερη δημιουργεί νέα παραγωγική βάση και νέο εισόδημα, έστω κι αν ένα μέρος του τελευταίου κατευθύνεται στη συνέχεια στο εξωτερικό ως απόδοση του ξένου επενδυτή.
Η διαφορά αυτή αποτυπώνεται, σε σημαντικό βαθμό, στη σύγκριση ανάμεσα στο ΑΕΠ και —κατά πολλούς καταλληλότερο για τη συγκεκριμένη συζήτηση— Καθαρό Εθνικό Εισόδημα (Net National Income, NNI). Στην περίοδο 2021-2025 το σωρευτικό ΑΕΠ έφθασε περίπου το 1,1 τρις. ευρώ, ενώ το NNI κινήθηκε γύρω στα 932 δισ. ευρώ. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η διαφορά κατευθύνθηκε στο εξωτερικό, καθώς μεσολαβεί η κατανάλωση παγίου κεφαλαίου, δηλαδή οι αποσβέσεις. Για τον λόγο αυτό, το ακριβέστερο μέγεθος για τη μέτρηση της καθαρής εισοδηματικής σχέσης με το εξωτερικό είναι η σύγκριση ανάμεσα στο ΑΕΠ και στο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (Gross National Income, GNI).
Επειδή μερικά από τα μεγέθη για το 2024 και το 2025 δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, το 2023 προσφέρει την καθαρότερη εικόνα. Με ΑΕΠ €225,197 δισ., GNI €218,152 δισ., αποσβέσεις €29,509 δισ. και NNI €188,644 δισ., το καθαρό πρωτογενές εισόδημα έναντι του εξωτερικού ήταν αρνητικό κατά €7,045 δισ. Πρόκειται, με απλά λόγια, για εισόδημα που παρήχθη σε σχέση με την ελληνική οικονομία αλλά, σε καθαρή βάση, δεν αποτέλεσε εισόδημα των κατοίκων της χώρας.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για θεωρητική εκτίμηση. Οι εθνικοί λογαριασμοί καταγράφουν για το 2023 πρωτογενή εισοδήματα €9,173 δισ. από το εξωτερικό προς την Ελλάδα, έναντι €16,218 δισ. από την Ελλάδα προς το εξωτερικό. Η καθαρή διαφορά ήταν επομένως μείον €7,045 δισ.
Αν συνυπολογιστούν τα τρία έτη 2023-2025, η καθαρή απώλεια πρωτογενούς εισοδήματος κινείται στην περιοχή των €19 δισ. Το πρόσθετο ενδιαφέρον βρίσκεται στη σύνθεση των ξένων κεφαλαιακών εισροών: το πραγματικό greenfield investment, δηλαδή η δημιουργία νέου παραγωγικού δυναμικού, παραμένει εξαιρετικά περιορισμένο (αν όχι μηδενικό) σε σχέση με το συνολικό μέγεθος των εισροών.
Το βασικό συμπέρασμα είναι επομένως διαφορετικό από εκείνο που υποβάλλει η συνήθης πανηγυρική αφήγηση περί «ρεκόρ ξένων επενδύσεων». Ένα μεγάλο μέρος των ξένων κεφαλαιακών εισροών δεν δημιουργεί αυτομάτως νέο εθνικό εισόδημα. Αντίθετα, μεταβιβάζει σε μη κατοίκους την ιδιοκτησία υφιστάμενων ελληνικών περιουσιακών στοιχείων ή δημιουργεί νέες χρηματοοικονομικές απαιτήσεις επί της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, ένα αυξανόμενο μέρος των μελλοντικών κερδών, μερισμάτων, ενοικίων και τόκων αποτελεί πρωτογενές εισόδημα του εξωτερικού και όχι των κατοίκων της Ελλάδας.
Με βάση τα οριστικά στοιχεία του 2023, η καθαρή αυτή εκροή των €7 δισ. αντιστοιχεί σε κάτι περισσότερο από το 3% του ΑΕΠ. Και αυτό είναι ίσως το μέγεθος που λείπει περισσότερο από τη δημόσια συζήτηση. Διότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο μεγαλώνει η οικονομία που βρίσκεται γεωγραφικά στην Ελλάδα, αλλά ποιος τελικά αποκτά το εισόδημα που αυτή παράγει.
Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει υψηλότερο ΑΕΠ, να καταγράφει «ρεκόρ ξένων επενδύσεων» και ταυτόχρονα ένα διαρκώς μεγαλύτερο μέρος της απόδοσης της εργασίας, των επιχειρήσεων και της περιουσίας της να ανήκει στο εξωτερικό. Σ’ αυτήν την περίπτωση η χώρα δεν γίνεται κατ’ ανάγκην πλουσιότερη με τον τρόπο που υπονοούν οι τίτλοι για την αύξηση του ΑΕΠ –μπορεί απλώς να γίνεται περισσότερο παραγωγική για λογαριασμό άλλων.
Γι’ αυτό η πολιτική συζήτηση για τις ξένες επενδύσεις δεν μπορεί να εξαντλείται στο ύψος των εισροών. Πρέπει να αρχίζει από μια πολύ πιο απαιτητική ερώτηση: πόσο από το ξένο κεφάλαιο χτίζει καινούργια Ελλάδα — και πόσο αγοράζει την Ελλάδα που ήδη υπάρχει;
Διαβάστε επίσης:
Το ελληνικό αδιέξοδο της ανάπτυξης
Γιατί δεν λειτουργεί το ελληνικό κράτος;
Η ελληνική πολιτική στο Θέατρο Σκιών