Υπάρχει κάτι βαθιά προβληματικό στην πολιτική όταν ένα κόμμα ή ένας πολιτικός αισθάνεται την ανάγκη να πει στον πολίτη: «Ήεμείς ή κανείς».
Το είπε χθες ο Αλέξης Τσίπρας. Και το 2015 το είχε θέσει αλλιώς, ακόμη χειρότερα θα έλεγα: «Ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν».
Το έχουν πει στελέχη της παρούσας κυβέρνησης υπονοώντας το «ή Μητσοτάκης ή χάος». Πρόσφατα μάλιστα ο υπουργός Δικαιοσύνης υπονόησε ότι αν δεν βγει πρώτο κόμμα η Νέα Δημοκρατία οι Τούρκοι θα κάνουν έφοδο στη χώρα μας.
Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός έθεσε ένα εθνικό δίλημμα: Ποιος θα σηκώσει το κόκκινο τηλέφωνο στις 3 τα μεσάνυχτα;
Υπονοώντας προφανώς ότι ο ίδιος είναι ικανός να αντιμετωπίσει μια μείζονα εθνική κρίση.
Εντάξει, δεν απαγορεύεται σε μια πολιτική δύναμη να θεωρεί ότι είναι η καλύτερη επιλογή. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό και στο πλαίσιο ενός πολιτικού παιχνιδιού που γίνεται για την επικράτηση του ενός ή του άλλου.
Αλλωστε στην πολιτική δυστυχώς έχουμε μάθει ότι όλα επιτρέπονται…
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε εκβιαστικό δίλημμα: Εμείς ή η καταστροφή, εμείς ή το χάος, εμείς ή κάτι ακόμη χειρότερο.
Τότε δεν ζητάς από τον πολίτη να σε επιλέξει αλλά του ζητάς να φοβηθεί τον άλλον.
Και αυτό απέχει πολύ από την ουσία της δημοκρατίας.
Η δημοκρατία προϋποθέτει ότι κανένα κόμμα δεν είναι ιδιοκτήτης της εξουσίας και κανένας πολιτικός δεν είναι αναντικατάστατος.
Η εξουσία ανήκει στους πολίτες και εκείνοι αποφασίζουν ποιος θα κυβερνήσει, για πόσο καιρό και υπό ποιους όρους.
Και μπορούν, εάν το κρίνουν, να αλλάξουν γνώμη. Να δοκιμάσουν έναν άλλο πολιτικό χώρο, να επιστρέψουν σε έναν προηγούμενο, να επιλέξουν κάτι καινούργιο ή και κάτι παλιό.
Να απαιτήσουν συνεργασίες γιατί έτσι κρίνουν ότι θα γίνουν καλύτερα τα πράγματα. Ή ακόμη και να τιμωρήσουν μια κυβέρνηση ή να επιβραβεύσουν μια άλλη.
Αυτή ακριβώς η δυνατότητα της εναλλαγής στην εξουσία δεν είναι αδυναμία του πολιτικού συστήματος. Είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό της δημοκρατίας.
Γι’ αυτό και φράσεις όπως «ή εμείς ή κανείς», αλλά και κάθε αντίστοιχη εκδοχή του «αν δεν είμαστε εμείς, έρχεται η καταστροφή», είναι πολιτικά επικίνδυνες.
Εντάξει, δεν έχουμε καμιά θεσμική εκτροπή, αλλά είναι επικίνδυνες απόψεις επειδή καλλιεργούν μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο αντίπαλος δεν είναι απλώς μια διαφορετική πολιτική πρόταση. Είναι περίπου μια απειλή για την ίδια τη χώρα.
Και τότε γεννιέται ένα παράδοξο. Ένα κόμμα που πιστεύει πραγματικά ότι έχει πειστικές θέσεις, ότι έχει σχέδιο και ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας, δεν χρειάζεται «μπαμπούλες». Μπορεί να πει, εμείς αυτοί είμαστε, αυτά προτείνουμε, αυτά κάναμε, αυτά θα κάνουμε και γι’ αυτούς τους λόγους ζητάμε την ψήφο σας.
Ο πολίτης όμως πρέπει να έχει και την άλλη επιλογή. Πρέπει να μπορεί να πει «όχι» και να μπορεί να δοκιμάσει κάτι άλλο.
Και κυρίως, πρέπει να αισθάνεται ότι η ψήφος του είναι ελεύθερη επιλογή και όχι πράξη πολιτικής αυτοάμυνας.
Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει είτε το δίλημμα τίθεται από την Αριστερά, είτε από τη Δεξιά, είτε από οποιονδήποτε άλλο πολιτικό χώρο. Δεν γίνεται λιγότερο προβληματικό επειδή το λέει ο ένας ή ο άλλος. Και ασφαλώς δεν βοηθούν ούτε ιστορικές αναφορές ούτε δραματικές προειδοποιήσεις του τύπου «αν δεν εκλεγούμε εμείς, θα συμβεί το χειρότερο δυνατό».
Στην Μεταπολίτευση ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πει «Καραμανλής ή τανκς», μια φράση που τον στοίχειωνε για μια ζωή. Αλλά ήταν και μια πολιτική τοποθέτηση σε μια από τις πλέον ταραγμένες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Κι ακόμη κι αν κάποιος είναι αντικαραμανλικός, εκείνη την δραματική περίοδο η φράση του Μίκη αποτύπωνε την πραγματικότητα.
Σε μια ώριμη δημοκρατία, όμως, δεν θα έπρεπε να φοβόμαστε την ιδέα ότι μπορεί να κυβερνήσει κάποιος άλλος.
Θα έπρεπε να φοβόμαστε περισσότερο την ιδέα ότι κάποιος θεωρεί πως δεν μπορεί να κυβερνήσει κανείς άλλος.
Γιατί πίσω από τέτοιες λογικές υπάρχει τελικά μια βαθύτερη πολιτική αδυναμία.
Υπάρχει η δυσκολία να πειστεί η κοινωνία με θετικό λόγο. Να μιλήσεις για τις πραγματικές ανάγκες της. Για την καθημερινότητά της. Για την οικονομία, την υγεία, την παιδεία, την ασφάλεια, τη δικαιοσύνη, τις ευκαιρίες που έχει ή δεν έχει ο πολίτης. Να παρουσιάσεις ένα σχέδιο και να ζητήσεις να κριθείς γι’ αυτό.
Όταν αντί για όλα αυτά επιστρατεύεται ο φόβος του «άλλου», το μήνυμα που τελικά περνάει είναι ότι δεν ζητάμε ψήφο επειδή πείσαμε, αλλά επειδή καταφέραμε να κάνουμε τον πολίτη να φοβηθεί περισσότερο την εναλλακτική.
Και αυτό έχει κόστος.
Γιατί όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι τα μεγάλα κόμματα τους ζητούν διαρκώς να επιλέξουν τον «λιγότερο κακό» για να μην έρθει ο «χειρότερος», κάποια στιγμή παύουν να αισθάνονται ότι η πολιτική τούς αφορά. Απογοητεύονται, απομακρύνονται, απαξιώνουν το πολιτικό σύστημα και αναζητούν αλλού την έκφρασή τους.
Και τότε ενισχύονται τα άκρα.
Επομένως όσοι βάζουν τέτοια διλήμματα το μόνο που κάνουν είναι να τραυματίζουν το ήδη τραυματισμένο πολιτικό σύστημα.
Η δημοκρατία, λοιπόν, δεν χρειάζεται κόμματα που να λένε «χωρίς εμάς δεν υπάρχει λύση». Χρειάζεται κόμματα που να μπορούν να πουν «αυτή είναι η πρότασή μας, ώρα να αποφασίσετε εσείς».
Στο κάτω κάτω η εξουσία δεν ανήκει ούτε στον πρωθυπουργό, ούτε στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ούτε σε κανένα κόμμα. Ανήκει στον πολίτη.
Και το δικαίωμά του να αλλάζει γνώμη, να αλλάζει επιλογή και να αλλάζει κυβέρνηση δεν είναι πρόβλημα που πρέπει να περιοριστεί. Είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο υπάρχει η δημοκρατία.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Eρχεται τραπεζικό deal, το big short στην Metlen και η αποθέωση, οι ντομάτες του Θεοδωρόπουλου, η έδρα Μυστακίδη στο LSE, οι νέες business Χούμπαυλη, σε ποιο σπίτι στεγάζει τον έρωτά του ο 70χρονος πολιτικός
- Κρι Κρι: Ισχυρές επιδόσεις με όχημα το greek yoghurt
- Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή: Το διαμάντι των Σπετσών διηγείται το παρελθόν, το παρόν και το όραμα για το μέλλον
- Metlen: H JP Morgan, το big short, και το super report με την τιμή στόχο τα 64 ευρώ – Όλο το παρασκήνιο