Ο ΟΗΕ ιδρύθηκε το 1945 επειδή δύο παγκόσμιοι πόλεμοι είχαν αποδείξει τι μπορούσε να συμβεί όταν η ισχύς δεν περιοριζόταν από κανόνες.
Η διαφορά με την Κοινωνία των Εθνών ήταν κρίσιμη. Η ΚτΕ είχε επιχειρήσει να περιορίσει την προσφυγή στον πόλεμο χωρίς να διαθέτει αποτελεσματικό μηχανισμό επιβολής. Ο ΟΗΕ προχώρησε πιο πέρα: απαγόρευσε καταρχήν την απειλή ή την χρήση βίας και επιχείρησε να εντάξει ακόμη και την ισχύ των μεγάλων δυνάμεων σ’ ένα θεσμικό σύστημα κανόνων. Το veto των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας ήταν, βέβαια, η ταυτόχρονη ρεαλιστική αναγνώριση ότι η ισχύς δεν μπορούσε να εξαφανιστεί –μπορούσε μόνο κάπως να περιοριστεί με κανόνες.
Αυτή ακριβώς ήταν η μεταπολεμική ισορροπία: όχι η κατάργηση της ισχύος, αλλά η προσπάθεια υποταγής της σε κανόνες, ανθρώπινα δικαιώματα και μία σταδιακά ισχυρότερη φιλελεύθερη αντίληψη της πολιτικής νομιμότητας. Ο ίδιος ο ΟΗΕ δεν θεμελιώθηκε, βέβαια, ως ένωση φιλελεύθερων δημοκρατιών. Το μεταπολεμικό σύστημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κράτους δικαίου ήταν, όμως, αυτό που σταδιακά αναπτύχθηκε γύρω του και έγινε βασικό στοιχείο της διεθνούς κανονιστικής τάξης.
Ο Ψυχρός Πόλεμος ασφαλώς δεν ήταν περίοδος ειρηνικής αυτοσυγκράτησης. Οι δύο υπερδυνάμεις απείλησαν, επενέβησαν, ανέτρεψαν κυβερνήσεις και διεξήγαγαν πολέμους μέσω τρίτων. Υπήρχε όμως μία σημαντική διαφορά: η ισχύς εξακολουθούσε να χρειάζεται μία οικουμενική ιδεολογική δικαιολόγηση. Η Δύση επικαλούνταν την ελευθερία και την δημοκρατία· η Σοβιετική Ένωση την ισότητα, τον σοσιαλισμό και τον αντιιμπεριαλισμό. Η απόσταση λόγων και πράξεων υπήρξε συχνά μεγάλη. Αλλά ακόμη και τότε οι υπερδυνάμεις αισθάνονταν την ανάγκη να παρουσιάζουν την πολιτική τους ως υπηρετούσα αρχές που υπερέβαιναν το στενό εθνικό τους συμφέρον.
Λεπτός μανδύας προφάσεων και ηθικολογίας θα πείτε. Η χρησιμότητά του, όμως, ήταν αναμφισβήτητη.
Διότι ο πολιτικός λόγος δεν αποτελεί απλώς αντανάκλαση της πολιτικής– είναι μέρος της παραγωγής της. Από τον J. L. Austin και τη θεωρία των speech acts έως τη σύγχρονη πολιτική θεωρία έχει γίνει σαφές ότι ο λόγος δεν περιγράφει μόνο προθέσεις: δημιουργεί δεσμεύσεις, προσδοκίες και όρια δράσης. Όταν ένας ηγέτης υπόσχεται, απειλεί ή ορίζει δημόσια ποιο είναι το εθνικό συμφέρον και ποιος ο εχθρός, δεν πληροφορεί απλώς το ακροατήριό του. Μεταβάλλει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο ίδιος θα κληθεί να ενεργήσει. Όσο πιο απόλυτη είναι η ρητορική του τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το πολιτικό κόστος της υπαναχώρησης. Ο λόγος δημιουργεί τη δική του δυναμική και περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές. Δεν προαναγγέλλει απλώς την πράξη· μπορεί σταδιακά να την καταστήσει πολιτικά αναγκαία.
Γι’ αυτό οι ομιλίες του Ντόναλντ Τραμπ και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον σημερινό ΟΗΕ αναδεικνύουν μία διαφορετική και επικίνδυνη κατεύθυνση.
Στον Τραμπ η φιλοσοφική βάση είναι σχεδόν χομπσιανή. Ο κόσμος αποτελεί χώρο ανταγωνισμού κυρίαρχων κρατών και η τελική εγγύηση της ασφάλειάς τους δεν είναι ο κανόνας αλλά η ισχύς. Στη φετινή ομιλία του απέρριψε την παγκόσμια τάξη, με έπαρση εξήρε την εθνική κυριαρχία και ευθαρσώς δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν, εάν χρειαστεί, την «ασύγκριτη στρατιωτική ισχύ» τους για την προστασία των ζωτικών εθνικών συμφερόντων τους — όπως αυτές τα ερμηνεύουν– κατά το δοκούν.
Μέσα σ’ αυτό το σύστημα αξιών η υποχώρηση της αμερικανικής soft power ήταν αναπόφευκτη. Η soft power προϋποθέτει ότι η επιρροή προέρχεται και από την ελκυστικότητα των θεσμών, των αξιών και του τρόπου ζωής μιας χώρας. Όταν, όμως, προτεραιότητα έχουν η αποτελεσματικότητα, η κυριαρχία, η αποτροπή και η δυνατότητα εξαναγκασμού, η χρήση της ελεύθερης πειθούς υποχωρεί απέναντι στην ικανότητα της μονομερούς επιβολής. Ο Τραμπ δεν ενδιαφέρεται για πειθώ. Επιδιώκει μόνο την επιβολή, καθώς μόνο τότε ικανοποιείται το υπέρμετρο «εγώ» του.
Ο Ερντογάν ξεκινά από διαφορετική αφετηρία. Η πολιτική του εξέλιξη περνά από το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ, τις «ιερές αξίες» και τον αντι-κεμαλισμό του Necip Fazıl Kısakürek, από την παράδοση του Milli Görüs που δεν ήθελε την Τουρκία να μιμείται πολιτισμικά τη Δύση, και καταλήγει σε μία ισλαμική-οθωμανική αντίληψη της ιστορικής αποστολής της Τουρκίας. Η κοινότητα, η οικογένεια, η πίστη και η ιστορική συνέχεια αποκτούν προτεραιότητα. Η ισχύς, όμως, δεν παρουσιάζεται απλώς ως προστασία συμφερόντων. Νομιμοποιείται ως μέσο αποκατάστασης μιας ηθικής τάξης: γι’ αυτό και ο Ερντογάν μπορεί να μιλά ταυτόχρονα για τουρκική ισχύ, για τους «καταπιεσμένους», για την ανθρώπινη συνείδηση και για την αδικία στην Παλαιστίνη. Στη φετινή ομιλία του χαρακτήρισε τον ΟΗΕ ανίκανο πλέον να εκπληρώσει την αποστολή του και χρησιμοποίησε ακριβώς αυτήν την γλώσσα της …ηθικής αγανάκτησης. Κάτι λέει αυτό για το Κυπριακό.
Εδώ εμφανίζεται η ηθική αντιστροφή.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία αντιμετωπίζει την ισχύ με ρεαλισμό — ως αναγκαία αλλά και επικίνδυνη– οπότε προσπαθεί να την περιορίζει με δικαιώματα, θεσμούς, διάκριση εξουσιών, κράτος δικαίου και διεθνείς κανόνες. Στο νέο πολιτικό λόγο, αντίθετα, η ικανότητα άσκησης ισχύος μετατρέπεται η ίδια σε αρετή. Η αυτοσυγκράτηση παρουσιάζεται ως αδυναμία, ο θεσμικός περιορισμός ως εμπόδιο και η επιβολή ως τρανή και… υπερήφανη απόδειξη εθνικής πολιτικής αποτελεσματικότητας.
Αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από μία απλή επιστροφή του εθνικισμού, καθώς αλλάζει το ηθικό κριτήριο με το οποίο κρίνεται η πολιτική.
Ο κόσμος του 1945 επιχείρησε να θέσει την ισχύ υπό τον έλεγχο των κανόνων. Ο σημερινός πολιτικός λόγος αρχίζει ξανά να θέτει τους κανόνες υπό τον έλεγχο της ισχύος.
Για την Ελλάδα αυτή δεν είναι θεωρητική συζήτηση. Η χώρα στηρίζει κρίσιμες θέσεις της έναντι της Τουρκίας στην ισχύ του διεθνούς δικαίου, από τις θαλάσσιες ζώνες και την ΑΟΖ έως το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων. Η Άγκυρα εξακολουθεί να διατηρεί το casus belli του 1995 έναντι μιας ενδεχόμενης ελληνικής επέκτασης στο Αιγαίο, ενώ ο Ερντογάν επανέλαβε μόλις τώρα ότι λύση στο Κυπριακό δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αναγνώριση «κυρίαρχης ισότητας» και διεθνούς καθεστώτος των Τουρκοκυπρίων — θέση που αποκλίνει από το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο του ΟΗΕ.
Και εδώ επιστρέφει η σημασία του πολιτικού λόγου. Όταν τέτοιες θέσεις διατυπώνονται από τον ίδιο τον ηγέτη, επαναλαμβάνονται και εντάσσονται σε μία ευρύτερη αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ισχύς νομιμοποιεί την αναθεώρηση των υφιστάμενων κανόνων, δεν παραμένουν απλή ρητορική. Δημιουργούν προσδοκίες στο εσωτερικό, δεσμεύσεις προς το εξωτερικό και, σταδιακά, αυξάνουν το κόστος της υπαναχώρησης. Ο λόγος διευρύνει το πεδίο μέσα στο οποίο η χρήση της ισχύος μπορεί αύριο να παρουσιαστεί ως φυσική, δικαιολογημένη — ακόμη και αναγκαία — συνέχεια όσων ειπώθηκαν σήμερα.
Όταν λοιπόν οι κανόνες παύουν να περιορίζουν την ισχύ και η ισχύς αρχίζει να καθορίζει ποιοι κανόνες θα ισχύσουν, το πρόβλημα για την Ελλάδα γίνεται απολύτως συγκεκριμένο: η σχέση με την Τουρκία κινδυνεύει ορατά να μετακινηθεί από το πεδίο της διεθνούς νομιμότητας στο πρακτικό πεδίο του συσχετισμού ισχύος.
Αυτή είναι η πραγματική επικινδυνότητα της σύγκλισης Τραμπ–Ερντογάν: δεν αλλάζουν απλώς τον πολιτικό λόγο. Νομιμοποιούν έναν κόσμο στον οποίο ο λόγος της ισχύος μπορεί να γίνει η πράξη της ισχύος.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Eρχεται τραπεζικό deal, το big short στην Metlen και η αποθέωση, οι ντομάτες του Θεοδωρόπουλου, η έδρα Μυστακίδη στο LSE, οι νέες business Χούμπαυλη, σε ποιο σπίτι στεγάζει τον έρωτά του ο 70χρονος πολιτικός
- Κρι Κρι: Ισχυρές επιδόσεις με όχημα το greek yoghurt
- Αναργύρειος και Κοργιαλένειος Σχολή: Το διαμάντι των Σπετσών διηγείται το παρελθόν, το παρόν και το όραμα για το μέλλον
- Metlen: H JP Morgan, το big short, και το super report με την τιμή στόχο τα 64 ευρώ – Όλο το παρασκήνιο