Η συζήτηση για την εκπαίδευση δεν μπορεί πλέον να γίνεται ανεξάρτητα από τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στην οικονομία και στην εργασία. Η τεχνητή νοημοσύνη, η πράσινη μετάβαση, η δημογραφική μεταβολή και οι νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής επηρεάζουν ήδη το περιεχόμενο πολλών επαγγελμάτων και δημιουργούν νέες απαιτήσεις για γνώσεις και δεξιότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εκπαίδευση οφείλει να προσαρμόζεται μηχανικά στις εκάστοτε ανάγκες της αγοράς. Ο ρόλος της είναι ευρύτερος: να προσφέρει στέρεη γνώση, να καλλιεργεί κρίση και αυτονομία και να δίνει σε κάθε άνθρωπο τα εφόδια για να συμμετέχει ισότιμα στην κοινωνική, δημοκρατική και οικονομική ζωή. Γι’ αυτό η ποιότητα της εκπαίδευσης αποτελεί ταυτόχρονα κοινωνικό και αναπτυξιακό ζήτημα και, ως τέτοιο, βρίσκεται εύλογα στον πυρήνα της δημόσιας πολιτικής για τα επόμενα χρόνια.
Η αφετηρία αυτής της συζήτησης βρίσκεται στο σχολείο. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιο μορφωτικό υπόβαθρο θέλουμε να εξασφαλίζεται σε κάθε παιδί, ανεξάρτητα από την περιοχή στην οποία ζει ή το εισόδημα της οικογένειάς του. Ένα σύγχρονο σχολείο χρειάζεται να παρέχει γνώσεις με συνοχή και βάθος και να βοηθά τους μαθητές να κατανοούν, να συνδέουν και να αξιοποιούν όσα μαθαίνουν. Παράλληλα, χρειάζεται να καλλιεργεί την κριτική σκέψη, τη συνεργασία, τη δημιουργικότητα, τις ψηφιακές ικανότητες και τη δημοκρατική συνείδηση. Από την εμπειρία μου στην εκπαιδευτική πολιτική, θεωρητικά και κυρίως στο πεδίο, έχω πειστεί ότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν αποτέλεσμα όταν συνδέονται με σαφή στόχο, συνέχεια, επιμονή και αξιολόγηση. Η ποιότητα του σχολείου κρίνεται τελικά από το αν μπορεί να προσφέρει σε όλους τους μαθητές πραγματικές δυνατότητες προόδου και να περιορίζει, όσο είναι δυνατόν, τις ανισότητες που προϋπάρχουν της σχολικής διαδρομής.
Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και ο Εθνικός Διάλογος που έχει ανοίξει η κυβέρνηση για το Λύκειο και το Εθνικό Απολυτήριο. Η συζήτηση αυτή έχει αξία ακριβώς επειδή αφορά τον πυρήνα της λειτουργίας του Λυκείου και δεν εξαντλείται σε μια αλλαγή του εξεταστικού συστήματος. Το ζητούμενο είναι ένα Λύκειο με αυτοτελή μορφωτικό ρόλο, ώστε η φοίτηση να μην οργανώνεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση. Ο αδιάβλητος χαρακτήρας των Πανελλαδικών Εξετάσεων αποτελεί κατάκτηση που οφείλουμε να διαφυλάξουμε. Ένα Απολυτήριο με ουσιαστικό περιεχόμενο και μια πιο ολοκληρωμένη αποτίμηση της μαθησιακής πορείας μπορούν να ενισχύσουν τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα του Λυκείου, εφόσον ο σχεδιασμός προχωρήσει με τεκμηρίωση, θεσμικό διάλογο και μελετημένη εφαρμογή.

Η σχέση της εκπαίδευσης με την παραγωγική οικονομία απαιτεί την ίδια σοβαρότητα. Οι ελλείψεις προσωπικού που εμφανίζονται σε αρκετούς κλάδους εξηγούνται σε ένα βαθμό από τις δεξιότητες που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα στους αποφοίτους του, αλλά και από κρίσιμες διαστάσεις του παραγωγικού μοντέλου, που, μεταξύ άλλων, συνδέεται με τις προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης και την επένδυση των επιχειρήσεων στο ανθρώπινο δυναμικό. Όταν νέοι με υψηλά προσόντα δυσκολεύονται να βρουν εργασία αντίστοιχη με τις σπουδές τους, ενώ ταυτόχρονα επιχειρήσεις αναζητούν εργαζομένους, το πρόβλημα αφορά τη συνολική αντιστοίχιση εκπαίδευσης, παραγωγής και ποιότητας της εργασίας. Εδώ η επαγγελματική εκπαίδευση μπορεί να έχει κρισιμότερο ρόλο. Προγράμματα με σαφές περιεχόμενο, ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, ποιοτική μαθητεία, δυνατότητες συνέχισης των σπουδών και προσόντα που αναγνωρίζονται στην επαγγελματική διαδρομή μπορούν να την καταστήσουν πιο ελκυστική και περισσότερο συνδεδεμένη με τις πραγματικές ανάγκες των νέων και της οικονομίας.
Ανάλογη σημασία έχει η διά βίου μάθηση. Η ιδέα ότι η εκπαίδευση ολοκληρώνεται με την απόκτηση ενός πτυχίου δεν ανταποκρίνεται πλέον στις συνθήκες της εργασιακής ζωής. Πολλοί εργαζόμενοι θα χρειαστεί να ανανεώσουν γνώσεις, να αποκτήσουν νέες δεξιότητες ή να αλλάξουν επαγγελματική κατεύθυνση περισσότερες από μία φορές. Για να είναι αυτή η δυνατότητα πραγματικά διαθέσιμη, χρειάζονται αξιόπιστα προγράμματα, διαφανείς μηχανισμοί πιστοποίησης και μεγαλύτερη συμμετοχή των επιχειρήσεων στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού.

Το ίδιο ισχύει για την ανώτατη εκπαίδευση. Ένα δημόσιο πανεπιστήμιο με ισχυρή ερευνητική δραστηριότητα, διεθνή παρουσία και ουσιαστική σχέση με την κοινωνία χρειάζεται ανθρώπινο δυναμικό, σύγχρονες υποδομές, φοιτητική μέριμνα και σταθερές δυνατότητες επιστημονικής εξέλιξης. Από αυτές τις συνθήκες εξαρτάται και η δυνατότητα της χώρας να συγκρατήσει ή να προσελκύσει νέους επιστήμονες. Και εκείνοι που έφυγαν θα αποφασίσουν να επιστρέψουν αν μπορούν να βρουν στην Ελλάδα σοβαρές επαγγελματικές προοπτικές και ένα περιβάλλον στο οποίο η γνώση και η προσπάθειά τους αξιοποιούνται.
Αν, λοιπόν, θέλουμε να συζητήσουμε σοβαρά για την Ελλάδα του 2030, πρέπει να δούμε την εκπαιδευτική πολιτική σε όλο το εύρος της: από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο και από την αρχική επαγγελματική εκπαίδευση μέχρι τη συνεχή επανακατάρτιση του εργαζομένου. Οι επιμέρους μεταρρυθμίσεις έχουν σημασία. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει να υπηρετούν μια κοινή κατεύθυνση: ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δίνει περισσότερες δυνατότητες στους ανθρώπους και ταυτόχρονα ενισχύει τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Η Ελλάδα του 2030 θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν θα καταφέρει να μετατρέψει αυτή την κατεύθυνση σε σταθερή εκπαιδευτική πραγματικότητα.
*η Ιωάννα Λυτριβη, PhD, είναι βουλευτής Επικρατείας με τη ΝΔ, τ. Υφυπουργός Παιδείας
Διαβάστε επίσης:
Ιωάννα Λυτρίβη στο mononews: Χρειαζόμαστε μια νέα εκπαιδευτική συμφωνία με διάρκεια
Νέο Λύκειο: Στο τραπέζι όλες οι αλλαγές – Πανελλαδικές, Εθνικό Απολυτήριο και νέα αξιολόγηση
Ζαχαράκη: «Δεν υπάρχει απόφαση κατάργησης των Πανελλαδικών» – Όλα όσα είπε για το νέο Λύκειο
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Γιατί η Κίνα δεν βιάζεται
- Buy, Hold or Sell: Άμεση Ανάλυση για Optima Bank, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Motor Oil, Jumbo, Chevron, Pfizer, Tesla
- Γιατί λάμπουν Optima, OTE, ΔΑΑ, Dimand, τα 150 εκατ. του Παππά, ο πόλεμος Καλαβρουζιώτη – Τσάφου, το κώνειο του ΚΜ, το 13άρι της Αγγελικούση, ο γάμος Βαρβέρη-Μιχαλοπούλου και το hot ταξίδι στο Παρίσι του πολιτικού με την πλατινομαλλούσα
- Γιατί οι ιδιοκτήτες στο NFL δεν βιάζονται να ανοίξουν περισσότερο την πόρτα στα επενδυτικά κεφάλαια