Η κριτική που επιμένει να ασκεί ο Αντώνης Σαμαράς στον Κυριάκο Μητσοτάκη για την εξωτερική πολιτική και ειδικά στον τομέα των Ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν είναι βάσιμη, ιδιαίτερα αν η σύγκριση δεν γίνει με αναφορά στις (κατά Σαμαρά) προθέσεις και στην ρητορική του Μητσοτάκη, αλλά με βάση τι συνέβη και τι δεν συνέβη στο πεδίο—στην πράξη. Η σύγκριση έχει σημασία, ενόψει της επικείμενης συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογκάν και της «τρελής» επίθεσης που εξαπέλυσε ο Σαμαράς κατά του Πρωθυπουργού.
Η περίοδος Σαμαρά (2012 – 2015) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως περίοδος έντασης χωρίς κρίσεις — οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν ήταν «καλές», ήταν όμως μάλλον ελεγχόμενες. Στο Αιγαίο, για παράδειγμα, υπήρχαν συνεχείς παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου, σταθερή πίεση στο FIR Αθηνών, διαρκής αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Από την άλλη μεριά δεν υπήρξαν θεαματικές εξάρσεις, επεισόδια τύπου «ερευνητικό σκάφος σε ελληνική υφαλοκρηπίδα», μετατροπή της έντασης σε πολιτικό γεγονός πρώτης γραμμής. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Τουρκία προκαλούσε, αλλά εντός γνωστού πλαισίου. Κλιμάκωση ρίσκου δεν υπήρχε.
Αυτό επέτρεψε στον Αντώνη Σαμαρά να επιλέξει τους χαμηλούς τόνους ως στρατηγική, ιδιαίτερα επειδή τα εσωτερικά προβλήματα κατέληγαν σε μία Ελλάδα οικονομικά και αμυντικά αδύναμη σε σύγκριση με την Τουρκία. Έτσι, η κυβέρνηση Σαμαρά απέφυγε ρητορικές κλιμάκωσης, ακόμη και σε περιόδους αυξημένων παραβιάσεων, δεν «σήκωσε» πολιτικά κανένα επεισόδιο, κράτησε τη διαχείριση αυστηρά σε θεσμικό και διπλωματικό επίπεδο.
Παράλληλα, κι εδώ είναι που η κριτική Σαμαρά κατά του Μητσοτάκη είναι παντελώς αβάσιμη, ο διάλογος δεν σταμάτησε, χωρίς αυτό να συνεπάγεται υποχρεωτικά απόπειρα να βρεθεί κάποια λύση—μερική ή συνολική. Πολύ απλά συνεχίστηκαν τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) και είχαμε μάλιστα την επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα το 2013. Ήταν ένα γεγονός που παρήγαγε μηδενικό αποτέλεσμα πέρα από την επιβεβαίωση ότι διάλογος διεξάγεται ακόμη κι αν δεν παράγει στρατηγικό αποτέλεσμα, δεν δημιουργεί νέες προσδοκίες, δεν ανοίγει προοπτικές για διευθετήσεις.
Από το 2019 και μετά, το τοπίο αλλάζει ριζικά – όχι θεωρητικά, αλλά πρακτικά, και συμπίπτει με την εξελίξη του Ερντογάν σε ηγέτη αυταρχικό και αναθεωρητικό. Έτσι, ουσιαστικά για πρώτη φορά στον 21ο αιώνα, το τουρκικό ερευνητικό πλοίο Oruc Reis κινείται σε περιοχές ελληνικών συμφερόντων, το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπονται σε διαρκές πεδίο κρίσης με ευθύνη της Τουρκίας, η ένταση παύει να είναι κατά μία έννοια λανθάνουσα και εξελίσσεται σε κεντρικό πολιτικό γεγονός. Το χειρότερο; Η μετανάστευση αποκτά διάσταση ανοιχτού υβριδικού πολέμου της Τουρκίας κατά της Ελλάδος.
Το δίδυμο Μητσοτάκη – Δένδια αλλάζει πλεύση: διεθνοποιεί την κρίση, την «τοποθετεί» στο ευρωπαϊκό πλαίσιο συμμαχιών, υιοθετεί ρητορική που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υψηλής έντασης και ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται την ευνοϊκή οικονομική εξέλιξη και αρχίζει να υλοποιεί ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα αναβάθμισης της αμυντικής ισχύος της χώρας.
Τα γεγονότα δείχνουν έτσι κάτι το πολύ απλό: επί Σαμαρά υπήρχε μόνιμη τουρκική αμφισβήτηση, αλλά καμία κρίση υψηλού ρίσκου. Επί Μητσοτάκη υπάρχει διπλωματική κινητικότητα, αλλά αυτή χρησιμεύει για να αποδυναμώσει τις επανειλημμένες επικίνδυνες στιγμές κρίσης. Η περίοδος Σαμαρά, λοιπόν, δεν ήταν περίοδος επιτυχίας. Ήταν περίοδος αποφυγής αποτυχίας. Σε στρατηγικό επίπεδο, η κριτική Σαμαρά επιλέγει να αγνοήσει ότι η διπλωματική προσέγγιση δεν ισοδυναμεί με αδράνεια αλλά με προσπάθεια να αποφευχθεί θερμό επεισόδιο—που εύκολα γενικεύεται. Κι ο Μητσοτάκης δεν ήταν και δεν είναι διατεθειμένος να υποστεί ήττα αλά Σημίτη –Ίμια.
Χάρις στις αποφάσεις που πάρθηκαν, και σε αντίθεση με την περίοδο Σαμαρά, σήμερα η χώρα μας είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει ένα θερμό επεισόδιο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η Τουρκία μπορεί να λέει και να διαλαλεί πολλά, αλλά στην ουσία να πράττει λίγα. Οι αναθεωρητικές φιλοδοξίες, εξάλλου, του Ερντογάν και ιδιαίτερα ο στόχος του να αναπτυχθεί η Τουρκία σε ισχυρή περιφερειακή δύναμη δεν βρίσκει ερείσματα ούτε στις Αραβικές Χώρες, ούτε βέβαια στο Ισραήλ, και κατά τα φαινόμενα ούτε στις ΗΠΑ του Τραμπ—ο οποίος διακαώς επιδιώκει την σταθεροποίηση της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής ως μέρος του στρατηγικού σχεδιασμού του να σταματήσει την προέλαση της Κίνας.
Άριστα πράττει ο Μητσοτάκης να συναντηθεί με τον Ερντογάν. Αυτό δεν έκανε και ο Σαμαράς; Η δίκη προθέσεων στην οποία επιδίδεται ο Σαμαράς (προθέσεων που ο ίδιος εικάζει χωρίς απόδειξη) είναι εθνικά επικίνδυνη, πολιτικά αποσταθεροποιητική και ηθικά αβάσιμη.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Αταλάντη Μαρτίνου: Ο Κωνσταντίνος Γιώτης με απαλό άγγιγμα
- ΑΔΜΗΕ: Αντίστροφη μέτρηση για την αύξηση κεφαλαίου 1 δις – Τα επόμενα βήματα
- Τριπλά κερδισμένοι AKTOR και Metlen από την είσοδό τους στον ΒΟΑΚ – Στο τιμόνι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ
- Οι 3+1 απειλές σε τράπεζες και οικονομία από την απόφαση του Αρείου Πάγου για τα δάνεια
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ