Πριν από κάποια (όχι και τόσο πολλά) χρόνια με επίταση προβαλλόταν το επιχείρημα πως το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς και η πανσπερμία των επιχειρήσεων, εμπόδιζε την «απόκτηση οικονομικών μεγέθους» κι αυτό οδηγούσε σε συγκριτικά με άλλες χώρες υψηλά κόστη, υψηλές τιμές και αδυναμία ανταγωνισμού.
Σήμερα, το αφήγημα έχει ανατραπεί: σε μεγάλο βαθμό η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται ως ολιγοπωλιακή με αποτέλεσμα να είναι μεν διεθνώς πιο ανταγωνιστική, για τον Έλληνα πολίτη, όμως, η ακρίβεια παραμένει το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα. Οι μεγάλες εταιρείες που κατέχουν ολιγοπωλιακή θέση (ή συμπράττουν σε καρτέλ) χρεώνουν με στόχο την μεγιστοποίηση κερδών, εκεί δε που δεν υπάρχει διεθνής ανταγωνισμός οι πολλές μικρές επιχειρήσεις χρεώνουν ανάλογα με τι «σηκώνει» η αγορά. Είναι βέβαιο, ότι αυτή η κατάσταση απασχολεί τον Έλληνα πολίτη πολύ περισσότερο από το εκκολαπτόμενο κόμμα Καρυστινού (αυτή κι αν είναι εργαλειοποίηση του πόνου) ή την διαγραφή Φαραντούρη (αυτή κι αν είναι είδηση άνευ σημασίας).
Μάταια προσπαθεί ο δύστυχος Τάκης Θεοδωρικάκος να ελέγξει την κατάσταση. Η ελληνική τουλάχιστον ακρίβεια είναι σε μεγάλο βαθμό το δομικό σύμπτωμα ενός οικονομικού μοντέλου που τείνει σταθερά προς τον ολιγοπωλιακό συγκεντρωτισμό.
Η ελληνική τραπεζική αγορά είναι ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα. Τέσσερις συστημικές τράπεζες ελέγχουν περίπου το 95% του ενεργητικού. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν συνιστά παρανομία. Το πρόβλημα είναι η ομοιομορφία συμπεριφοράς με αναφορά στα υψηλά περιθώρια επιτοκίων,, την κατά κανόνα καθυστερημένη και περιορισμένη αύξηση επιτοκίων καταθέσεων και τις σχεδόν ταυτόσημες χρεώσεις και προμήθειες. Απαιτήθηκε, καθυστερημένη και περιορισμένη κρατική παρέμβαση, για να επέλθει κάποια ισορροπία ως προς το τελευταίο. Σε μια αγορά με πραγματικό ανταγωνισμό, αυτές οι πρακτικές θα οδηγούσαν σε απώλεια μεριδίων. Στην Ελλάδα, οδηγούν σε κερδοφορία (π.χ. υψηλά μερίσματα) χωρίς ιδιαίτερη πιστωτική επέκταση. Η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων παραμένει ισχνή, όχι επειδή «δεν υπάρχουν χρήματα», αλλά επειδή αφενός δεν υπάρχει πίεση να διοχετευθούν, αφετέρου οι τράπεζες δεν έχουν ανοχή στην ανάληψη ρίσκου. Ας δούμε τι θα κάνει η CrediaBank.
Στην αγορά ηλεκτρισμού, η ιστορικά δεσπόζουσα θέση της ΔΕΗ συνυπάρχει πλέον με λίγους καθετοποιημένους ιδιώτες πάροχους. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά με υψηλό δείκτη συγκέντρωσης, περιορισμένη διαφοροποίηση τιμολογίων, και την μη συμμετρική μετακύλιση στον καταναλωτή των όποιων μειώσεων στην χονδρική. Άσε που το παιγνίδι με τα χρώματα των τιμολογίων έχει αυξήσει την έλλειψη διαφάνειας.
Αντίστοιχα, στα καύσιμα, δύο μεγάλα διυλιστήρια και ελάχιστοι ισχυροί χονδρέμποροι διαμορφώνουν τις τιμές σε ένα πλαίσιο χαμηλής διαφάνειας. Οι τιμές ανεβαίνουν γρήγορα και πέφτουν αργά. Όχι από συνωμοσία, αλλά επειδή η αγορά το επιτρέπει.
Η ακρίβεια στα τρόφιμα δεν εξηγείται μόνο από το κόστος παραγωγής. Η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από διπλή συγκέντρωση με λίγες μεγάλες αλυσίδες λιανικής και λίγους μεγάλους προμηθευτές. Ο αγρότης και ο μικρός μεταποιητής έχουν μηδενική διαπραγματευτική ισχύ. Οι τιμές παραγωγού παραμένουν πιεσμένες, ενώ οι τελικές τιμές αυξάνονται. Αυτό δεν είναι αποτυχία ελέγχων — είναι δομικό αποτέλεσμα της λειτουργίας μίας ολιγοπωλιακής συγκέντρωσης.
Η αγορά τηλεπικοινωνιών λειτουργεί με τρεις βασικούς πάροχους. Παρά τις επενδύσεις σε δίκτυα, οι τιμές δεδομένων και υπηρεσιών παραμένουν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Οι εναλλακτικοί πάροχοι δεν κατάφεραν ποτέ να λειτουργήσουν ως ανταγωνιστικός μοχλός. Όχι επειδή «δεν υπήρχε ενδιαφέρον», αλλά επειδή τα εμπόδια εισόδου είναι υψηλά, κυρίως λόγω των υψηλών επενδύσεων που απαιτούνται για την είσοδο στην αγορά.
Στις μεγάλες κατασκευές, τις παραχωρήσεις και τα ΣΔΙΤ, η εικόνα είναι γνώριμη: λίγοι μεγάλοι όμιλοι, επαναλαμβανόμενοι διαγωνισμοί, ισχυρή πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση και χαμηλή πιθανότητα εισόδου νέων παικτών. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα όπου η ανάπτυξη τρέχει, τα έργα υλοποιούνται, αλλά ο ανταγωνισμός παραμένει περιορισμένος. Η αγορά λειτουργεί, αλλά δεν ανανεώνεται—παρά μόνο με την είσοδο παικτών από το εξωτερικό που ήδη μετέχουν σε μεγάλα ξένα ολιγοπώλια και καρτέλ.
Για να αποδίδονται τω Καίσαρι τα του Καίσαρος, δεν είναι και τόσο τυχαίο το γεγονός ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει μετατοπίσει το βάρος της από μεμονωμένες υποθέσεις σε κλαδικές έρευνες. Αυτό από μόνο του είναι παραδοχή ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς η παραβατικότητα, αλλά η δομή της αγοράς. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε πως θα αντιδράσει στην ιστορία Allwyn – ΟΠΑΠ και, πολύ περισσότερο διότι εδώ υπεισέρχονται και στοιχεία εθνικής ασφάλειας στην ακτοπλοΐα, στην –κατά τις πληροφορίες—πρόταση προς Grimaldi. Η είσοδος ξένων εταιρειών έχει αυτόματα χαρακτηριστεί ως ευνοϊκή για μία οικονομία όπως η ελληνική που υποφέρει από έλλειψη επενδυτικών κεφαλαίων. Αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι δεν πρόκειται για greenfield investments, η παρουσία των ξένων εταιρειών στην Ελλάδα με την μορφή της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο, έχει τείνει να μειώσει τον ανταγωνισμό και να αυξήσει τις τιμές.
Μήπως η κυβέρνηση θα όφειλε να αλλάξει την γωνία προοπτικής της;
Διαβάστε επίσης
Το επιτελικό κράτος όφειλε να γνωρίζει – κι όμως στο Ταμείο χάθηκε η καθημερινότητα
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Πέθανε ο ηθοποιός Χρήστος Πολίτης, ο εμβληματικός «Γιάγκος Δράκος» της «Λάμψης»
- Ένα μίλι μακριά, στη Μινεάπολη
- Τα πρόστιμα 7.000 ευρώ στους αγρότες, τα 10 κεράκια του ΚΜ, η κυριαρχία Ζαχαράκη, το ΚΑΡΠΑ της Νίκης και το σκάνδαλο στην Κύπρο
- Απ. Βακάκης: Μερισματικό bonus 67 εκατ. στους μετόχους της Jumbo και… βολές για τα αγροτικά μπλόκα και το πολιτικό σύστημα