bloomberg

Financial Times

Astir Palace: Η νέα εποχή της «grande dame» της Αθηναϊκής Ριβιέρας

  • της Rebecca Rose


«Λοιπόν, πώς σου φαίνεται;», ρωτά με ανυπομονησία η γυναίκα στον ανελκυστήρα. «Ερχόμουν εδώ πολύ με την οικογένειά μου και το να επιστρέφω είναι συγκινητική εμπειρία», λέει.

Ντυμένη με ένα κοντό, αεράτο φόρεμα και πέδιλα, εξηγεί ότι μεγάλωσε στην Αθήνα, αλλά τώρα ζει στο Λονδίνο και πως αυτή είναι η πρώτη φορά που έρχεται στο Astir Palace μετά την πρόσφατη ανακαίνισή του. Ανακαίνιση που κράτησε 2,5 χρόνια και κόστισε 250 εκατ. ευρώ.

Από την πλευρά μου, έχοντας φτάσει με πτήση της Aegean στις 3 τα ξημερώματα το προηγούμενο βράδυ, το μόνο που είχα προλάβει μόλις και μετά βίας να γνωρίσω ήταν το επενδεδυμένο με μάρμαρο lobby και η άνεση του γιγάντιου κρεβατιού μας. Δεν ένιωθα ότι μπορούσα να της πω και πολλά. Ήταν 11 το πρωί και κατεβαίναμε και οι δύο στο ισόγειο, για να συναντήσουμε τις οικογένειές μας στην πισίνα. Μισοκλείνοντας τα μάτια θαμπωμένη από το έντονο φως του μαγιάτικου πρωινού, αισθάνθηκα αμέσως ότι αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη πισίνα ξενοδοχείου. Ήταν ένα αριστοτεχνικά διαμορφωμένο σκηνικό για μια χαλαρή ημέρα κοινωνικοποίησης, πίνοντας κοκτέιλ, στον ήλιο.

Οι τρεις, συνδεδεμένες μεταξύ τους, θερμαινόμενες πισίνες, με τις ελιές στη μέση να μοιάζουν σαν να επιπλέουν, περιβάλλονταν από λευκές ξαπλώστρες και καμπάνες, κάποιες από τις οποίες διαθέτουν καναπέδες και μίνι κουζίνες.

Η καμπύλη της ακτογραμμής ήταν διάσπαρτη με καμπάνες μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι σου.

Πολλές από τις ξαπλώστρες ήταν πιασμένες από ζευγάρια, γυναίκες με αποκαλυπτικά μαγιό και διάφανα καφτάνια, άντρες με ρετρό σορτς και γυαλιά καθρέφτες, ένα ποτήρι Aperol Spritz στο ένα χέρι, ένα κινητό στο άλλο.

Ο θόρυβος που γίνεται για αυτό το μέρος δεν είναι περίεργος: το Astir Palace ήταν το «It girl» της Αθηναϊκής Ριβιέρας από τότε που πρωτοάνοιξε τις πύλες του, τη δεκαετία του 1960.

Χτισμένο σε ένα πανέμορφο πευκόφυτο ακρωτήρι, το ξενοδοχείο χτίστηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας που ξεκίνησε μετά τον πόλεμο για την αύξηση του τουρισμού και τη δημιουργία μιας ριβιέρας ανταγωνιστικής της Côte d’Azur. Και από εκεί παρέλασαν, κατά τη διάρκεια του χρόνου, κάποιες από τις πιο λαμπερές προσωπικότητες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων, φυσικά, του Αριστοτέλη Ωνάση και της Τζάκι Κένεντι

«Όλοι όσοι έμεναν εκεί ήταν διεθνώς αναγνωρισμένες προσωπικότητες. Ο Ωνάσης ήταν πιθανότατα ο φτωχότερος όλων», αναφέρει ο Γρηγόρης Κασιδόκωστας, ιδρυτής της σχολής θαλάσσιου σκι του Αστέρα, στο βιβλίο του «Astir: the Legacy», μία γραμμένη το 2016 ιστορία του resort.

Ο Γρηγόρης Κασιδόκωστας

Ο Φρανκ Σινάτρα αναγκάστηκε να το σκάσει από την πίσω πόρτα της κουζίνας του εστιατορίου για να αποφύγει τα πλήθη, ενώ η Μπριζίτ Μπαρντό προκαλούσε τόση αναστάτωση με την παρουσία της που επιστράτευσε μία σωσία της, με μαντήλι και γυαλιά ηλίου και όλα, για να κάνει ηλιοθεραπεία στην παραλία του ξενοδοχείου προκειμένου να ικανοποιηθούν οι φωτορεπόρτερ. Η πραγματική Μπαρντό, στο μεταξύ, παράγγελνε room service στη σουίτα της.

Φωτογραφία από τον Αστέρα το 1961

Ο Ρούντολφ Νουρέγεφ, η Λάιζα Μινέλι, η Τζέιν Φόντα, ο Πολ Νιούμαν, ο Ρότζερ Μουρ, ο Σαρλ Αζναβούρ και ο Βαγγέλης ήταν όλοι εκεί όπως και αρχηγοί κρατών όπως ο Νίξον, ο Κάρτερ, ο Μιτεράν, η Θάτσερ, ο Μαντέλα και, πιο πρόσφατα, ο Ομπάμα.

Σιγά σιγά η περιοχή άρχισε να γίνεται όλο και πιο δημοφιλής και μετά το άνοιγμα του γεμάτου glamour yacht club, της μαρίνας και ενός beach club, άρχισε να προσελκύει μια ελίτ από εφοπλιστές, επιχειρηματίες και πολιτικούς.

Το beach club έχει ακόμη και τα δικά του αρχαία: εκείνα του ναού του Απόλλωνα Ζωστήρα του 6ου αιώνα π.Χ. που ανακαλύφθηκε το 1924 από παιδιά ενός γειτονικού ορφανοτροφείου που έσκαβαν στην άμμο. (Το ορφανοτροφείο, το οποίο λειτουργεί ακόμα, παραμένει, κάπως παράταιρα είναι η αλήθεια, κομμάτι της έκτασης του ομίλου Astir).

Το ξενοδοχειακό συγκρότημα, που αναπτύσσεται σε τρία μέρη, χτίστηκε σταδιακά.

Πρώτα κατασκευάστηκε μία ομάδα από μπανγκαλόου, το 1961, ακολούθησε το ξενοδοχείο Αρίων, το 1964, και τέλος το Ναυσικά που θυμίζει περισσότερο resort, το 1979.

Συνολικά, υπάρχουν 303 δωμάτια, σουίτες και μπανγκαλόου.

Η αψεγάδιαστη μοντερνιστική σχεδίαση από σκυρόδεμα και οι ευάεροι εσωτερικοί χώροι με τα έπιπλα των Charles και Ray Eames και του Φινλανδού αριστοτέχνη Eero Saarinen, έγιναν σύμβολο της σύγχρονης Ελλάδας. Και, καθώς απείχε μόλις μισή ώρα από το (παλιό) διεθνές αεροδρόμιο της Αθήνας, το ξενοδοχείο έγινε σύντομα πόλος έλξης για το διεθνές τζετ σετ.

Ακόμη πιο ικανοποιητικό όμως και από τους πασπαλισμένους με χρυσόσκονη επισκέπτες του είναι ίσως οι πολλές αθηναϊκές οικογένειες που παρέμειναν πιστές στο ξενοδοχείο για γενιές ολόκληρες. Όπως της κυρίας στον ανελκυστήρα.

Και υπάρχουν και εκείνοι για τους οποίους η πολυτελής αυτή ανακαίνιση είναι συναρπαστική και συναισθηματικά φορτισμένη την ίδια στιγμή. Μήπως έχασε την αίσθηση που απέπνεε; Θα είναι το ίδιο καλό το σέρβις; Θα αλλάξει η πελατεία; Μην είναι αποτρεπτικές οι τιμές εκκίνησης: €350 για το φθηνότερο μπανγκαλόου, €450 για ένα δωμάτιο ξενοδοχείου;

Το ξενοδοχείο και το beach club, πλειοψηφικός μέτοχος των οποίων ήταν η Εθνική Τράπεζα, πωλήθηκαν το 2016 στο πλαίσιο της προσπάθειας μείωσης του ελληνικού χρέους.

Η νέα ιδιοκτησία, το fund Jermyn Street (ένα επενδυτικό fund που ανήκει στο Άμπου Ντάμπι, στο Κουβέιτ και τον τουρκικό όμιλο Dogus), ανέθεσε τη διαχείριση του ξενοδοχείου στην Four Seasons. Δίνοντας στους Καναδούς την πρώτη εκμετάλλευσή της στην Ελλάδα.

Την ανακαίνιση που ακολούθησε ανέλαβαν τα ελληνικά αρχιτεκτονικά γραφεία AETER και K-studio, όπως και η Meyer Davis με έδρα τη Νέα Υόρκη.

Στο μεταξύ, τη σχεδίαση των τριών χώρων των εστιατορίων και των μπαρ ανέλαβε ο Σουηδός μάστερ στο ντιζάιν ξενοδοχειακών εσωτερικών χώρων, Martin Brudnizki.

Οι χρονολογούμενες από τη δεκαετία του 1960 καθαρές γραμμές της πρόσοψης του «Αρίων» και η κλιμακωτή διάρθρωση του «Ναυσικά», η οποία ακολουθεί την καμπύλη του απόκρημνου ακρωτηρίου διατηρήθηκαν αναλλοίωτες, αν και το εκτυφλωτικό σκυρόδεμα μοιάζει να πέρασε μια καλή αμμοβολή.

Στην πρώτη ματιά το ξενοδοχείο φαίνεται να μην έχει αλλάξει, αλλά οι εσωτερικοί του χώροι έχουν ανασχεδιαστεί πλήρως. Για να μπορεί να εισέρχεται περισσότερο φως και να αποπνέουν περισσότερο Ελλάδα, κάτι που φαίνεται από τα 2.000 έργα Τέχνης σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών που κοσμούν τους χώρους του.

Και παρ’ όλο που η αισθητική της δεκαετίας του 1960 διατηρήθηκε στα έπιπλα και στον φωτισμό, ο χώρος ανασχεδιάστηκε για να υπηρετήσει μία πελατεία με διαφορετικές, αναπόφευκτα, συνήθειες και προτεραιότητες: μια επιθυμία για λιγότερη επισημότητα, περισσότερη χαλάρωση και τη δυνατότητα απόλαυσης ενός γεύματος ή και ενός ποτού οποιαδήποτε ώρα της μέρας.

Την ίδια στιγμή, το θέρετρο του Αστέρα προσπαθεί να είναι πιο φιλικό προς το περιβάλλον: έχει μηδενική ανοχή στα πλαστικά, ενώ τα φυτά και τα βότανα που φύονται στους χώρους του αξιοποιούνται όλα στην κουζίνα και σε προϊόντα spa (τα βότανα μετατρέπονται σε αιθέρια έλαια ταξιδεύοντας στην Ελβετία).

Το πιο σημαντικό όμως είναι ίσως ότι το προσωπικό των 650 ατόμων που εργάζεται στο ξενοδοχείο είναι σε ποσοστό 90% Έλληνες, εκπαιδευμένοι σύμφωνα με τα αυστηρά πρότυπα της Four Seasons.

Ο χώρος του μπαρ «Αύρα» στο «Ναυσικά», σχεδιασμένος από τον Brudnizki και την ομάδα του, με τα τεράστια διώροφα παράθυρά του να υψώνονται από το πάτωμα μέχρι την οροφή με θέα στη θάλασσα και στην ακτογραμμή της Βουλιαγμένης, τώρα έχει ένα trendy κεντρικό μπαρ, μια κίνηση που, σύμφωνα με τον Brudnizki, καταργεί «την αίσθηση της ιεραρχίας στον χώρο, βοηθά να πέσουν οι φραγμοί μεταξύ των πελατών και ενθαρρύνει την αλληλεπίδραση και την εορταστική ατμόσφαιρα».

Avra, Astir Palace

Στο «Αρίων», στο ελληνικό εστιατόριο «Πέλαγος», μπορεί να απολαύσει κανείς ψάρια της Μεσογείου, ψημένα ολόκληρα και, όπως διαφημίζεται και από το ξενοδοχείο, τα οποία ξεκοκαλίζονται δίπλα στο τραπέζι.

Ο κομψός αυτός χώρος δίνει την αίσθηση παλιομοδίτικου γιοτ, με το λαμπερό μαρμάρινο πάτωμά του σχεδιασμένο από τον Brudnizki έτσι ώστε να παραπέμπει σε μοτίβα από σημαίες πλοίων.

Για εκείνους που θέλουν μία πιο χαλαρή ατμόσφαιρα διακοπών, η «Taverna 37» δίπλα στη θάλασσα προσφέρει μια πεντανόστιμη ελληνική σαλάτα 2.0 και (όπως και όλα τα υπόλοιπα εστιατόρια) ένα απλό, φθηνό παιδικό μενού για τους μικρούς φίλους που δεν τους αρέσει το ψητό χταπόδι.

Κατά τη διάρκεια της σύντομης διαμονής μας, όλα τα δωμάτια ήταν γεμάτα. Αλλά μαζί με τις ομάδες των αθηναϊκών οικογενειών που επέστρεφαν, επιθεωρώντας προσεκτικά τη νέα εικόνα του ξενοδοχείου, είχε κάνει την εμφάνισή του και ένας νέος τύπος πελάτη: ο «groupie» της Four Seasons, ο πιστός στο brand, εύπορος διεθνής ταξιδιώτης.

Δύσκολο να πει κανείς ποιος θα είναι πιο απαιτητικός. Ήταν η μέρα των εκλογών και η αργία της Δευτέρας επέτρεπε λίγα παραπάνω κοκτέιλ. Ξαπλωμένη δίπλα στην πισίνα, σκέφτηκα ότι ήταν σαν να βρίσκεσαι σε κάποιο σικ νησιωτικό θέρετρο και όμως κάπου πέρα από τους λόφους της Βουλιαγμένης βρισκόταν η Ακρόπολη – μόλις 45 λεπτά μακριά με ένα ταξί. Λίγο υπερβολικά μακριά, δυστυχώς, για να προλάβω να πάω και να γυρίσω πριν από το μεσημεριανό.