Τα 167 ευρώ ανά μεγαβατώρα φτάνει η τιμή της ενέργειας σήμερα στη χονδρεμπορική αγορά ακολουθώντας σταθερά ανοδική πορεία τις τελευταίες ημέρες, σε πλήρη αναλογία με τις τιμές του φυσικού αερίου.

Ειδικότερα, ενώ την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου η μέση τιμή χονδρεμπορικής  στην Ελλάδα ήταν 84,7 ευρώ/μεγαβατώρα, η μέση τιμή από την αρχή αυτή της εβδομάδας είναι στα 140 ευρώ/μεγαβατώρα εκτοξεύοντας τη μέση τιμή των πρώτων 23 ημερών του μήνα στα 127,91 ευρώ/ μεγαβατώρα. Με δεδομένο τις καιρικές συνθήκες, αναμένεται ανοδική πορεία των τιμών μέχρι το τέλος του μήνα, κάτι που θα επηρεάσει τους καταναλωτές με κυμαινόμενα τιμολόγια ρεύματος και το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας που καθορίζεται από τις τιμές στη χονδρεμπορική.

1

Η Ελλάδα αναδεικνύεται ως μία από τις αγορές που είναι πιο εκτεθειμένες στην απότομη αύξηση της τιμής του αερίου  και έχει σήμερα την 5η ακριβότερη τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ενώ  οι τιμές ενέργειας σε όλη την Ευρώπη έχουν αυξηθεί απότομα, εντείνοντας την πίεση τόσο στους καταναλωτές όσο και στις επιχειρήσεις.

Η Ν.Α Ευρώπη με τις υψηλότερες τιμές

Τις υψηλότερες τιμές έχουν οι χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η Ουκρανία καταγράφει μακράν την υψηλότερη τιμή, κοντά στα 296 €/MWh, αντανακλώντας τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες λειτουργίας του συστήματος λόγω του πολέμου, τις καταστροφές υποδομών και την περιορισμένη πρόσβαση σε φθηνή παραγωγή. Πολύ κοντά ακολουθούν η Ρουμανία και η Βουλγαρία, με τιμές άνω των 280 €/MWh, σχηματίζοντας έναν «ακριβό ενεργειακό θύλακα» στα Βαλκάνια, όπου η υψηλή ζήτηση, η εξάρτηση από φυσικό αέριο και οι περιορισμένες διασυνδέσεις πιέζουν έντονα τις τιμές.

Στην ίδια ζώνη υψηλού κόστους εντάσσονται η Κροατία (πάνω από 220 €/MWh) και η Σλοβακία (περίπου 162 €/MWh), ενώ η Ελλάδα κινείται επίσης σε αυξημένα επίπεδα, γύρω στα 167 €/MWh. Η ελληνική αγορά επηρεάζεται αφενός από τη σημαντική συμμετοχή μονάδων φυσικού αερίου στις ώρες αιχμής και αφετέρου από τη δομή των διασυνδέσεων, που δεν επιτρέπει πάντα την πλήρη σύγκλιση με τις φθηνότερες αγορές της Δυτικής Ευρώπης.

Περνώντας στην Κεντρική Ευρώπη, οι τιμές εμφανίζονται σαφώς χαμηλότερες αλλά παραμένουν τριψήφιες. Η Γερμανία, το Βέλγιο, η Αυστρία και η Πολωνία κινούνται στη ζώνη των 100–140 €/MWh, αντικατοπτρίζοντας ένα μείγμα αυξημένης ζήτησης, περιοδικά χαμηλής παραγωγής από ΑΠΕ και καθοριστικής επίδρασης του φυσικού αερίου στον σχηματισμό της οριακής τιμής.

Αντίθετα, στην Βόρεια και Βορειοδυτική Ευρώπη η εικόνα είναι αισθητά πιο ήπια. Οι σκανδιναβικές χώρες, όπως η Νορβηγία και η Σουηδία, κινούνται κοντά στα 98 €/MWh, επωφελούμενες από την υψηλή διαθεσιμότητα υδροηλεκτρικής παραγωγής. Η Δανία βρίσκεται ακόμη χαμηλότερα, γύρω στα 86 €/MWh, ενώ η Γαλλία καταγράφει παρόμοια επίπεδα, χάρη στη συνεισφορά της πυρηνικής ενέργειας. Το Ηνωμένο Βασίλειο κινείται λίγο πάνω από τα 100 €/MWh, διατηρώντας μια ενδιάμεση θέση μεταξύ ηπειρωτικής Ευρώπης και σκανδιναβικής σταθερότητας.

Στον αντίποδα του ευρωπαϊκού χάρτη, η Ιβηρική Χερσόνησος ξεχωρίζει ως η φθηνότερη περιοχή. Η Ισπανία, με τιμή λίγο πάνω από τα 50 €/MWh, εμφανίζει τη χαμηλότερη χονδρεμπορική τιμή για την επόμενη ημέρα, αποτέλεσμα της υψηλής συμμετοχής ΑΠΕ, της ηλιακής παραγωγής και της σχετικής ενεργειακής απομόνωσης της αγοράς από τις ακριβότερες ζώνες της Κεντρικής Ευρώπης.

Άνοδος τιμών και για το αέριο

Η τιμή του  φυσικού αερίου στο ολλανδικό hub TTF,  άγγιξε τα 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα (€/MWh)   χθες η πριν κλείσει τη συνεδρίαση λίγο χαμηλότερα, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά έχει μπει εκ νέου σε φάση αυξημένης νευρικότητας. Το επίπεδο αυτό, αν και απέχει σημαντικά από τα ακραία ιστορικά υψηλά της ενεργειακής κρίσης, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι το φυσικό αέριο παραμένει ευάλωτο σε εξωγενείς πιέσεις, ακόμη και μέσα σε έναν χειμώνα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν διαχειρίσιμος. Σε μια περίοδο περίπου 10 ημερών, οι τιμές της TTF αυξήθηκαν κατά περίπου 32%. Στις 21 Ιανουαρίου, τα συμβόλαια του Φεβρουαρίου αυξήθηκαν στα 36,60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 27,69 ευρώ στις 8 Ιανουαρίου. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες και τα περιορισμένα ενεργειακά αποθέματα έφεραν τα αποθέματα φυσικού αερίου πολύ κάτω από τα εποχιακά πρότυπα στις χώρες που λειτουργούν εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου.

Οι καιρικές συνθήκες έχουν τροφοδοτήσει απότομες διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά φυσικού αερίου της Ευρώπης, ιδίως  στο TTF, τον κύριο κόμβο εμπορίας φυσικού αερίου της περιοχής. Τα χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου έχουν προσθέσει περαιτέρω ώθηση στην κερδοσκοπική δραστηριότητα, ενισχύοντας την ανοδική πίεση στις τιμές και ωθώντας υψηλότερα το συνολικό κόστος ενέργειας. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Bloomberg, τα hedge funds και άλλοι κερδοσκοπικοί παράγοντες μετακινήθηκαν σε long θέσεις, ενισχύοντας το ράλι. Η μετατόπιση ακολούθησε την αυξημένη ζήτηση ενέργειας για θέρμανση που προκλήθηκε από ακραίες καιρικές συνθήκες σε όλη την Ευρώπη. Νωρίτερα τον Ιανουάριο, τα funds πουλούσαν συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για να κλείσουν θέσεις, πριν αντιστρέψουν την πορεία τους καθώς οι συνθήκες έγιναν πιο αυστηρές.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Citi, η ζήτηση φυσικού αερίου στην Ευρώπη αυξάνεται κατά μέσο όρο 3,3 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα τον μήνα για κάθε βαθμό Κελσίου που μειώνεται όταν οι θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 0 και 5 βαθμών Κελσίου.

Σύμφωνα με ένα σενάριο όπου τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο, θα υπάρχουν οι ψυχρές συνθήκες του 2018, η συσσωρευμένη πρόσθετη ζήτηση κατά το πρώτο τρίμηνο θα έφτανε περίπου τα 20 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Αυτό θα μείωνε τα αποθέματα μέχρι το τέλος Μαρτίου σε ποσοστό μεταξύ 15% και 20% της χωρητικότητας, σε σύγκριση με μια βασική πρόβλεψη για περίπου 38%.

Ήδη από τις 19 Ιανουαρίου, τα μέσα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου σε ολόκληρη την ΕΕ ήταν κάτω από το 50%, στο 49,12%. Στο Βέλγιο, τα αποθέματα ήταν στο 39,95%, στη Γαλλία στο 40,81% και στην Ολλανδία μόλις στο 34,76%. Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τρίτες χώρες για τις ανάγκες της σε φυσικό αέριο, με το LNG των ΗΠΑ να παίζει κεντρικό ρόλο.  Το πέρασμα του TTF από το ψυχολογικό όριο των 40 €/MWh –έστω και πρόσκαιρα– λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ενεργειακή ισορροπία στην Ευρώπη παραμένει εύθραυστη με υψηλή  εξάρτηση  από τις διεθνή αγορά φσικού αερίου.