ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Bogdan Popescu (Google): Θέλουμε data center μαζί με παραγωγή ενέργειας- Τρεις πυλώνες στρατηγικής για την ανάπτυξη στην Ευρώπη
Η ανάγκη για χαμηλές τιμές ενέργειας, η επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού, η ανάπτυξη των ηλεκτρικών δικτύων και των data centers και η ενίσχυση της Ευρώπης στη γεωπολιτική σκακιέρα, μέσα από μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία και αύξηση της ανταγωνιστικότητας, κυριάρχησαν συζητήσεων στο φετινό συνέδριο Eurelectric Power Summit 2026 στο Ελσίνκι.
Τονίστηκε η ανάγκη η Ευρώπη να είναι αυτόνομη ενεργειακά και να ενισχυθεί σε μια εποχή αναταράξεων και αβεβαιοτήτων.Επίσης να μη χάσει την ευκαιρία της ανάπτυξης εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης αλλά και ανάπτυξης data centers στα έδαφός, της ώστε τα ευαίσθητα δεδομένα των πολιτών της να είναι ασφαλή σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Οι παρεμβάσεις ανέδειξαν ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια διπλή πρόκληση. Από τη μία πλευρά αντιμετωπίζει υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, γεωπολιτική αστάθεια και αυξανόμενες ανάγκες από τη βιομηχανία, την τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers. Από την άλλη, διαθέτει πλέον ώριμες τεχνολογίες — ΑΠΕ, μπαταρίες, αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικά οχήματα, ψηφιακά εργαλεία και τεχνητή νοημοσύνη — που μπορούν να μειώσουν το κόστος, να αυξήσουν την ενεργειακή ασφάλεια και να στηρίξουν τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Το βασικό συμπέρασμα ήταν ότι ο εξηλεκτρισμός είναι αναγκαίος όχι για λόγους περιβαλλοντικούς, αλλά για να ενισχυθεί η βιομηχανία, η πολιτική ασφάλειας, πολιτική ανταγωνιστικότητας και γεωπολιτική στρατηγική. Για να πετύχει, όμως, χρειάζονται φθηνότερο ρεύμα, ταχύτερες αδειοδοτήσεις, ισχυρότερα δίκτυα, αποθήκευση, σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο και νέα μοντέλα συνεργασίας μεταξύ βιομηχανίας, ενεργειακών εταιρειών, επενδυτών και τεχνολογικών παρόχων.
Alexander Stubb – Πρόεδρος της Φινλανδίας
Τις εργασίες του συνεδρίου άνοιξε ο Πρόεδρος της Φινλανδίας, Alexander Stubb που έδωσε στην ενεργειακή συζήτηση καθαρά γεωπολιτική διάσταση. Υπογράμμισε ότι η ασφάλεια δεν περιορίζεται πλέον στη στρατιωτική ισχύ, αλλά περιλαμβάνει τη στεριά, τη θάλασσα, τον αέρα, τον κυβερνοχώρο, το διάστημα, τα σύνορα, την ασφάλεια εφοδιασμού και φυσικά την ενέργεια. Παρουσίασε το φινλανδικό μοντέλο ανθεκτικότητας ως παράδειγμα για την Ευρώπη. Η Φινλανδία διαθέτει αξιόπιστο ηλεκτρικό δίκτυο, ισχυρές διασυνδέσεις με τις σκανδιναβικές χώρες και την Εσθονία, μηχανισμούς παρακολούθησης κρίσιμων υποδομών και στρατηγικά αποθέματα ενέργειας και καυσίμων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συνεργασία κράτους και επιχειρήσεων, όπως η Neste, για τη διατήρηση αποθεμάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε έκτακτες συνθήκες.
Ο κ. Stubb στάθηκε και στο δίκτυο καταφυγίων της Φινλανδίας, που σε καιρό ειρήνης λειτουργούν ως χώροι στάθμευσης, αθλητικές εγκαταστάσεις ή πισίνες, αλλά σε κρίση μετατρέπονται σε υποδομές προστασίας. Το παράδειγμα αυτό το χρησιμοποίησε για να δείξει ότι η ανθεκτικότητα δεν δημιουργείται την τελευταία στιγμή, αλλά απαιτεί δεκαετίες επενδύσεων, σχεδιασμού και συνέπειας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τόνισε ότι η ΕΕ προχωρά συνήθως μέσα από κρίσεις: πρώτα έρχεται η κρίση, μετά η σύγχυση και στο τέλος μια λύση που δεν είναι τέλεια αλλά λειτουργεί. Παρά τις αδυναμίες της, δήλωσε ένθερμος υποστηρικτής της ενιαίας αγοράς και της βαθύτερης ενεργειακής ολοκλήρωσης, επικαλούμενος τις εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα για την ανταγωνιστικότητα και την ενιαία αγορά.
Το πιο ισχυρό πολιτικό του μήνυμα ήταν ότι «η Ευρώπη πρέπει να σκεφτεί μεγαλύτερα». Υποστήριξε ότι η γεωπολιτική ισχύς της Ευρώπης εξαρτάται από το μέγεθος, τις συμμαχίες και τη στρατηγική της αυτονομία. Ζήτησε στενότερες σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο μετά το Brexit, νέες στρατηγικές συνεργασίες με χώρες όπως ο Καναδάς, πιο ουσιαστική προσέγγιση με την Τουρκία από την οπτική της ασφάλειας και σαφέστερη στρατηγική για τα Δυτικά Βαλκάνια.
Κλείνοντας, προειδοποίησε ότι το παράθυρο ευκαιρίας είναι μικρό. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει αίσθηση επείγοντος, αλλά αυτή η δυναμική μπορεί να χαθεί. Γι’ αυτό, όπως είπε, η Ευρώπη πρέπει να δράσει τώρα.
Σταύρος Σταματούκος, Policy Officer– DG Energy, Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Ο Σταύρος Σταματούκος, στέλεχος της DG Energy στην Κομισιόν, παρουσίασε το ευρωπαϊκό πακέτο τεχνολογικής κυριαρχίας, το οποίο συνδέει την ενέργεια με την ψηφιοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. Εξήγησε ότι το πακέτο περιλαμβάνει τον Chips Act, τον Cloud and AI Development Act, τη στρατηγική για το open source και έναν οδικό χάρτη για την ψηφιοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη και την ενέργεια.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα data centers, τα οποία δημιουργούν αυξανόμενη πίεση στα τοπικά δίκτυα. Όπως ανέφερε, σε ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Ιρλανδία, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από data centers ξεπερνά ήδη το 20%. Αυτό, όπως είπε, δείχνει ότι ο σημερινός σχεδιασμός δεν είναι επαρκής και ότι τα data centers πρέπει να πάψουν να είναι απλώς μεγάλοι καταναλωτές και να γίνουν «καλοί ενεργειακοί πολίτες».
Η Επιτροπή, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν επιλέγει προς το παρόν μια βαριά ρυθμιστική προσέγγιση, αλλά έναν διάλογο με τον κλάδο, με εθελοντικές δεσμεύσεις και βέλτιστες πρακτικές. Στόχος είναι τα data centers να μπορούν να προσφέρουν ευελιξία, να στηρίζουν τη σταθερότητα των δικτύων, να αξιοποιούν την απορριπτόμενη θερμότητα και να λειτουργούν με υψηλότερη ενεργειακή απόδοση. Προανήγγειλε επίσης σύστημα αξιολόγησης και ενεργειακής σήμανσης για τα data centers.
Ο δεύτερος μεγάλος άξονας της παρέμβασής του ήταν η τεχνητή νοημοσύνη στα δίκτυα. Παρουσίασε την πρωτοβουλία AI.grids, στην οποία συμμετέχουν περισσότεροι από 50 μεγάλοι διαχειριστές δικτύων μεταφοράς και διανομής στην Ευρώπη. Στόχος είναι η ανταλλαγή δεδομένων, η κοινή εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και η δημιουργία κρίσιμης ψηφιακής υποδομής για τη λειτουργία των ευρωπαϊκών δικτύων.
Το πιο ουσιαστικό του μήνυμα ήταν ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να θεωρεί ότι «χάνει» ή «κερδίζει» έναν αγώνα τεχνητής νοημοσύνης με τους ίδιους όρους που τον δίνουν οι ΗΠΑ ή η Κίνα. Αντίθετα, πρέπει να αξιοποιήσει εκεί όπου είναι ήδη ισχυρή: στη βιομηχανία, στον αυτοματισμό, στα δίκτυα και στις ενεργειακές εφαρμογές. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά εργαλείο που πρέπει να μετριέται με βάση τα αποτελέσματα που παράγει.
Κλείνοντας, συνέδεσε τη χρηματοδότηση με τις δεξιότητες. Ανέφερε ότι μέσω του Horizon Europe θα διατεθούν πάνω από 300 εκατ. ευρώ για ψηφιακές και AI λύσεις σε ενεργειακές τεχνολογίες, ενώ 10 εκατ. ευρώ θα κατευθυνθούν για πρώτη φορά στην αναβάθμιση ψηφιακών δεξιοτήτων μέσα στις ίδιες τις ενεργειακές επιχειρήσεις. Ο τελικός στόχος, όπως είπε, είναι η καθαρή ενέργεια να συνδυαστεί με τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Γιώργος Στάσσης –Πρόεδρος και CEO ΔΕΗ: Μεγάλη ευκαιρία η διπλή μετάβαση
Ο Γιώργος Στάσσης, Πρόεδρος της ΔΕΗ, ανέδειξε την τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers ως μεγάλο «παράθυρο ευκαιρίας» τόσο για την ελληνική εταιρεία όσο και συνολικά για την Ευρώπη.
Υποστήριξε ότι η ήπειρος μπορεί να μετατρέψει τη ρυθμιστική της ισχύ σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, εφόσον κρατήσει τα ευαίσθητα δεδομένα των Ευρωπαίων σε ευρωπαϊκά data centers, υπό ευρωπαϊκούς κανόνες και με υψηλά επίπεδα ασφάλειας.
Κατά τον ίδιο, η Ευρώπη μπορεί να μην ανέπτυξε τη δική της τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης, όμως έχει τη δυνατότητα να πρωταγωνιστήσει στο επόμενο στάδιο: στις εφαρμογές. Εκεί, όπως είπε, θα δημιουργηθεί η πραγματική αξία, ειδικά για τους βιομηχανικούς κλάδους. Η ενεργειακή και η ψηφιακή μετάβαση συμβαίνουν ταυτόχρονα και απαιτούν συνεργασίες, ισχυρές υποδομές, σωστή αρχιτεκτονική δεδομένων και ταχύτητα.
Αναφερόμενος στη ΔΕΗ, τόνισε ότι η εταιρεία έχει ολοκληρώσει τη μετάβασή της στο cloud, ώστε τα δεδομένα της να είναι οργανωμένα, ασφαλή και αξιοποιήσιμα από εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, ανέδειξε την ανάπτυξη μεγάλου data center στην Ελλάδα, τη συνεργασία με hyperscalers και τη δημιουργία εξειδικευμένων κάθετων εφαρμογών ΤΝ, όπως στη ναυτιλία και στον νομικό κλάδο.
Ο Στάσσης περιέγραψε τη ΔΕΗ ως εταιρεία που μετασχηματίζεται από παραδοσιακή επιχείρηση ηλεκτρισμού σε εταιρεία καθαρής τεχνολογίας, data centers και πιθανώς εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Προειδοποίησε, όμως, ότι η νέα ζήτηση από τα data centers δεν πρέπει να αυξήσει το ενεργειακό κόστος για τον τελικό καταναλωτή και πρέπει να συνοδεύεται από νέα παραγωγική δυναμικότητα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στους ανθρώπους και στην κουλτούρα. Όπως είπε, όσοι δεν μάθουν την τεχνολογία θα μείνουν πίσω, γι’ αυτό οι επιχειρήσεις πρέπει να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους και να οργανώσουν τα δεδομένα τους. Για τη ΔΕΗ, η ΤΝ μπαίνει ήδη στις συναλλαγές ενέργειας, στη διαχείριση, στη συντήρηση, στην προγνωστική ανάλυση, στην ενσωμάτωση ΑΠΕ και στη μείωση απωλειών. Κατά τον ίδιο, με σταθερό σχέδιο, μέτρηση αποτελεσμάτων και ταχύτητα, η Ευρώπη μπορεί να αξιοποιήσει το μικρό αλλά κρίσιμο παράθυρο ευκαιρίας που ανοίγει η τεχνητή νοημοσύνη.
Diane Hodnett, Director of Data Centre Investment and Development της Google
Η Diane Hodnett, Director of Data Centre Investment and Development της Google, υποστήριξε ότι τα data centers δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται απλώς ως μεγάλοι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά ως ενεργοί εταίροι του ενεργειακού συστήματος. Σημειώνεται ότι την πρώτη ημέρα του συνεδρίου Power Summit 2026, η Diane Hodnett μαζι με το Γιώργο Στάσση Πρόεδρο της ΔΕΗ και Αντιπρόεδρο της Eurelectric, συνυπέγραψαν τη δέσμευση «Twin Transition Commitments».
Μια συμφωνία που ανοίγει το δρόμο ώστε οι ενδιαφερόμενοι φορείς του ψηφιακού και του ενεργειακού τομέα να αξιολογήσουν τις τάσεις, να εμβαθύνουν τη συνεργασία και να εντοπίσουν παράγοντες πολιτικής και αγοράς που θα συμβάλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Το 2027, τα συμπεράσματα αυτής της συνεργασίας θα τροφοδοτήσουν μια εμβληματική έκθεση της Eurelectric, με τίτλο: «Era of Electric Intelligence», η οποία θα αποτελέσει τον οδικό χάρτη για τον σχεδιασμό και ανάπτυξη των data center στην Ευρώπη.
Η ίδια τόνισε ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στην προσαρμογή της κατανάλωσης στις διακυμάνσεις της παραγωγής από ΑΠΕ, αλλά απαιτεί έναν συνολικό σχεδιασμό που θα συνδυάζει ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πυρηνική παραγωγή, τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα, αποθήκευση με μπαταρίες και μελλοντικά απανθρακοποιημένα αέρια καύσιμα, ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπιστία του συστήματος.
Όπως επισήμανε, η Google έχει ήδη συνάψει συμβάσεις για 4,5 GW ανανεώσιμης ισχύος στην Ευρώπη, ενώ η συνεργασία της με την ENGIE δεν περιορίζεται σε συμβάσεις αγοράς πράσινης ενέργειας (PPAs), αλλά επεκτείνεται στην ανάπτυξη λύσεων που ενισχύουν τη λειτουργία των δικτύων και δημιουργούν νέα παραγωγική δυναμικότητα.
Kingsmill Bond – Energy Strategist, Ember
«Πρέπει να εξηλεκτρίσουμε την οικονομία. Και για να το πετύχουμε, πρέπει να μειώσουμε τις τιμές». Αυτό, κατά τον Bond, πρέπει να γίνει άμεση προτεραιότητα, ακόμη και μεγαλύτερη από τη μείωση του άνθρακα βραχυπρόθεσμα, γιατί χωρίς φθηνό ηλεκτρισμό δεν μπορεί να υπάρξει μαζικός εξηλεκτρισμός. Ο Kingsmill Bond έδωσε ίσως την πιο καθαρή στρατηγική εικόνα για το γιατί η Ευρώπη δεν έχει άλλη επιλογή από τον εξηλεκτρισμό. Ξεκίνησε από ένα βασικό δεδομένο: η Ευρώπη έχει από τα υψηλότερα επίπεδα εξάρτησης από εισαγόμενη ενέργεια στον κόσμο. Το 58% της πρωτογενούς ενέργειας προέρχεται από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, ενώ σε χώρες όπως η Ιρλανδία και η Ιταλία το ποσοστό φτάνει περίπου το 80%.
Υπογράμμισε ότι η Ευρώπη κατέχει μόλις το 1% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Άρα, σε αντίθεση με άλλες περιοχές, δεν έχει πραγματική δυνατότητα επιστροφής στο παλιό σύστημα των ορυκτών καυσίμων. Η μόνη στρατηγική επιλογή είναι ο εξηλεκτρισμός.
Επισήμανε επίσης ότι το μεγαλύτερο μέρος των ορυκτών καυσίμων δεν χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή, αλλά στις τελικές χρήσεις — μεταφορές, θέρμανση, βιομηχανία. Εκεί βρίσκεται το 80% του προβλήματος και εκεί η λύση είναι ο εξηλεκτρισμός.
Τόνισε ότι η Ευρώπη έχει από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως — περίπου τριπλάσιες από την Κίνα και 1,5 έως 2 φορές υψηλότερες από τις ΗΠΑ. Εξαιτίας αυτών των τιμών, ο εξηλεκτρισμός στην Ευρώπη έχει μείνει στάσιμος εδώ και μία γενιά. Ο Bond το χαρακτήρισε «ελέφαντα στο δωμάτιο».
Σύγκρινε την Ευρώπη με την Κίνα και την Ασία. Η Κίνα αύξησε το ποσοστό εξηλεκτρισμού από 15% σε 30%, ενώ η Ευρώπη παρέμεινε περίπου στο 22%-23%. Η Ασία συνολικά έχει επίσης ξεπεράσει την Ευρώπη, παρότι έχει πολύ χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Αυτό δείχνει, κατά τον Bond, ότι η ενεργειακή γεωπολιτική αλλάζει.
Έθεσε επίσης το τέλος της «Pax Americana» ως κρίσιμο γεωπολιτικό δεδομένο. Η παλιά εποχή φθηνών ορυκτών καυσίμων που μεταφέρονταν με σχετική ασφάλεια στις παγκόσμιες θαλάσσιες οδούς έχει περάσει. Οι ΗΠΑ έχουν πλέον ενεργειακή κυριαρχία και μπορούν να ακολουθούν διαφορετικές πολιτικές. Η Ασία, από την άλλη, εξηλεκτρίζεται ταχύτατα επειδή δεν διαθέτει επαρκή ορυκτά καύσιμα.
Παρά την κριτική του, ο Bond εμφανίστηκε αισιόδοξος. Υποστήριξε ότι για πρώτη φορά μια ενεργειακή κρίση βρίσκει τον κόσμο με διαθέσιμες ανώτερες εναλλακτικές λύσεις: φθηνή ηλιακή και αιολική ενέργεια, μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα, αντλίες θερμότητας και τεχνολογίες εξηλεκτρισμού. Η κρίση της δεκαετίας του 1970 είχε ως απάντηση κυρίως την ενεργειακή αποδοτικότητα και την πυρηνική ενέργεια. Σήμερα υπάρχουν λύσεις πολύ μεγαλύτερης κλίμακας και ταχύτητας.
Στο τέλος παρουσίασε έξι κατευθύνσεις, με πιο σημαντική την ανάγκη για ολιστική ευρωπαϊκή στρατηγική που να ενώνει ενέργεια, τεχνητή νοημοσύνη, άμυνα, κόστος, επενδύσεις και βιομηχανική πολιτική. Πάνω απ’ όλα, όμως, τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει επειγόντως να μειώσει τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Andrea Falciai – Accenture
Ο Andrea Falciai, παρουσιάζοντας τα συμπεράσματα της έκθεσης της Eurelectric, υποστήριξε ότι το βασικό πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η τεχνολογία αλλά η εκτέλεση. Η Ευρώπη διαθέτει ήδη τα εργαλεία για να εξηλεκτρίσει τη βιομηχανία της, όμως δεν έχει ακόμη οργανώσει το ενεργειακό και βιομηχανικό οικοσύστημα με τρόπο που να επιτρέπει γρήγορες, ασφαλείς και χρηματοδοτήσιμες επενδύσεις.
Περιέγραψε το σημερινό μοντέλο ως κατακερματισμένο. Κάθε βιομηχανία προσπαθεί να αντιμετωπίσει μόνη της το κόστος του ηλεκτρισμού, την αστάθεια των τιμών, την πρόσβαση στο δίκτυο, την αποθήκευση και τη χρηματοδότηση. Αυτό οδηγεί σε καθυστερήσεις και συχνά σε ακύρωση έργων που είναι τεχνικά ώριμα και οικονομικά βιώσιμα.
Αντίθετα, πρότεινε ένα μοντέλο συντονισμού: μια χαλυβουργία εξασφαλίζει μακροχρόνια καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, μια βιομηχανία τροφίμων αξιοποιεί θερμική αποθήκευση και μεταφέρει φορτία σε ώρες χαμηλών τιμών, ένα data center χρησιμοποιεί φωτοβολταϊκά και μπαταρίες για να στηρίζει το δίκτυο και μια εταιρεία ηλεκτρισμού συντονίζει το σύνολο.
Επανέλαβε τα τέσσερα βασικά εμπόδια: υψηλή και ασταθή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, αργή ανάπτυξη δικτύων, καθυστερημένη ενσωμάτωση τεχνολογιών ευελιξίας και αποθήκευσης, και ρυθμιστική αβεβαιότητα. Όμως η πιο ενδιαφέρουσα συμβολή του ήταν ότι έδειξε με αριθμούς πώς ο συντονισμός μπορεί να αλλάξει την οικονομική απόδοση μιας επένδυσης.
Παρουσίασε παράδειγμα από την Πολωνία, με ένα data center και μια γαλακτοβιομηχανία που επένδυσαν σε φωτοβολταϊκά και μπαταρίες. Όταν λειτουργούσαν ανεξάρτητα, η απόδοση της επένδυσης ήταν περίπου 5,9%. Όταν όμως συντονίστηκαν, μοιράστηκαν την ευελιξία τους, μετέφεραν φορτία και αξιοποίησαν την αποθήκευση στις ώρες αρνητικών τιμών, η απόδοση αυξήθηκε σχεδόν στο 15%.
Το σημαντικό είναι ότι αυτή η αύξηση δεν προήλθε από πρόσθετο εξοπλισμό, αλλά από καλύτερη αξιοποίηση των ίδιων πόρων. Αυτό δείχνει ότι η Ευρώπη μπορεί να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και την ενεργειακή απόδοση όχι μόνο με νέες επενδύσεις, αλλά και με καλύτερο σχεδιασμό.
Ο Falciai προειδοποίησε ότι οι περιοχές που θα προσφέρουν προβλέψιμο, έγκαιρο και ανταγωνιστικό ηλεκτρισμό θα προσελκύσουν νέες βιομηχανικές και ψηφιακές δραστηριότητες. Αντίθετα, όσες περιοχές καθυστερήσουν θα αντιμετωπίσουν κατακερματισμό, απώλεια επενδύσεων και μεταφορά παραγωγής αλλού. Το συμπέρασμά του ήταν σαφές: «Το μοντέλο υπάρχει. Η γνώση υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να κινηθούμε αρκετά γρήγορα».
Paulo Almirante – Executive Vice President ENGIE
Ο Paulo Almirante Executive Vice President στην Engie, εστίασε στη σημασία της σταθερότητας, του συντονισμού και της αλλαγής νοοτροπίας στις ενεργειακές εταιρείες. Σχολιάζοντας τα Power Couples, υπογράμμισε ότι τέτοιες συνεργασίες δεν μπορούν να πετύχουν αν οι εταιρείες ενέργειας παραμείνουν απλοί προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας.
Όπως είπε, μια εταιρεία κοινής ωφέλειας πρέπει πλέον να κατανοεί σε βάθος τον πελάτη: το προφίλ κατανάλωσης, τις επενδυτικές του ανάγκες, τη λειτουργία του, τους κινδύνους του και τη δυνατότητα ευελιξίας. Δεν αρκεί ένα συμβόλαιο προμήθειας ρεύματος συγκεκριμένης διάρκειας και τιμής. Χρειάζονται εξατομικευμένες λύσεις που να συνδυάζουν ηλεκτρισμό, αποθήκευση, ευελιξία και διαχείριση φορτίου.
Ο κ. Almirante τόνισε ότι αυτό απαιτεί μεγάλη εσωτερική αλλαγή στις ίδιες τις ενεργειακές εταιρείες. Οι μεγάλοι οργανισμοί λειτουργούν συχνά σε «σιλό», με διαφορετικά τμήματα που δεν συνεργάζονται αρκετά. Όμως τα έργα εξηλεκτρισμού απαιτούν τη σύμπραξη πολλών ειδικοτήτων και ομάδων, συχνά από διαφορετικές δομές μέσα στην ίδια εταιρεία.
Ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο ήταν η κλίμακα. Οι εξατομικευμένες λύσεις είναι χρήσιμες, αλλά αν παραμείνουν μοναδικά έργα, το κόστος τους θα παραμείνει υψηλό. Για να δημιουργηθεί πραγματική αγορά, χρειάζονται μοντέλα που μπορούν να επαναληφθούν σε πολλούς πελάτες, κλάδους και χώρες. Η επαναληψιμότητα μειώνει το ρίσκο και επιτρέπει την κλιμάκωση.
Η πιο ισχυρή του τοποθέτηση αφορούσε την πολιτική σταθερότητα. Είπε ότι επενδύσεις με ορίζοντα δεκαετιών δεν μπορούν να προχωρήσουν αν υπάρχουν αμφιβολίες για το ρυθμιστικό πλαίσιο. Αναφέρθηκε ειδικά στο ETS, τονίζοντας ότι αν οι επενδυτές δεν γνωρίζουν αν το σύστημα θα συνεχίσει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε πέντε χρόνια, τότε καταρρέει η οικονομική λογική πολλών έργων.
Η φράση του «η αβεβαιότητα σκοτώνει τις επενδύσεις» συμπυκνώνει την παρέμβασή του. Κατά τον Almirante, η τεχνολογία υπάρχει, οι εταιρείες μπορούν να προσφέρουν ανταγωνιστικό κόστος, ενεργειακή ασφάλεια και λύσεις απανθρακοποίησης. Αυτό που χρειάζεται είναι συνέπεια, πολιτική δέσμευση και σταθεροί κανόνες.
Catherine MacGregor – CEO ENGIE
Η Catherine MacGregor CEO της Engie, κινήθηκε στην ίδια γραμμή, αλλά έδωσε ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στον συντονισμό, την πελατοκεντρική προσέγγιση και την κλίμακα. Το βασικό της μήνυμα ήταν ότι η επιτυχία του εξηλεκτρισμού δεν θα κριθεί από το αν υπάρχουν τεχνολογίες, αλλά από το αν μπορούν να οργανωθούν σωστά οι συνεργασίες που θα τις φέρουν στην αγορά.
Εξήγησε ότι το μοντέλο των Power Couples ξεκινά από το τελικό αποτέλεσμα που θέλει να πετύχει ο πελάτης και στη συνέχεια φέρνει γύρω από το ίδιο τραπέζι όλους όσοι χρειάζονται για την υλοποίηση. Αυτό σημαίνει ενεργειακές εταιρείες, βιομηχανίες, τεχνολογικούς παρόχους, επενδυτές, διαχειριστές δικτύων και δημόσιους φορείς.
Για τις εταιρείες ενέργειας, αυτό σημαίνει βαθιά αλλαγή ρόλου. Δεν αρκεί πλέον να πουλούν ηλεκτρισμό. Πρέπει να συμμετέχουν από το πρώτο στάδιο σχεδιασμού της επένδυσης, να κατανοούν τις ανάγκες του πελάτη και να διαμορφώνουν λύσεις που περιλαμβάνουν ηλεκτρισμό, αποθήκευση, ευελιξία και διαχείριση φορτίου.
Η MacGregor αναγνώρισε ότι τέτοιες συνεργασίες είναι απαιτητικές. Χρειάζονται χρόνο, πόρους και συνεργασία μεταξύ ομάδων που συχνά δεν δουλεύουν μαζί. Γι’ αυτό υπογράμμισε την ανάγκη να σπάσουν τα εσωτερικά «τείχη» μέσα στις επιχειρήσεις. Η εμπειρία από τα data centers, όπως είπε, δείχνει ότι αυτή η προσέγγιση μπορεί να λειτουργήσει και να μεταφερθεί και στη βιομηχανία.
Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στην κλίμακα. Τα εξατομικευμένα έργα πρέπει να μετατραπούν σε επαναλαμβανόμενα μοντέλα, αλλιώς δεν θα δημιουργηθεί αγορά. «Η κλίμακα έχει σημασία», ήταν το βασικό της μήνυμα. Δεν αρκούν λίγες επιτυχημένες περιπτώσεις. Χρειάζονται πρότυπα συνεργασίας που να μπορούν να αναπαραχθούν σε πολλούς πελάτες και κλάδους.
Στο πολιτικό επίπεδο, ήταν σαφής: καμία αγορά δεν μπορεί να αναπτυχθεί αν δεν υπάρχει σταθερό πλαίσιο. Η δέσμευση των κρατών-μελών στην απανθρακοποίηση και τον εξηλεκτρισμό πρέπει να είναι μακροχρόνια. Το ETS, όπως είπε, δίνει το απαραίτητο σήμα τιμών, αλλά αν υπάρξει αβεβαιότητα για τη μελλοντική του λειτουργία, τότε υπονομεύονται σύνθετες συμφωνίες πολλών εταίρων.
Η MacGregor κατέληξε ότι η τεχνολογία υπάρχει, οι ενεργειακές εταιρείες μπορούν να προσφέρουν προσιτή ενέργεια, ασφάλεια εφοδιασμού και ανταγωνιστικότητα. Αυτό που χρειάζεται είναι σταθερότητα και πολιτική συνέπεια.
Νταν Γιόργκενσεν – Επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ
Ο Νταν Γιόργκενσεν συνέδεσε την ενεργειακή πολιτική με τη γεωπολιτική αστάθεια και το κόστος της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Προειδοποίησε ότι μια παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή μπορεί να οδηγήσει σε δύσκολο φθινόπωρο για την Ευρώπη, ακόμη κι αν δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος ελλείψεων το καλοκαίρι.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αναταραχή στις διεθνείς αγορές δείχνει πόσο ακριβή είναι η εξάρτηση από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Ανέφερε ότι η κρίση στην περιοχή του Περσικού Κόλπου κοστίζει στην ΕΕ περίπου 600 εκατ. ευρώ ημερησίως σε πρόσθετο ενεργειακό κόστος. Ακόμη κι αν η κρίση τελείωνε άμεσα, είπε, οι αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα χρειάζονταν χρόνια για να επανέλθουν.
Η απάντηση της Ευρώπης, κατά τον Επίτροπο, είναι λιγότερο φυσικό αέριο και περισσότερος ηλεκτρισμός. Προανήγγειλε ευρωπαϊκό σχέδιο εξηλεκτρισμού για μεταφορές, κτίρια και βιομηχανία, με έμφαση στα ηλεκτρικά οχήματα, τις αντλίες θερμότητας και τις ηλεκτρικές λύσεις στη βιομηχανική παραγωγή.
Έθεσε επίσης το θέμα της φορολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας. Σε πολλές χώρες, οι υψηλοί φόροι στο ρεύμα λειτουργούν ως αντικίνητρο για τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στον ηλεκτρισμό. Για να πετύχει ο εξηλεκτρισμός, η τιμή του ηλεκτρισμού πρέπει να γίνει πιο ανταγωνιστική.
Σημαντικό μέρος της παρέμβασής του αφορούσε τα δίκτυα. Συνέδεσε τις χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας με τη μεγαλύτερη διείσδυση ΑΠΕ και τις ισχυρότερες διασυνδέσεις. Όπως είπε, χώρες με περισσότερες ΑΠΕ και καλύτερες διασυνδέσεις έχουν σταθερά χαμηλότερες τιμές. Γι’ αυτό η Κομισιόν προωθεί νέο πακέτο για τα δίκτυα, με στόχο να μειωθούν οι χρόνοι αδειοδότησης από χρόνια ή και δεκαετία σε λίγους μήνες στις απλούστερες περιπτώσεις.
Αναφέρθηκε και στην πρόταση για «Τράπεζα Εξηλεκτρισμού», λέγοντας ότι εξετάζεται από την Κομισιόν, αλλά πρέπει πρώτα να εντοπιστούν τα πραγματικά εμπόδια: σε κάποιες περιπτώσεις είναι η χρηματοδότηση, σε άλλες το ρυθμιστικό πλαίσιο ή οι άδειες.
Τέλος, ανακοίνωσε ότι η Επιτροπή ετοιμάζει νέο υποχρεωτικό πλαίσιο για τα data centers, με κανόνες για την ενεργειακή απόδοση και τη χρήση πόρων όπως το νερό. Η κατανάλωση των data centers στην Ευρώπη μπορεί να διπλασιαστεί μέσα στα επόμενα 5-10 χρόνια, άρα η ανάπτυξή τους πρέπει να είναι βιώσιμη και συμβατή με τα δίκτυα.
Jan Rosenow – Regulatory Assistance Project
Ο Jan Rosenow παρουσίασε τον εξηλεκτρισμό ως το ισχυρότερο εργαλείο για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, των εκπομπών και του κόστους. Η βασική του θέση ήταν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο να παράγουμε καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, αλλά να μεταφέρουμε όσο το δυνατόν περισσότερες τελικές χρήσεις — μεταφορές, θέρμανση, βιομηχανία — από τα ορυκτά καύσιμα στον ηλεκτρισμό.
Ανέλυσε τις φάσεις μετάβασης των ηλεκτρικών συστημάτων με υψηλή συμμετοχή ΑΠΕ. Εξήγησε ότι χώρες όπως η Γερμανία έχουν περάσει από την εποχή όπου τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά είχαν μικρή επίδραση στο σύστημα, σε μια νέα φάση όπου η παραγωγή ΑΠΕ είναι τόσο μεγάλη ώστε δημιουργούνται συχνά πλεονάσματα και αρνητικές τιμές. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι στη Γερμανία οι τιμές έμειναν πρόσφατα για μία εβδομάδα στα -499 ευρώ/MWh λόγω υπερπαραγωγής φωτοβολταϊκών.
Για τον Rosenow, αυτό δείχνει ότι η Ευρώπη περνά από την πρόκληση της έλλειψης καθαρής ενέργειας στην πρόκληση της διαχείρισης της αφθονίας. Σε αυτή τη νέα φάση, κρίσιμη σημασία αποκτούν οι μπαταρίες, η αποθήκευση, η ευελιξία και η διασύνδεση των δικτύων. Έφερε ως παράδειγμα την Καλιφόρνια, όπου οι μπαταρίες καλύπτουν περίπου το ένα τέταρτο της μέγιστης ζήτησης, μειώνοντας την ανάγκη για ακριβές μονάδες φυσικού αερίου.
Το πιο σημαντικό σημείο της ομιλίας του ήταν η επισήμανση ότι ο ηλεκτρισμός αντιστοιχεί σήμερα μόλις στο 23% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης. Το υπόλοιπο 77% εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε ορυκτά καύσιμα. Εκεί βρίσκεται το μεγάλο πεδίο της μετάβασης.
Παρουσιάζοντας στοιχεία που ανέπτυξε με το Lawrence Berkeley National Laboratory, υποστήριξε ότι πάνω από τα δύο τρίτα της σημερινής πρωτογενούς ενέργειας χάνονται ως απορριπτόμενη θερμότητα. Αν, όμως, αξιοποιηθούν οι σημερινές ηλεκτρικές τεχνολογίες στο μέγιστο δυνατό βαθμό και η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από ΑΠΕ, η παγκόσμια πρωτογενής ενεργειακή ζήτηση θα μπορούσε να μειωθεί σχεδόν κατά 50%.
Ο Rosenow ανέδειξε και το παράδειγμα του Πακιστάν, όπου η συμμετοχή των φωτοβολταϊκών αυξήθηκε από περίπου 1% σε σχεδόν 25% μέσα σε πέντε χρόνια. Το χρησιμοποίησε για να δείξει πόσο γρήγορα έχουν αλλάξει τα οικονομικά δεδομένα των ΑΠΕ. Προειδοποίησε, όμως, ότι η μετάβαση χρειάζεται σωστό σχεδιασμό, γιατί η πολύ γρήγορη ανάπτυξη χωρίς επαρκές δίκτυο και σωστή τιμολόγηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα.
Christian Ruby – Γενικός Γραμματέας Eurelectric
Ο Christian Ruby παρουσίασε τη νέα έκθεση της Eurelectric για τον εξηλεκτρισμό της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και το μοντέλο των Power Couples. Το βασικό του μήνυμα ήταν ότι η βιομηχανία δεν περιμένει πλέον κάποια μελλοντική τεχνολογία για να εξηλεκτριστεί. Οι τεχνολογίες υπάρχουν. Αυτό που λείπει είναι ο σωστός τρόπος συνεργασίας, ο επιμερισμός των κινδύνων και το κατάλληλο ενεργειακό οικοσύστημα.
Περιέγραψε το σημερινό αδιέξοδο: χαρτοβιομηχανίες, χαλυβουργίες, βιομηχανίες τροφίμων και data centers προσπαθούν να λύσουν μόνες τους τα ίδια προβλήματα — κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, μεταβλητότητα τιμών, ανάγκη αποθήκευσης, πρόσβαση στο δίκτυο, χρηματοδότηση και ρυθμιστική αβεβαιότητα. Έτσι κάθε εταιρεία επωμίζεται μόνη της ένα βάρος που συχνά είναι υπερβολικά μεγάλο για έναν ισολογισμό.
Η έκθεση της Eurelectric βασίστηκε σε περισσότερα από 3.500 στοιχεία και σήματα αγοράς, από 60 επιχειρήσεις σε τρεις τομείς: ενεργοβόρες βιομηχανίες, βιομηχανίες χαμηλής και μέσης θερμότητας και data centers. Αναλύθηκαν επίσης 30 πραγματικά έργα εξηλεκτρισμού σε όλη την Ευρώπη. Το συμπέρασμα ήταν ότι τα έργα προχωρούν όταν υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες συστήματος και σταματούν όταν αυτές απουσιάζουν.
Ο Ruby εντόπισε τέσσερα βασικά εμπόδια. Πρώτον, τα οικονομικά της ηλεκτρικής ενέργειας: οι βιομηχανίες επενδύουν με ορίζοντα 10, 20 ή 30 ετών, ενώ οι αγορές ηλεκτρισμού είναι συχνά βραχυπρόθεσμες και ασταθείς. Δεύτερον, οι καθυστερήσεις στα δίκτυα: μια βιομηχανική επένδυση μπορεί να ολοκληρωθεί σε δύο ή τρία χρόνια, αλλά η σύνδεση ή αναβάθμιση δικτύου να απαιτεί πέντε έως επτά χρόνια. Τρίτον, η ενσωμάτωση αποθήκευσης, ευελιξίας και νέων τεχνολογιών πρέπει να γίνεται από την αρχή του σχεδιασμού. Τέταρτον, το ρυθμιστικό πλαίσιο παραμένει πολύπλοκο και αυξάνει το ρίσκο.
Η λύση που πρότεινε είναι τα Power Couples: πολυεπίπεδες συνεργασίες μεταξύ βιομηχανιών, εταιρειών ηλεκτρισμού, τεχνολογικών παρόχων και επενδυτών. Σε αυτό το μοντέλο, η παραγωγή, η κατανάλωση, η αποθήκευση και η χρηματοδότηση σχεδιάζονται μαζί από την αρχή και οι κίνδυνοι μοιράζονται μεταξύ των συμμετεχόντων.
Ως παράδειγμα παρουσίασε τη Wienerberger στην Αυστρία, που αντικατέστησε κλίβανο φυσικού αερίου με τον μεγαλύτερο ηλεκτρικό κλίβανο παραγωγής τούβλων στον κόσμο, τροφοδοτούμενο αποκλειστικά από ΑΠΕ. Το έργο μείωσε τις εκπομπές CO₂ κατά 90% και την ενεργειακή κατανάλωση κατά περίπου 30%, με επένδυση 30 εκατ. ευρώ και στήριξη από το Austrian Climate and Energy Fund.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Σε «γκρίζα ζώνη» η Ιατρική Ακριβείας: Πού βρισκόμαστε με τους βιοδείκτες, η αγωνία των ασθενών
- NBA Europe: Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε – Επενδυτές, δισεκατομμύρια και η μάχη με την EuroLeague
- Kapopoulos Fine Arts x Mandarin Oriental, Costa Navarino: Η τέχνη της μεταμόρφωσης είναι εδώ
- Αυτοί είναι οι πανίσχυροι Έλληνες εφοπλιστές και οι ναυτιλιακές οικογένειες με πλοία που η αξία τους υπερβαίνουν τα 1,5 δισ. δολάρια
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.