Ο ρόλος της αντιπολίτευσης δεν είναι απλώς να καταγγέλλει. Είναι να προσφέρει στην κοινωνία ένα πειστικό εναλλακτικό αφήγημα: όραμα, πρόγραμμα, μέθοδο διακυβέρνησης και ηγετική αξιοπιστία. Η κριτική στα λάθη, τις παραλείψεις και τις αστοχίες της κυβέρνησης είναι θεμιτή, αναγκαία και συχνά επιβεβλημένη.
Όμως δεν μπορεί να υποκαθιστά τη θετική πρόταση. Σε μια ώριμη δημοκρατία, η αντιπολίτευση κρίνεται όχι μόνο από το πόσο αποτελεσματικά αποδομεί την κυβέρνηση, αλλά κυρίως από το αν μπορεί να πείσει ότι είναι έτοιμη να κυβερνήσει καλύτερα.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, ο σημερινός πρωθυπουργός Sir Keir Starmer κινδυνεύει πολιτικά όχι επειδή η αντιπολίτευση απλώς τον καταγγέλλει, αλλά επειδή το ίδιο του το κόμμα τον εγκαλεί για μεταρρυθμιστική ατολμία, με αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις στις οποίες όφειλε να είχε προβεί. Εκεί, το πολιτικό ερώτημα δεν περιορίζεται στο «ποιος φταίει», αλλά επεκτείνεται στο «ποιος μπορεί να κάνει τι, πότε και πώς».
Στην Ελλάδα, αντίθετα, έχει επικρατήσει η ακριβώς αντίστροφη λογική. Η αντιπολίτευση εμφανίζεται μονοδιάστατη, με σκληρή, συχνά εξαντλητική, συχνά θεατρική κριτική στην κυβέρνηση. Οι εναλλακτικές προτάσεις είτε έπονται είτε παραμένουν αόριστες, αποσπασματικές και συχνά, όταν προβάλλονται είναι τουλάχιστον οικονομικά ανέφικτες. Το αποτέλεσμα είναι διπλά επιζήμιο. Πρώτον, ο πολίτης καλείται να ψηφίσει «κατά» και όχι «υπέρ». Δεύτερον, η άσκηση αντιπολίτευσης πάνω σ’ αυτήν τη βάση οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε ακραίες καταστάσεις — φραστικές, θεσμικές και πολιτικές.
Ως προς το πρώτο, η ευθύνη του ΠΑΣΟΚ είναι μεγάλη. Ο Νίκος Ανδρουλάκης και η ηγετική του ομάδα επιχειρούν να αποδομήσουν την κυβέρνηση μετατρέποντας το Κοινοβούλιο σε διαρκή δικαστική αρένα. Την ίδια στιγμή, αφενός δηλώνουν έλλειψη εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη, αφετέρου γνωρίζουν ότι οι προανακριτικές και εξεταστικές επιτροπές σπανίως παράγουν ουσιαστικό πολιτικό ή θεσμικό αποτέλεσμα. Επιμένουν, όμως, διότι θεωρούν πως έτσι τραυματίζουν την κυβέρνηση. Για το δικό τους σχέδιο διακυβέρνησης, ελάχιστα ακούγονται. Ενίοτε το επικαλούνται γενικά και αόριστα, παρότι υπάρχει και περιλαμβάνει ορισμένες σημαντικές προτάσεις. Αντί να το αναδείξουν, αφήνονται να τους καταπιεί το κύμα του λαϊκισμού.
Ως προς το δεύτερο, ως παράπλευρη απώλεια είναι η σοβαρή υποβάθμιση του ρόλου του Κοινοβουλίου — και εδώ η ευθύνη είναι συλλογική. Την έχει η κυβέρνηση, η οποία συχνά λάμπει διά της απουσίας της από την αίθουσα. Την έχει συλλογικά η αντιπολίτευση, που έχει μετατρέψει την πολιτική σύγκρουση σε τελετουργία καταγγελίας. Την έχει ειδικά η Πλεύση Ελευθερίας, όταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου ακυρώνει κάθε έννοια συγκροτημένου κοινοβουλευτικού διαλόγου. Την έχει το ΠΑΣΟΚ, όταν το ανέχεται. Την έχει και ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν το παρακολουθεί με εμφανή ή σιωπηρή ικανοποίηση.
Το πρόβλημα, όμως, είναι βαθύτερο. Η τοξικότητα, σε συνδυασμό με τη μονοσήμαντη αντιπολιτευτική στρατηγική του ΠΑΣΟΚ — ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές και ξανά από την αρχή — δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας κοινωνίας που πιέζεται οικονομικά, αισθάνεται γενικά ανασφαλής και αναζητά απαντήσεις για το σήμερα και το αύριο. Δεν είναι μόνο ότι η διαρκής επανάληψη κουράζει. Είναι ότι υπάρχει μια σχεδόν απόλυτη ανακολουθία ανάμεσα σ’ αυτό που βιώνει η κοινωνία και σ’ αυτό που επιλέγει να εκπέμψει η αντιπολίτευση. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης το έχει συνειδητοποιήσει και γι’ αυτό έχει επιταχύνει την υλοποίηση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας.
Αυτό το κενό είναι πολιτικά επικίνδυνο. Γιατί όταν η αντιπολίτευση δεν προσφέρει προοπτική, η κοινωνία αναζητά καταφύγιο σε νέους ή παλαιούς Μεσσίες—λέγε με Καρυστιανού, Τσίπρα, Σαμαρά. Όταν δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας, η δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται σε πολιτική αλλαγή αλλά σε αποχή, κυνισμό, θυμό ή αντισυστημική περιπλάνηση. Αυτό εξηγεί γιατί «η βελόνα δεν κουνιέται». Αυτό εξηγεί γιατί η Νέα Δημοκρατία παραμένει δημοσκοπικά «μπετοναρισμένη» γύρω στο 30%, αφήνοντας ελάχιστο χώρο στους άλλους να αναπνεύσουν — έστω και δημοσκοπικά.
Στον 21ο αιώνα, ο ρόλος μιας κυβέρνησης δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση της εξουσίας ή στην τεχνική επίλυση προβλημάτων. Η κυβέρνηση καλείται να οργανώσει το μέλλον: να προστατεύσει τους πολίτες από την ανασφάλεια, να δημιουργήσει συνθήκες ευημερίας, να εγγυηθεί θεσμική σταθερότητα και να δώσει στην κοινωνία ένα πειστικό αίσθημα κατεύθυνσης. Σ’ έναν κόσμο γεμάτο ανισότητες, τεχνολογικές ανατροπές, γεωπολιτικούς κινδύνους και κρίση εμπιστοσύνης, η διακυβέρνηση δεν είναι απλώς διοίκηση– είναι πράξη πολιτικού και ηθικού προσανατολισμού.
Αντίστοιχα, ο ρόλος της αντιπολίτευσης δεν είναι να κατασκευάζει διαρκώς το κατηγορητήριο της κυβέρνησης, αλλά να αποδεικνύει ότι μπορεί να γίνει μία καλύτερη κυβέρνηση. Η δημοκρατία δεν προχωρά όταν ο πολίτης καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην κόπωση και στην οργή. Προχωρά όταν έχει μπροστά του ανταγωνιστικά σχέδια για το μέλλον. Η μεγάλη πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι ποιος θα φωνάξει δυνατότερα εναντίον της εξουσίας, αλλά ποιος μπορεί να πείσει ότι διαθέτει τη σοβαρότητα, το σχέδιο και την πολιτική γενναιότητα να την ασκήσει.
Διαβάστε επίσης
Η Δημοκρατία δεν περίμενε την Μαρία Καρυστιανού
Το ξεπούλημα των ομολόγων και το τέλος μιας παλιάς βεβαιότητας
Όταν ο προγραμματισμός γίνεται αιφνιδιασμός: Το θολό παρασκήνιο του Ταμείου Ανάκαμψης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Ν. Αναγνωστάκης (VICAN): Το success story των 50 ετών, το «πρώτο παιδί», το φάρμακο και το ελληνικό τραγούδι
- Έρση Σωτηροπούλου: «Πέρασε σαν σαΐτα από το μυαλό μου»
- Πότε πέφτουν οι υπογραφές για την εξαγορά του 51%+ της Μεσόγειος ΑΕ από τη Veolia
- Το Affalterbach ξέχασε πώς σχεδιάζονται οι AMG – Ο καρχαρίας έχασε τα δόντια του στο σχεδιαστικό έκτρωμα της δεκαετίας