array(0) {
}
        
    
Menu
-0.63%
Τζίρος: 269.63 εκατ.

Παρί Σεν Ζερμέν: Το… deal του αιώνα για το «Παρκ ντε Πρενς»! Ο ρόλος του Αλ Κελαϊφί και η πολιτική στροφή

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης
Comments

Τρία είναι τα βασικά συμπεράσματα από τη «συζήτηση» στη Βουλή για το κράτος δικαίου. Και τα τρία θα έπρεπε να σημάνουν συναγερμό στην κοινωνία.

Δεν αναφέρομαι στους πολιτικούς, γιατί στη μεγάλη τους πλειονότητα αποδεικνύονται ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Τουλάχιστον στη διάρκεια της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τόσο επιτακτική ανάγκη αλλαγής του πολιτικού προσωπικού. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τέτοια απόσταση από την πραγματικότητα. Ποτέ άλλοτε δεν καταγράφηκε τόσο βαθιά δυσαρμονία ανάμεσα στον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία.

1

Πρώτο συμπέρασμα: η τοξικότητα έχει γίνει κανονικότητα. Με τη βοήθεια των κοινωνικών δικτύων, της ψηφιακής δημαγωγίας και της τεχνητής νοημοσύνης, η πολιτική αντιπαράθεση έχει κατρακυλήσει σε επίπεδα που ξεπερνούν ακόμη και τις πιο σκοτεινές στιγμές της μεταπολίτευσης. Κάποτε το σύνθημα «να καεί, να καεί το μπορδέλο η Βουλή» εξέφραζε τον όχλο και τη χυδαιότητά του, συχνά με την ενθάρρυνση ορισμένων βουλευτών. Σήμερα, αυτή η λογική δεν έρχεται απ’ έξω. Έχει εγκατασταθεί μέσα στο ίδιο το κοινοβουλευτικό σκηνικό.

Όσα είδαμε από τον Ανδρουλάκη, την Κωνσταντοπούλου και τον Φάμελλο δεν ήταν σκληρή αντιπολίτευση. Ήταν διαγωνισμός πολιτικής τοξικότητας. Και αυτό είναι ακόμη πιο επικίνδυνο, γιατί μεταμφιέζεται σε θεσμική ευαισθησία. Η θεσμική κριτική είναι αναγκαία στη δημοκρατία. Όταν, όμως, εκπίπτει σε προσωπικές αιχμές, σε ηθική δαιμονοποίηση του αντιπάλου και σε συστηματική απόπειρα απαξίωσής του ως προσώπου, τότε δεν υπηρετεί τη δημοκρατία. Τη διαβρώνει.

Δεύτερο συμπέρασμα: απόλυτη ένδεια θετικών επιχειρημάτων. Η αντιπολίτευση δεν προσήλθε με σχέδιο, αλλά με κραυγές. Δεν προσήλθε με πρόταση, αλλά με καταγγελία. Δεν προσήλθε με εναλλακτική διακυβέρνησης, αλλά με ένα ατέλειωτο κατηγορώ που εξαντλείται στον εαυτό του. Το κοινό καλό, όμως, δεν υπηρετείται με υστερικές επαναλήψεις περί «εκτροπής», ούτε με φωνασκίες που νομίζουν ότι υποκαθιστούν την πολιτική.

Η κυβέρνηση και προσωπικά ο Πρωθυπουργός κατηγορήθηκαν, επί της ουσίας, για θεσμική εκτροπή. Ας δεχθούμε ότι μια τέτοια κατηγορία τίθεται πολιτικά. Τι προτείνεται ως διέξοδο; Εκλογές «εδώ και τώρα». Αυτό δεν είναι σχέδιο. Είναι πολιτικός αυτοματισμός. Είναι το γνωστό αντανακλαστικό μιας αντιπολίτευσης που, αδυνατώντας να αρθρώσει σοβαρή πρόταση, επιστρέφει μονότονα στο ίδιο σύνθημα, λες και η κοινωνία θα συγκινηθεί από την επανάληψη της κοινοτοπίας.

Αν οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης πιστεύουν ότι η χώρα θα πάρει στα σοβαρά ως απάντηση σε μια υποτιθέμενη κρίση του κράτους δικαίου την πρόταση «να πέσει η κυβέρνηση και να γίνουν εκλογές», τότε δεν έχουν απλώς χάσει την επαφή με την κοινωνία. Έχουν χάσει την επαφή με τη στοιχειώδη πολιτική λογική και με την πραγματικότητα της νέας γεωπολιτικής.

Τρίτο συμπέρασμα: ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εγκλωβίστηκε στον βούρκο. Δεν παρασύρθηκε στην τυφλή τοξικότητα που επιδίωξαν οι αντίπαλοί του. Κράτησε ισορροπία ανάμεσα στην άμυνα και την αντεπίθεση και, κυρίως, έβαλε στο τραπέζι κάτι που έλειπε εκκωφαντικά από όλους τους άλλους: προοπτική. Οι αναφορές του σε συγκεκριμένα άρθρα και η έμφαση στη συνταγματική αναθεώρηση δείχνουν μια προσπάθεια με δύο σαφείς στόχους: ισχυρότερη θεσμική θωράκιση της δημοκρατίας και βαθύτερο εκσυγχρονισμό του κράτους, ώστε να ανταποκρίνεται στις πολύμορφες προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Ο όρος «φυγή προς τα εμπρός» αδικεί την παρέμβαση. Δεν πρόκειται για φυγή. Πρόκειται για απόπειρα οικοδόμησης. Και αυτό ακριβώς είναι που δεν μπορούν να παρακολουθήσουν όσοι έχουν επενδύσει αποκλειστικά στην πόλωση, στην δήθεν  ηθικολογία, στην πολιτική υστερία.

Είναι εύκολο να επαναλαμβάνει κανείς το σύνθημα περί «καθεστώτος Μητσοτάκη» και να φαντάζεται ότι έτσι ασκεί υψηλή δημοκρατική κριτική. Σε μια ελεύθερη δημοκρατία, ο καθένας μπορεί να λέει σχεδόν ό,τι θέλει — ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται την κατάργηση της κοινής λογικής. Όταν, όμως, από όλο αυτό το βαρύγδουπο κατηγορητήριο προκύπτει ως μοναδική «λύση» η παραίτηση της κυβέρνησης και η άμεση προσφυγή στις κάλπες, τότε το ίδιο το κατηγορητήριο αυτογελοιοποιείται.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το σημείο της μεγάλης πολιτικής υποκρισίας. Η αντιπολίτευση μιλά για κράτος δικαίου, αλλά αποφεύγει συστηματικά να αγγίξει τον πραγματικό πυρήνα του προβλήματος. Το βασικό ζήτημα δεν είναι ότι η χώρα δεν διαθέτει κανόνες. Είναι ότι οι κανόνες λειτουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον που τους ακυρώνει στην πράξη. Και αυτό το περιβάλλον δεν είναι απλώς διακομματικό. Είναι ιστορικό, κοινωνικό και πολιτισμικό.

Το ρουσφέτι δεν είναι μια περιφερειακή παθογένεια του πολιτικού μας βίου. Είναι ο σκληρός πυρήνας του. Είναι η πιο ανθεκτική αντιθεσμική παράδοση της ελληνικής πολιτικής. Αποτελεί ιστορικά εδραιωμένο τρόπο οργάνωσης της σχέσης ανάμεσα στον πολίτη και την εξουσία. Το κράτος δεν νοήθηκε ως ουδέτερος θεσμός του κοινού συμφέροντος, αλλά ως πεδίο συναλλαγής, προστασίας, εξυπηρέτησης και μεροληπτικής πρόσβασης. Γι’ αυτό και το ρουσφέτι δεν είναι μόνο μηχανισμός. Είναι κουλτούρα. Είναι νοοτροπία. Είναι σχεδόν ανεπίσημος θεσμός. Αυτό είναι το βαθύ, διαχρονικό πρόβλημα. Και αυτό είναι που κάνει κάθε συζήτηση περί κράτους δικαίου τόσο εύκολα υποκριτική.

Το πραγματικό ζητούμενο είναι η αλλαγή του ίδιου του υποδείγματος πολιτικής συμπεριφοράς. Να περιοριστεί δραστικά η κομματική νομή του κράτους. Να πάψουν οι υπουργοί να λειτουργούν ως διαμεσολαβητές πελατειακών διευθετήσεων. Να αποσαφηνιστεί επιτέλους ο ρόλος του βουλευτή. Να γίνει η λογοδοσία συνεχής, ουσιαστική και αμείλικτη. Και να υπάρξει πραγματική τιμωρία για όσους εξευτελίζουν τον δημόσιο θεσμό και ευτελίζουν τον ίδιο τον κανόνα.

Η χώρα δεν πάσχει μόνο από θεσμικά ελλείμματα. Πάσχει από παγιωμένες συνήθειες εξουσίας. Όσο το ρουσφέτι δεν αντιμετωπίζεται ως κεντρικό πολιτισμικό εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό της δημοκρατίας, κάθε μεταρρυθμιστική συζήτηση θα μένει ακρωτηριασμένη και αναποτελεσματική.

Οι θεσμοί είναι αναγκαίοι. Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο, κρίσιμο βήμα για τη θωράκιση και τον εκσυγχρονισμό τους. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της. Χωρίς σύγκρουση με την κουλτούρα του ρουσφετιού και χωρίς αλλαγή της ίδιας της πολιτικής νοοτροπίας, καμία μεταρρύθμιση δεν θα ολοκληρωθεί πραγματικά.

Διαβάστε επίσης

Στοχευμένα μέτρα, άστοχη πολιτική

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Χατζηδάκης: Η μάχη με το βαθύ κράτος πρέπει να είναι συνεχής
Η αντιπολίτευση γύρισε την πλάτη στην αλήθεια
Μητσοτάκης-Δένδιας προετοιμάζονταν – H αντιπολίτευση απλά διαφωνούσε

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το δηλητήριο για τον κάθε Μυλωνάκη
Η ναυσιπλοΐα πλέον περιορίζεται μέσω παραβίασης του διεθνούς δικαίου, έμμεσων μέτρων και αυξημένων ελέγχων με στρατιωτική παρουσία
Στοχευμένα μέτρα, άστοχη πολιτική
«Ετσι έζησα εγώ το εγκεφαλικό ανεύρυσμα»: Η Εφη Καραγεώργου αφηγείται τη δική της περιπέτεια
Ο Τραμπ βαράει το νταούλι και οι αγορές χορεύουν στο ρυθμό του!
Λαζαρίδης, πτυχίο, ευθιξία
Οι άπιστοι Θωμάδες, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και τα ρουσφέτια
Οι οικονομικές εξελίξεις σε τρία σενάρια για το Ιράν
Η οικονομία διαψεύδει την κυβέρνηση — και η ΤτΕ το λέει καθαρά
Εκεχειρία-βιτρίνα, πόλεμος σε αναμονή