Η πρώτη φορά που οδήγησα μια Mercedes-AMG GT R ήταν το 2017, στα παρασκήνια του 75th Goodwood Members’ Meeting. Ήταν το πρώτο αυτοκίνητο που με τρόμαξε βαθιά από την πρώτη ματιά. Μαύρη ματ, χαμηλή, απειλητική, με επιβλητική shark nose μύτη ως δήλωση πρόθεσης. Έμοιαζε περισσότερο με ζώο θηρευτή, παρά με αυτοκίνητο παραγωγής. Κάτω από το ατελείωτο καπό της ζούσε ένας twin-turbo τετράλιτρος V8 600 ίππων που δεν παρέδιδε απλώς δύναμη, αλλά ωμή επιθετικότητα.

Ήταν ένας γοητευτικός χούλιγκαν. Το πίσω μέρος μπορούσε να σπάσει σε oversteer χωρίς προειδοποίηση, σαν το αυτοκίνητο να δοκίμαζε συνεχώς αν ήσουν άξιος για να το κρατήσεις. Ήταν βαριά, αλλά ταυτόχρονα απίστευτα αεροδυναμική, με αναλογίες που θύμιζαν τη θρυλική Mercedes-Benz 300 SL που κέρδισε στο Μεξικό το 1952, μόνο που εδώ όλα έμοιαζαν πιο θυμωμένα, σχεδόν βίαια. Ένιωθα τα χέρια μου να στάζουν νερό, να γλιστράνε πάνω στο τιμόνι.

1

Ήταν ταυτόχρονα το πρώτο αυτοκίνητο που με έκανε να νιώσω κάτι σχεδόν παιδικό: ζήλια για όποιον θα είχε την ικανότητα να την οδηγήσει όπως εκείνη θα ήθελε. Ωμά.

Εκείνη τη μέρα, μετά από ένα δίωρο πάλης στους επαρχιακούς στενούς δρόμους αντίθετης κατεύθυνσης, την πάρκαρα έξω από το θρυλικό White Horse στο Chilgrove, από όπου θα την παραλάμβαναν οι άνθρωποι της εταιρίας που θα με γύριζαν πίσω στα paddocks. Θυμάμαι τη μυρωδιά της βρεγμένης αγγλικής εξοχής. Θυμάμαι την ανάγκη για ένα διπλό ουίσκι να συνέλθω. Και θυμάμαι να την κοιτάζω από την ξύλινη μπάρα, παρκαρισμένη έξω να με κοιτάζει σχεδόν υποτιμητικά. Θυμάμαι το δέος, τον μαγνητισμό.

Η Mercedes-AMG πέρασε άλλωστε δεκαετίες χτίζοντας ένα πολύ συγκεκριμένο πράγμα: αυτοκίνητα που έμοιαζαν ικανά να σε εκφοβίσουν ακόμη και σταματημένα. Αυτοκίνητα με στάση. Με μυϊκή ένταση. Με εκείνη τη σχεδόν ζωώδη επιθετικότητα που έκανε τις AMG να ξεχωρίζουν από οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε στον δρόμο. Για αυτό και η παγκόσμια κοινότητα των petrolheads περίμενε με πραγματική αγωνία το ντεμπούτο της νέας 2027 Mercedes-AMG GT 4-Door Coupé.

Η αποκάλυψη έγινε με τη βοήθεια του George Russell και του Brad Pitt. Αλλά όταν τραβήχτηκε το ύφασμα, η αίθουσα μάγκωσε. Όχι από δέος, αλλά από αμηχανία. Για λίγα δευτερόλεπτα, κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι κοιτούσε. Είναι αυτό το σχεδιαστικό έκτρωμα της δεκαετίας; Είναι δυνατόν το Affalterbach να έβαλε τόσο θεαματικό αυτογκόλ;

Διότι το πρόβλημα εδώ δεν είναι η ηλεκτροκίνηση. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν σοκάρεται πια από ένα ηλεκτρικό AMG 1.000+ ίππων, ούτε από το γεγονός ότι διαθέτει προαιρετικό συνθετικό ήχο V8 και εικονικές αλλαγές σχέσεων για να κρατήσει κάτι από το DNA των παλιών μοντέλων. Το πρόβλημα είναι ότι η AMG, η εταιρεία που κάποτε σχεδίαζε τα πιο macho και επιβλητικά super sedans και GT της Ευρώπης, παρουσίασε ένα αυτοκίνητο που μοιάζει να έχασε κάθε ίχνος αρσενικής ταυτότητας. Ο καρχαρίας έγινε πιράνχας. Και ίσως ούτε καν αυτό.

Τεχνολογικά, η νέα GT 4-Door Coupé είναι σχεδόν τρομακτική. Η νέα πλατφόρμα AMG.EA εγκαινιάζει μια εντελώς νέα εποχή για τη μάρκα, εγκαταλείποντας οριστικά τους ιστορικούς V8 υπέρ ενός αμιγώς ηλεκτρικού setup τριών axial-flux ηλεκτροκινητήρων της Yasa. Δύο πίσω, ένας εμπρός, όλοι ενσωματωμένοι σε High Performance Electric Drive Units. Η κορυφαία GT 63 4MATIC+ φτάνει τους 1.169 ίππους σε Launch Control και εκτοξεύεται στα 100 χλμ./ώρα σε 2,1 δευτερόλεπτα.

Η μπαταρία των 106 kWh χρησιμοποιεί τεχνολογία εμπνευσμένη από τη Formula 1, με oil cooling, κυλινδρικά cells κάθετης διάταξης και αρχιτεκτονική 800V που επιτρέπει φόρτιση έως 600 kW. Με απλά λόγια, η AMG μόλις παρουσίασε έναν ηλεκτρικό πύραυλο ικανό να συνθλίψει θεωρητικά την Porsche Taycan σε straight-line επιδόσεις.

Και όμως, όλη αυτή η μηχανική υπερβολή καταρρέει τη στιγμή που απλώς κοιτάζεις το αυτοκίνητο.

Το σοκ ξεκινά από το εμπρός μέρος. Η θρυλική Panamericana grille, ίσως το πιο αναγνωρίσιμο στοιχείο των σύγχρονων AMG, μοιάζει εδώ σαν να κολλήθηκε βιαστικά πάνω στον προφυλακτήρα χωρίς καμία οργανική ένταξη. Οι επιφάνειες συγκρούονται μεταξύ τους, οι αναλογίες δεν επικοινωνούν και η συνολική εικόνα δίνει την εντύπωση δύο διαφορετικών αυτοκινήτων που ενώθηκαν πρόχειρα σε ένα.

Το καπό κατεβαίνει με έναν τρόπο, ο προφυλακτήρας συνεχίζει με άλλον, και για να κρυφτεί αυτή η σχεδιαστική ασυνεννοησία, η Mercedes-AMG επιστράτευσε το πιο κουρασμένο trend της εποχής: μια LED light bar που ενώνει τα φανάρια σαν aftermarket kit από AliExpress. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα φωτιστικά σώματα έχουν μέσα φωτιζόμενα αστέρια Mercedes. Επειδή προφανώς το τεράστιο λογότυπο στη μάσκα δεν ήταν αρκετό. Η υπερβολή εδώ δεν είναι πολυτέλεια. Είναι καθαρόαιμη ανασφάλεια.

Και μετά υπάρχει το πίσω μέρος. Εκεί όπου η κατάσταση εκτροχιάζεται πλήρως. Για δεκαετίες, οι AMG GT είχαν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα rear ends στην αυτοκινητοβιομηχανία: φαρδύ, χαμηλό, μυώδες, σχεδόν αμερικανικά επιθετικό μέσα από γερμανική πειθαρχία. Η νέα GT 4-Door μοιάζει αντιθέτως σαν να σχεδιάστηκε από committee που μελέτησε υπερβολικά πολύ νοτιοκορεατικά EVs. Υπάρχουν γωνίες και φωτιστικές υπογραφές που θυμίζουν ανησυχητικά Kia, κάτι που για μια AMG των 1.100 ίππων είναι σχεδόν προσβολή. Δεν υπάρχει δραματικότητα. Δεν υπάρχει ένταση.

Το ειρωνικό είναι ότι η ίδια η εταιρεία περιγράφει το αυτοκίνητο ως “world-first innovation made in Germany”. Και πράγματι, μηχανολογικά ίσως να έχει δίκιο. Το πρόβλημα είναι πως η αυτοκινητοβιομηχανία δεν είναι μόνο engineering. Είναι και επιθυμία. Είναι και χαρακτήρας. Είναι και η ικανότητα ενός αυτοκινήτου να κάνει κάποιον να σταματήσει, να το κοιτάξει και να το θέλει παράλογα. Οι παλιές AMG το κατάφερναν αυτό χωρίς προσπάθεια.

Η νέα GT 4-Door καταφέρνει το αντίθετο: σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς μια εταιρεία που δημιούργησε την Mercedes-Benz SLS AMG, την AMG GT και μερικά από τα πιο χαρισματικά performance sedans της σύγχρονης εποχής, έφτασε να παρουσιάζει ένα αυτοκίνητο που μοιάζει περισσότερο με rendering από videogame beta έκδοση παρά με διάδοχο αυτής της κληρονομιάς.

Το πιο θλιβερό είναι ότι αν καλύψεις το σήμα της Mercedes, δύσκολα αντιλαμβάνεσαι πλέον τι ακριβώς κοιτάς. Θα μπορούσε να είναι Kia. Θα μπορούσε να είναι Xiaomi. Θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε premium EV concept που σχεδιάστηκε με αποκλειστικό στόχο να μην προσβάλλει αεροδυναμικά coefficients και ESG reports. Οι AMG όμως δεν χτίστηκαν ποτέ πάνω στην ουδετερότητα. Σχεδιάζονταν πάντα για την επιθυμία.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο απ’ όλα. Όχι ότι η AMG έγινε ηλεκτρική. Αλλά ότι για πρώτη φορά μοιάζει να ξέχασε ποια είναι (ήταν). Αν αυτό είναι το μέλλον του Affalterbach, τότε ίσως η μεγαλύτερη απώλεια να μην είναι ο V8. Είναι η προσωπικότητα. Οι Γερμανοί έφτιαξαν ένα τεχνολογικό θαύμα ικανό να διαλύσει supercars στο φανάρι. Και κατάφεραν ταυτόχρονα να το κάνουν να μοιάζει σαν κάτι που δεν θα γυρνούσες να κοιτάξεις δεύτερη φορά στο parking. Μηχανικό μεγαλείο.

Σχεδιαστική καταστροφή. Μοιάζει σχεδιασμένη από ανθρώπους που ποτέ δεν κατάλαβαν γιατί οι προηγούμενες AMG λατρεύτηκαν τόσο πολύ. Σαν κάποιος να έδωσε το brief σε committee στελεχών που δεν έχουν οδηγήσει ποτέ νύχτα σε Autobahn, δεν έχουν ακούσει ποτέ cold start V8 σε υπόγειο parking και δεν έχουν νιώσει ποτέ εκείνη την παράλογη, παιδική λύσσα που προκαλούσε μια παλιά AMG GT μόλις εμφανιζόταν στον καθρέφτη σου.

Από το Red Pig μέχρι την Black Series, το Affalterbach κάποτε σχεδίαζε αυτοκίνητα με ανελέητο τσαμπουκά που έμοιαζαν έτοιμα να ξεκινήσουν καβγά ανά πάσα στιγμή. Οι μεγάλες AMG ποτέ δεν ήταν τέλειες. Ήταν βαριές, υπερβολικές, συχνά παράλογες. Αλλά είχαν προσωπικότητα. Είχαν αυτή τη σχεδόν αλαζονική αυτοπεποίθηση που έκανε έναν V8 AMG να μοιάζει με rockstar σε δωμάτιο γεμάτο λογιστές.

Η νέα GT 4-Door μοιάζει να σχεδιάστηκε αποκλειστικά από λογιστές. Ζητά συγγνώμη που υπάρχει. Ένα αυτοκίνητο 1.169 ίππων που καταφέρνει το αδιανόητο: να μοιάζει αδύναμο. Όχι μηχανικά. Συναισθηματικά. Σαν κάποιος να πήρε την επιθετικότητα, να την πέρασε από δεκατέσσερα meetings marketing και να απέμεινε μόνο ένα αποστειρωμένο, πλήρως ουδέτερο κέλυφος.

Η Mercedes-AMG δημιούργησε ίσως το πιο προηγμένο αυτοκίνητο στην ιστορία της. Και ταυτόχρονα το πρώτο που μοιάζει άψυχο και είναι απελπιστικά αδιάφορο.

Διαβάστε επίσης:

A. Lange & Söhne Cabaret Tourbillon: Η επιστροφή ενός θρύλου

Όταν η Bentley συναντά τη Steinway & Sons, η πολυτέλεια αποκτά ρυθμό

Ένα gentleman’s yacht που επαναφέρει τη χαμένη κομψότητα της Μεσογείου