array(0) {
}
        
    
Menu
-1.12%
Τζίρος: 253.29 εκατ.

Επιτέλους χαλινός

Νίκος Παπαθανάσης, Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Comments

Ομολογώ πως η χθεσινή δημοσίευση του wiseman στο mononews, σχετικά με την αιφνίδια μεταφορά πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης από μία δράση σε άλλες, προκαλεί έκπληξη σε πολλαπλά επίπεδα.

Πρώτον, μιλάμε για ποσό της τάξης των 3,5 δισ. ευρώ, σε σύνολο 35,95 δισ. ευρώ του «Ελλάδα 2.0» — δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, για περίπου το 10% του συνολικού προγράμματος. Η μετακίνηση ενός πολύ μεγάλου ποσού, τόσο σε απόλυτους όσο και σε ποσοστιαίους όρους, δεν μπορεί να γίνεται ούτε με τη λογική του «έτσι θέλω» ούτε, ακόμη κι αν υπάρχει σοβαρός λόγος, ξαφνικά και απροειδοποίητα — όπως φαίνεται πως συνέβη.

1

Αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο ζήτημα: τη διαδικασία της αναφερόμενης ανακατανομής πόρων. Τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης δεν μεταφέρονται «όπως θέλει ένας υπουργός», με την απλή έννοια. Το εθνικό σχέδιο εγκρίνεται και αναθεωρείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Άρα, αν μιλάμε για ουσιαστική ανακατανομή πόρων μεταξύ δράσεων, αυτή πρέπει να εντάσσεται στην αναθεώρηση του σχεδίου και να περάσει από την αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και την έγκριση του ECOFIN. Έγινε αυτό; Υπάρχει έγκριση; Και αν υπάρχει, γιατί δεν παρουσιάστηκε εγκαίρως και καθαρά;

Τρίτον, τίθεται ζήτημα καθυστερήσεων; Υπήρξε καθυστέρηση στις διαδικασίες αξιολόγησης, με ευθύνη των τραπεζών και των αξιολογητών του Δημοσίου; Υπήρξε καθυστέρηση και από την πλευρά των επιχειρήσεων, που υπέβαλαν αιτήσεις δανειοδότησης — κατά την ελληνική συνήθεια — την τελευταία στιγμή; Αυτά είναι ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν. Όμως δεν αναιρούν την κεντρική πολιτική ευθύνη: όταν ένας μηχανισμός τέτοιας κλίμακας πλησιάζει στο τέλος του, η Πολιτεία οφείλει να γνωρίζει εγκαίρως πού υπάρχουν συμφόρηση, καθυστερήσεις, ή κίνδυνος χρηματοπιστωτικού κενού.

Γράφτηκε ότι το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» ξέμεινε από χρήματα. Ταυτόχρονα, στη συνέντευξη Τύπου του αρμόδιου αναπληρωτή υπουργού Νίκου Παπαθανάση υπονοήθηκε εμμέσως πως τα κεφάλαια μεταφέρθηκαν σε δράσεις με μεγαλύτερο κοινωνικό αποτύπωμα. Τονίστηκε, μάλιστα, ότι έχουν υπογραφεί 798 συμβάσεις, από τις οποίες οι 489 αφορούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις — δηλαδή περίπου το 60%. Τα σχετικά ποσά, ωστόσο, δεν αναφέρθηκαν. Και αυτή η παράλειψη δεν είναι λεπτομέρεια· είναι ένδειξη ελλιπούς ενημέρωσης. Διότι άλλο είναι να μιλά κανείς για αριθμό συμβάσεων και άλλο για την πραγματική κατανομή των πόρων.

Στο ίδιο πλαίσιο, και κατά μία έννοια ρίχνοντας την μπάλα στην εξέδρα, ο διοικητής της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης, Ορέστης Καβαλάκης, επέλεξε να τονίσει ότι μέσω του εγγυοδοτικού προγράμματος InvestEU έχουν ήδη χρηματοδοτηθεί 15.170 μικρομεσαίες επιχειρήσεις με δάνεια περίπου 3 δισ. ευρώ, ενώ προγραμματίζεται ακόμη ένας γύρος χρηματοδότησης, που εκτιμάται ότι θα δώσει πρόσβαση σε περίπου 20.000 επιπλέον μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Πρόκειται αναμφίβολα για σημαντικά στοιχεία, αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: τι συνέβη με τα ώριμα επενδυτικά σχέδια που υπολόγιζαν σε χρηματοδότηση από το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης;

Με βάση τα ανωτέρω, η εντύπωση που δημιουργείται είναι διπλή — και θετική και αρνητική. Η θετική αφορά την κοινωνική διάσταση της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν μεγάλο μέρος της ραχοκοκαλιάς της οικονομίας. Η αρνητική εντύπωση, όμως, είναι εξίσου σαφής και αφορά δύο επίπεδα. Το πρώτο έχει να κάνει με τον έγκαιρο προγραμματισμό και με την ευθύνη της Υπηρεσίας Συντονισμού να διασφαλίζει έγκαιρη, πλήρη και αξιόπιστη ενημέρωση. Με τα σημερινά δεδομένα, αυτή φαίνεται πως ήταν ελλιπής.

Το δεύτερο επίπεδο είναι ακόμη πιο σοβαρό και αφορά την ενημέρωση των επιχειρηματιών και των τραπεζών, η οποία, όπως προκύπτει, σαφέστατα δεν έγινε. Οι Παύλος Μυλωνάς της Εθνικής Τράπεζας και Φωκίων Καραβίας της Eurobank το επιβεβαίωσαν με τις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Όταν τράπεζες και επιχειρήσεις έχουν προχωρήσει σε αξιολογήσεις, εγκρίσεις και επενδυτικούς σχεδιασμούς, και ενημερώνονται εκ των υστέρων ότι οι πόροι δεν είναι πλέον διαθέσιμοι, τότε δεν μιλάμε απλώς για τεχνική αναπροσαρμογή. Μιλάμε για πλήγμα στην προβλεψιμότητα του κράτους και στην αξιοπιστία της δημόσιας διοίκησης.

Η άρνηση του κ. Παπαθανάση να σχολιάσει ουσιαστικά το ενδεχόμενο να μείνουν εκτός του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης επενδυτικά σχέδια της τάξης των 6-8 δισ. ευρώ — που αντιστοιχούν σε δάνεια ΤΑΑ ύψους 3-4 δισ. ευρώ — είναι, στην καλύτερη περίπτωση, υπεκφυγή. Στη χειρότερη, αποπνέει την αλαζονεία μιας εξουσίας που θεωρεί ότι μπορεί να αναδιατάσσει κρίσιμους αναπτυξιακούς πόρους χωρίς να εξηγεί εγκαίρως, πλήρως και πειστικά το γιατί.

Αν υπάρχουν λόγοι, ο αναπληρωτής υπουργός οφείλει να τους καταθέσει δημόσια. Αν κάποια επενδυτικά σχέδια δεν πληρούσαν τον κανόνα του δανειακού σκέλους — δηλαδή το 20% του συνόλου να αφορά επενδύσεις ψηφιακής μετάβασης και το 37,5% πράσινης μετάβασης — αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Σ’ ένα πρόγραμμα τέτοιας σημασίας, η διαφάνεια δεν είναι επικοινωνιακή πολυτέλεια, είναι προϋπόθεση αξιοπιστίας.

Η σιωπή, εξάλλου, σχετικά με το πρόγραμμα του «Στέγη ΙΙ» οδηγεί σε πολλά ερωτηματικά. Το συγκεκριμένο τοπίο παραμένει θολό και η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις: υπάρχει εξάντληση πόρων ή όχι; Ποια είναι τα ποσά, πόσες σε ποιας αξίας οι συμβάσεις; Από τα περίπου 3,5 δισ. που «έφυγαν» από τις τράπεζες, πόσα χρήματα πήγαν στο «Στέγη ΙΙ» και πόσα στις μικρομεσαίες;

Το μείζον ζήτημα δεν είναι μόνο αν η ανακατανομή των πόρων υπηρετεί έναν κοινωνικά θεμιτό σκοπό, αλλά ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται πως έγινε: χωρίς επαρκή προγραμματισμό, χωρίς έγκαιρη προειδοποίηση και χωρίς καθαρή ενημέρωση προς τράπεζες και επιχειρήσεις που είχαν ήδη κινηθεί με βάση συγκεκριμένες παραδοχές χρηματοδότησης. Όταν επενδυτικά σχέδια δισεκατομμυρίων, με τραπεζικές αξιολογήσεις, εγκρίσεις και ώριμο σχεδιασμό, βρίσκονται ξαφνικά στον αέρα, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, είναι βαθιά πολιτικό και βαθιά θεσμικό. Η κυβέρνηση εμφανίζεται (σωστά ή όχι)  να διαχειρίζεται έναν από τους σημαντικότερους αναπτυξιακούς μηχανισμούς της χώρας με λογική τελευταίας στιγμής, μεταθέτοντας το βάρος στους επενδυτές και στις τράπεζες, ενώ η απουσία ξεκάθαρων απαντήσεων ενισχύει την αίσθηση προχειρότητας, αδιαφάνειας και αλαζονείας. Αν υπήρχαν σοβαροί λόγοι για τη μεταφορά των πόρων, όφειλαν να εξηγηθούν δημόσια, τεκμηριωμένα και εγκαίρως–  όχι εκ των υστέρων, με μισόλογα και υπεκφυγές. Διότι, έτσι η στόχευση—αν υπάρχει—γίνεται εκδήλωση προχειρότητας.

Διαβάστε επίσης

Από τον Καραμανλή στον Μητσοτάκη: Συνέχεια στην Ευρώπη, ρήξη στο κράτος

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Νίκος Παπαθανάσης: Το 2025 θα εισρεύσουν στην ελληνική οικονομία 14,6 δισ. ευρώ, εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι
Κατατέθηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο για την ενίσχυση των υπηρεσιών των Αναπτυξιακών Προγραμμάτων
Καινοτόμο πρόγραμμα για αλιείς και ιχθυοκαλλιεργητές – Συνεργασία Αναπτυξιακή Ροδόπης και Impact Hub Athens

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Επιτέλους χαλινός
Οι όψιμοι «Τσιπροφύλακες» και «Ανδρουλακοφύλακες» και τα «τζουκ μποξ» της δημόσιας ζωής
Γιατί πάνε όλοι στην Κίνα;
Από τον Καραμανλή στον Μητσοτάκη: Συνέχεια στην Ευρώπη, ρήξη στο κράτος
Νίκος Ανδρουλάκης: Συζήτηση για τη συζήτηση
Ο Ακύλας, η Eurovision, η αποθέωση του γκλίτερ και ο θόρυβος των τενεκέδων
Θα κριθούν οι επόμενες εκλογές στο Αιγαίο;
Σε γεωπολιτικό αδιέξοδο ο Ερντογάν ανοίγει μέτωπα που δεν ελέγχει
Ο δωδεκάλογος του Ρομά
Η Οικονομία της Ασυδοσίας και η Πολιτική της Αδυναμίας