Υπάρχει μια εύκολη παγίδα στη δημόσια συζήτηση για την υγεία: να θεωρούμε ότι «έξω είναι όλα καλύτερα» και ότι τα προβλήματα που βιώνουμε στην Ελλάδα είναι μοναδικά. Και κάπου ανάμεσα σε αυτή την απλοϊκή σύγκριση και την καθημερινή αγανάκτηση, υπάρχει η εγχώρια πολιτική σκηνή, με αρχηγό Υγείας τον Άδωνι Γεωργιάδη.
Να κάνουμε σύγκριση με βάση τα γεγονότα. Σε μια από τις πιο ισχυρές οικονομίες του κόσμου (μέλος της ομάδας των G7) η πρόσβαση σε γιατρό, και ειδικά σε εξειδικευμένο, μπορεί να εξελιχθεί σε μικρή οδύσσεια. Ο οικογενειακός γιατρός δεν είναι δεδομένος, οι λίστες αναμονής φτάνουν μήνες, και τα επείγοντα λειτουργούν ως διέξοδος για προβλήματα που απλώς δεν βρίσκουν αλλού λύση. Η εμπειρία του ασθενούς δεν είναι πάντα η αναμενόμενη, ακόμη κι αν το σύστημα διαθέτει πόρους και οργάνωση.
Την ίδια στιγμή εδώ, ο Άδωνις Γεωργιάδης επιλέγει έναν τρόπο παρουσίας που δύσκολα περνά απαρατήρητος: τσιρίζει, συγκρούεται, ανεβάζει τους τόνους. Είναι καυγατζής και αυτό συχνά λειτουργεί εις βάρος του. Γιατί πίσω από αυτή την ένταση υπάρχει ένας πολιτικός που φέρνει νούμερα. Κάποιος που κινεί διαδικασίες, που πιέζει για αλλαγές, που φέρνει αποτελέσματα τα οποία δεν είναι πάντα ορατά μέσα στον θόρυβο που ο ίδιος δημιουργεί. Με έναν παράδοξο τρόπο, αδικεί τον εαυτό του: το ύφος επισκιάζει την ουσία, και η συζήτηση μετατοπίζεται από το «τι γίνεται» στο «πώς το λέει».
Συνεχίζοντας τη σύγκριση Ψωροκώσταινας με τους Τζιπλούσιους, θα πει κανείς: «Ναι, αλλά στο εξωτερικό υπάρχει πάντα ο ιδιώτης». Θεωρητικά, ναι. Στην πράξη όμως, το κόστος είναι συχνά απαγορευτικό για τον μέσο πολίτη. Ακόμη και με ιδιωτική ασφάλιση, οι συμμετοχές, τα όρια και οι εξαιρέσεις αφήνουν σημαντικά κενά. Η επιλογή του ιδιώτη καταλήγει να είναι προνόμιο και όχι πραγματική εναλλακτική. Έτσι, η υπόσχεση της «άμεσης λύσης» αποδεικνύεται συχνά περιορισμένη.
Και κάπου εδώ η σύγκριση αποκτά ουσία, όχι για να εξωραΐσει την ελληνική πραγματικότητα, αλλά για να την τοποθετήσει σε ένα πιο ρεαλιστικό πλαίσιο. Σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, η ισορροπία μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής υγείας παραμένει εύθραυστη. Αν υπάρχει δημόσια υγεία και δεν σε αφήνουν στην είσοδο νοσοκομείου να πεθάνεις σαν το σκυλί. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ποιότητα των υπηρεσιών, αλλά η πρόσβαση σε αυτές, ο χρόνος, το κόστος, η πραγματική δυνατότητα επιλογής και η ανθρωπιά.
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν δικαιολογία για τα προβλήματα του ελληνικού δημόσιου συστήματος υγείας. Οι ελλείψεις, οι καθυστερήσεις, οι ανισότητες είναι υπαρκτές και απαιτούν λύσεις. Όμως ίσως αξίζει να εγκαταλείψουμε την εύκολη αφήγηση του «εδώ όλα λάθος, έξω όλα σωστά» και να δούμε την εικόνα πιο ψύχραιμα, πιο ουσιαστικά.
Η επίγνωση δεν μειώνει την απαίτηση, την ωριμάζει. Και ίσως μας βοηθά να αναγνωρίσουμε ταυτόχρονα και τις παθογένειες και τις προσπάθειες, ακόμη κι όταν αυτές συνοδεύονται από φωνές που θα μπορούσαν να είναι χαμηλότερες. Γιατί τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσουμε έναν διαγωνισμό εντυπώσεων μεταξύ χωρών, αλλά να χτίσουμε ένα σύστημα υγείας που να λειτουργεί αξιόπιστα για τον πολίτη, στην πράξη, όχι στη θεωρία.
Διαβάστε επίσης:
Πάρε κι εσύ ένα μπαζούκας, μπορείς
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Θ. Κωνσταντοπούλου (Daiichi Sankyo): Το καμπανάκι για τις αποσύρσεις ογκολογικών φαρμάκων και το μη βιώσιμο μοντέλο των επιστροφών
- Στελίνα Τσάλτα: «Να φανερώσω το διάλογο με τον εαυτό μου»
- Quest: Η νέα επενδυτική στρατηγική και η στόχευση σε εισηγμένες εταιρείες
- Ανεμώνες, κοχύλια, χρυσόψαρα: Οι δέκα ωραιότερες τσάντες Chanel της νέας καλοκαιρινής συλλογής