Σε μια περίοδο έντονων προκλήσεων για τη φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα, η country manager της Daiichi Sankyo, Θωμαΐς Κωνσταντοπούλου, καταθέτει τη δική της ανάλυση για τις ισορροπίες στην αγορά του φαρμάκου.

Μιλώντας στο Mononews, η κα. Κωνσταντοπούλου περιγράφει τα δεδομένα, που καθορίζουν σήμερα τη λειτουργία της καινοτόμου βιομηχανίας.

1

Επισημαίνει την πίεση, που ασκεί το μοντέλο των υποχρεωτικών επιστροφών, τονίζοντας ότι η Πολιτεία καλύπτει πλέον το κόστος της θεραπείας για μόλις τρεις στους δέκα νοσοκομειακούς ασθενείς, με το υπόλοιπο βάρος να μετακυλύεται στις εταιρείες.

Σύμφωνα με την ίδια, η συνθήκη αυτή επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα της πρόσβασης των ασθενών σε σύγχρονες θεραπείες, όπως αυτή αποτυπώνεται ήδη στις πρώτες αποσύρσεις ογκολογικών σκευασμάτων.

Προκρίνει έναν στρατηγικό ανασχεδιασμό, με βάση την τεκμηριωμένη αξία της καινοτομίας και τη συνολική αξιολόγηση της δαπάνης, προκειμένου η φαρμακευτική πολιτική να αποκτήσει σαφή και βιώσιμη προοπτική.

Ακολουθεί η συνέντευξη, που μας παραχώρησε η κα Θωμαΐς Κωνσταντοπούλου:

Κυρία Κωνσταντοπούλου, η φαρμακευτική πολιτική βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή στη χώρα και φαίνεται ότι η υπομονή της αγοράς τελειώνει και οι εντάσεις πληθαίνουν. Ποια είναι η άποψή σας;

Η υπομονή είναι, ως γνωστόν, αρετή. Και η καινοτόμος φαρμακευτική βιομηχανία στην Ελλάδα την έχει ασκήσει ακλόνητα, για περίπου 15 χρόνια τώρα. Με την αποδοχή των υποχρεωτικών επιστροφών ως μέσου στήριξης της δύσκολης συνθήκης της ελληνικής οικονομίας το 2012, και την αναμονή, μαζί με την υπομονή, να αλλάξουν τα πράγματα, αναλόγως της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.

Αν και έχουν γίνει βήματα ενίσχυσης του προϋπολογισμού φαρμάκου, ιδίως τα τελευταία χρόνια, εντούτοις κάθε, μα κάθε χρόνο, οι υποχρεωτικές επιστροφές αυξάνονται σε ύψη, που πλέον δεν είναι βιώσιμα.

Διότι, πλέον, από τους δέκα ασθενείς με σοβαρές, απειλητικές για τη ζωή νόσους, που λαμβάνουν τη θεραπεία τους στο νοσοκομείο, η Πολιτεία καλύπτει το κόστος μόλις των τριών, μετακυλύοντας το υπόλοιπο στην καινοτόμο βιομηχανία, που εισέφερε τη θεραπευτική λύση.

Και αυτό γίνεται «κατόπιν εορτής», με εκκαθαρίσεις στο τέλος του επόμενου έτους (για το προηγούμενο) – συνθήκη που υποσκάπτει την όποια πρόβλεψη – και καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή τη λειτουργία μας, εντός του πλαισίου των πολυεθνικών ρυθμιστικών και χρηματοοικονομικών προσδοκιών.

Άρα, υπό μια έννοια, η υπομονή για την καινοτόμο βιομηχανία «εξαντλείται», και το βλέπουμε να αποτυπώνεται στις πρώτες αποσύρσεις ογκολογικών φαρμάκων.

Αντιμετωπίζουμε  μια συνεχόμενη αντίσταση από την Πολιτεία, όχι μόνο από το Υπουργείο Υγείας, η οποία αρνείται την πραγματικότητα. Ότι, δηλαδή, αν και αυξάνεται, δυστυχώς δραματικά, η ανάγκη, θα πρέπει, με κάποιο μαγικό ραβδί μάλλον, να μειωθεί η ζήτηση και σε ό,τι μας αφορά η προσφορά.

Και για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, να μην έχουν οι – δυστυχώς διαρκώς περισσότεροι – ασθενείς πρόσβαση σε εξατομικευμένες, ελεγχόμενης διάθεσης θεραπείες μέσω των νοσοκομείων. Ακόμη κι αν κλινικά κρίνεται ότι τους είναι απαραίτητες.

Ότι παρά το γεγονός ότι η επίπτωση του καρκίνου, για παράδειγμα, αυξάνεται εκθετικά, θα μπορεί το κόστος για τη θεραπεία ολοένα και περισσότερων ασθενών, με ακόμη πιο εξειδικευμένες και αποτελεσματικές λύσεις, να απορροφά όλο και λιγότερους πόρους.

Αντιλαμβάνεστε, νομίζω, ότι το θέμα δεν είναι λογιστικό, γιατί έτσι δεν λύνεται. Είναι θέμα προτεραιοτήτων υγείας και πού ως κράτος αποφασίζουμε να επενδύσουμε, φυσικά περιμένοντας ένα συγκεκριμένο, μετρήσιμο και αξιολογήσιμο αποτέλεσμα.

Ναι αλλά ακούμε ότι απορροφάτε ως καινοτόμος βιομηχανία τη μερίδα του λέοντος της δαπάνης, για να καλύψετε πολύ λιγότερους ασθενείς από ό,τι ας πούμε η εγχώρια βιομηχανία. Και ότι λανσάρετε πολλές νέες ενδείξεις, που δεν χρειάζονται. Αυτά δημιουργούν την ένταση;

Κοιτάξτε, δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Κυρίως διότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε πορτοκάλια με μήλα και να περιμένουμε να καταλήξουμε σε έγκυρο αποτέλεσμα.

Στις μη απειλητικές για τη ζωή χρόνιες παθήσεις, όπως π.χ. η υπέρταση ή ο διαβήτης, οι θεραπείες των οποίων διατίθενται κυρίως από τα ιδιωτικά φαρμακεία, έχουμε πράγματι πολλαπλές διαθέσιμες επιλογές και εγχώριας προέλευσης. Και αυτές θα πρέπει η Πολιτεία να προωθεί συστηματικά, ιδίως αν συνοδεύονται από σημαντική εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης.

Και, φυσικά, αυτές οι θεραπείες απευθύνονται, ευτυχώς, σε πολύ περισσότερους ασθενείς, από όσους καλύπτουν οι εξειδικευμένες θεραπείες για τις απειλητικές για τη ζωή νόσους, που διατίθενται μέσω των νοσοκομείων ή των φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ.

Όμως εδώ δεν κάνουμε πολλαπλασιασμό, τόσοι μοναδικοί ασθενείς επί τόσο μέσο κόστος. Ο στόχος είναι να καλυφθεί αποτελεσματικά ο κάθε ένας από τους λιγότερους, αλλά σημαντικά και βαρύτερα νοσούντες πολίτες, που έχουν ανάγκη τη φαρμακευτική καινοτομία.

συνέντευξη country manager της Daiichi Sankyo Greece, Θωμαΐς Κωνσταντοπούλου

Σε ό,τι αφορά στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, οι εγκρίσεις νέων ενδείξεων δεν είναι «τοπική» απόφαση.

Πιστέψτε με, καμία πολυεθνική φαρμακευτική που αναπτύσσει θεραπευτικές τεχνολογίες, που υπερβαίνουν κάθε στεγανό και υπάρχον θεραπευτικό δεδομένο, δεν σκέφτεται ότι «να, με αυτήν την ένδειξη θα πλημμυρίσουμε την αγορά της Ελλάδας», που, ειρήσθω εν παρόδω, είναι και από τις μικρότερες πληθυσμιακά στην Ευρώπη.

Οι πολλαπλές ενδείξεις ενός φαρμάκου εγκρίνονται κεντρικά, από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, αποτελώντας αναγνώριση της προστιθέμενης θεραπευτικής του αξίας σε περισσότερους ασθενείς, οι οποίοι μπορεί να μην διαθέτουν και καμία άλλη θεραπευτική λύση.

Ακολούθως, αποτελεί απόφαση του κάθε ξεχωριστού κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης το αν, για ποιους ασθενείς, και πότε θα τις καταστήσει διαθέσιμες (και αποζημιούμενες) τοπικά.

Άρα, ας αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες των λόγων και των έργων του, κι ας δούμε πώς μπορούμε να μεγιστοποιήσουμε την αξία, την οποία ως κράτος, ως φορολογούμενοι πολίτες, λαμβάνουμε από την επένδυση στη φαρμακευτική καινοτομία, σε σχέση πάντα με τις προσδοκίες μας για την ατομική και τη δημόσια υγεία.

Σας ακούω να αναφέρεστε πάλι στην αξία. Και λόγω εκπαίδευσης και εμπειρίας, φαντάζομαι, εστιάζετε πολύ στην σύγχρονη τάση της πολιτικής φαρμάκου, ευρωπαϊκής και διεθνούς, εκείνης του εξορθολογισμού και της μεγιστοποίησης της ωφέλειας. Είναι ο δρόμος που θέλουμε μπροστά μας;

Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αναφερθήκατε στην εμπειρία μου. Ως φαρμακοποιός με μεταπτυχιακές σπουδές στα οικονομικά και στην πολιτική υγείας, και περισσότερα από 20 χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας σε εθνικές και διεθνείς θέσεις ευθύνης, γνωρίζω καλά ότι η τεκμηρίωση και η ανάδειξη της αξίας της φαρμακευτικής καινοτομίας είναι ο μόνος τρόπος να υποστηριχθεί η Πολιτεία, ώστε να καταλήξει στις οικονομικά βέλτιστες αποφάσεις για την κατανομή των κρίσιμων πόρων.

Από την άλλη, η προηγούμενη εμπειρία μου στο Υπουργείο Υγείας, σε χαρτοφυλάκια συμπληρωματικά της φαρμακευτικής πολιτικής, όπως η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και η τριτοβάθμια περίθαλψη, μου θυμίζει καθημερινά πόσο μεγάλο περιθώριο υπάρχει πραγματικά να ανασχεδιάσουμε τη συνολική διαχείριση της θεραπευτικής προσέγγισης για κάθε νόσο ξεχωριστά, ώστε να μπορεί να λαμβάνει υπόψη όλο το μονοπάτι, από το πρόβλημα έως τη λύση.

Να μπορεί να αξιολογηθεί ποια είναι πραγματικά η συμβολή του κάθε φαρμάκου και από ποιο σημείο στο σύστημα υγείας μπορούν να γίνουν εξοικονομήσεις, όταν το φάρμακο υποκαθιστά άλλες κοστοβόρες επιλογές. Με μια ενιαία μεθοδολογία, που αναγνωρίζει τη συνεισφορά της καινοτομίας στη ζωή του ασθενούς αλλά και στην οικονομία της Πολιτείας συνολικά, και όχι αποσπασματικά, έναντι μόνο του ενός καλαθιού δαπάνης ή του άλλου.

Διότι, τελικά, η κατάτμηση των προϋπολογισμών δεν επιτρέπει ούτε την ολοκληρωμένη αξιολόγηση, ούτε την αποτελεσματική και εμπεριστατωμένη διαπραγμάτευση για τη μεγιστοποίηση της ωφέλειας.

Αφήστε που δημιουργεί πλασματικές εντυπώσεις, ότι σε ορισμένες περιοχές γίνεται καλύτερη διαχείριση από ό,τι σε άλλες. Άρα, για να πάμε μπροστά, χρειάζεται κοινός, ξεκάθαρος στόχος πολιτικής, πλήρη και ανοικτά δεδομένα, καθώς και συνολική παρακολούθηση της δαπάνης, σε όλο το εύρος του μονοπατιού του ασθενούς. Και μετά, τεκμηριωμένη αξιολόγηση και εμπεριστατωμένη διαπραγμάτευση, η οποία αναγνωρίζει και ανταμείβει την αξία, όπου αυτή τεκμηριώνεται.

Οπότε, κυρία Κωνσταντοπούλου, εκτιμάτε ότι την υπομονή θα διαδεχθεί η προοπτική;

Προσωπικά έχω βαθιά πεποίθηση, ότι πρέπει την υπομονή να διαδεχθεί η προοπτική, όπως ακριβώς το θέτετε. Και οφείλουμε όλοι μαζί, σε επίπεδο εταιρείας, μέσα από τους Συνδέσμους μας και πάντα μαζί με την Πολιτεία, να εστιάσουμε προς την ίδια κατεύθυνση.

Αυτήν, που θα μας επιτρέψει να συνεχίσουμε να προσφέρουμε στους Έλληνες ασθενείς την καλύτερη δυνατή θεραπεία, που η επιστήμη και η τεχνολογία μπορεί να αναπτύξει. Για εμάς, στην Daiichi Sankyo, αυτό είναι το βασικό μας μέλημα και η θεμελιώδης δέσμευσή μας.

Δείτε επίσης

Daiichi Sankyo: Στην Ελλάδα ο ιαπωνικός φαρμακευτικός κολοσσός – Πάνω από 11 δισ. οι επενδύσεις της εταιρείας

Μητσοτάκης – ΒΙΠΕ Τρίπολης: «Εικόνα από το μέλλον οι νέες επενδύσεις στη φαρμακοβιομηχανία»