Ένα ευρύ πολιτικό φάσμα διεκδίκησε για το ΠΑΣΟΚ η Άννα Διαμαντοπούλου, στη συνέντευξη που έδωσε στη Μάριον Μιχελιδάκη του mononews.
Επικαλούμενη την ιστορική παράδοση του κόμματος —δηλαδή τον Ανδρέα Παπανδρέου— υποστήριξε ότι, με την πολύπλευρη διεύρυνσή του, το ΠΑΣΟΚ απευθύνεται στη σοσιαλδημοκρατία, στο Κέντρο και στην ευρύτερη Κεντροαριστερά. Αυτό ήταν το ΠΑΣΟΚ κι αυτό είναι σήμερα.
Έφερε έτσι στην επιφάνεια πληγές που δεν έχουν κλείσει. Το βάθος τους θα αποκαλυφθεί, πιθανότατα, στη διάρκεια του εκλογικού αγώνα. Διότι η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε σοβαρή κάμψη, χωρίς να διαφαίνεται προοπτική ιδεολογικής και, στη συνέχεια, εκλογικής ανάκαμψης. Γι’ αυτό και το αφήγημα έχει ήδη αρχίσει να μετατοπίζεται λεκτικά: από τη σοσιαλδημοκρατία στην «ευρύτερη Κεντροαριστερά».
Αναφερόμενη στη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα «ούτε με τη Δεξιά ούτε με την Αριστερά», η Άννα Διαμαντοπούλου την ερμήνευσε ως αρχική επιδίωξη κατάκτησης του Κέντρου, η οποία στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε υπέρ της Αριστεράς. Ωστόσο, η συγκεκριμένη δήλωση δεν κατατάσσει αυτομάτως τον Τσίπρα στο Κέντρο —αυτό θα ήταν περίπτωση πολιτικού αυτοματισμού. Με βάση όσα έχει πει στις παρουσιάσεις της «Ιθάκης», το επερχόμενο κόμμα του τοποθετείται ανάμεσα στη ριζοσπαστική Αριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία. Θα πρόκειται, δηλαδή, για ένα προσωποπαγές, προοδευτικό, αριστερό-σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ανασύνθεσης της Κεντροαριστεράς.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να έχει μετακινήσει τη Ν.Δ. προς τον κεντροδεξιό και κεντρώο χώρο, και τον Αλέξη Τσίπρα να διεκδικεί χώρο αριστερά του ΠΑΣΟΚ, το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη ασφυκτιά. Μπορεί, βέβαια, η παράμετρος των πολλών αναποφάσιστων —την οποία επικαλέστηκε η Άννα Διαμαντοπούλου— να θεωρείται πιθανή δεξαμενή ενίσχυσης του ΠΑΣΟΚ, αν τελικά «σηκωθούν από τον καναπέ». Αλλά αυτή είναι περισσότερο εικασία παρά συμπέρασμα που στηρίζεται στις ευρύτερες εξελίξεις στον χώρο της φθίνουσας ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Τα αίτια της μακροχρόνιας εκλογικής κάμψης της σοσιαλδημοκρατίας είναι πολλά. Ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης, κυρίως λόγω της αποβιομηχάνισης, είναι ένα από αυτά. Η αδυναμία της να αντικαταστήσει μέρος της παλιάς εργατικής βάσης με μορφωμένα, αστικά, προοδευτικά μεσαία στρώματα είναι ένα δεύτερο—καθώς στα νέα συστήματα πολιτικής σύγκρουσης, το εισόδημα και η εκπαίδευση δεν λειτουργούν πλέον με τον ίδιο τρόπο: οι υψηλότερα μορφωμένοι ψηφοφόροι μετακινήθηκαν σε σημαντικό βαθμό προς την Αριστερά, ενώ οι υψηλότερου εισοδήματος παραμένουν συχνότερα στη Δεξιά.
Υπάρχουν και άλλοι λόγοι: η εγκατάλειψη της διακριτής οικονομικής ταυτότητας της σοσιαλδημοκρατίας μετά το 1990, με την υιοθέτηση πολιτικών αγοράς. Η φθορά που υπέστη μετά την κρίση του 2008-2010. Ο ανταγωνισμός από τους Πράσινους και τα διάφορα ριζοσπαστικά κινήματα. Η πολιτισμική σύγκρουση που προκάλεσε η πιο φιλελεύθερη στάση της σε ζητήματα μετανάστευσης, πολυπολιτισμικότητας, δικαιωμάτων και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Και, τέλος, η αποδυνάμωση των κλασικών κοινωνικών της δικτύων — συνδικάτων, συνεταιρισμών, τοπικών οργανώσεων και άλλων μορφών συλλογικής ένταξης.
Η αναφορά, λοιπόν, στη σοσιαλδημοκρατία είναι και αναφορά στη φθορά της. Στη σημερινή πολιτική αρένα, η μάχη δεν διεξάγεται πια πάνω σε καθαρά ταξικά κομματικά συστήματα, αλλά μέσα σε πολυδιάστατα πεδία σύγκρουσης. Ο χάρτης της πολιτικής σύγκρουσης γίνεται σταδιακά πιο σαφής.
Ο Αλέξης Τσίπρας διεκδικεί χώρο αριστερά του ΠΑΣΟΚ και δεξιά του παλιού ΣΥΡΙΖΑ. Απευθύνεται στον απογοητευμένο προοδευτικό ψηφοφόρο που δεν θέλει να επιστρέψει στον παλιό ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θεωρεί το ΠΑΣΟΚ άτολμο, άχρωμο ή υπερβολικά θεσμικό.
Το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί τον χώρο της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς. Δεν θέλει να είναι το αριστερό άκρο της προοδευτικής παράταξης– θέλει να είναι ο βασικός κορμός μιας επόμενης κυβερνητικής εναλλακτικής. Απευθύνεται στον μετριοπαθή αντί-Ν.Δ. ψηφοφόρο που θέλει αλλαγή κυβέρνησης, αλλά δεν θέλει περιπέτεια, προσωπικό κόμμα ή επιστροφή στο 2015.
Η Ν.Δ., από την πλευρά της, διεκδικεί τον χώρο της κεντροδεξιάς κυβερνησιμότητας, αλλά με έντονη διείσδυση στο Κέντρο. Απευθύνεται στον ψηφοφόρο της σταθερότητας, της διαχειριστικής επάρκειας, του εκσυγχρονισμού και της ασφάλειας.
Ιδεολογικές διακηρύξεις, με την αυστηρή έννοια, δεν έχουμε. Όλα αυτά προκύπτουν από την ερμηνεία λόγων, δηλώσεων και πολιτικών πράξεων. Η πολύπλευρη σύγκρουση, όμως, είναι αναπόφευκτη. Ο Τσίπρας διεκδικεί την ηγεσία της Κεντροαριστεράς ως επικεφαλής ενός αντι-Μητσοτακικού μετώπου. Ο Ανδρουλάκης διεκδικεί την ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά, το Κέντρο και επίσης την ηγεσία της μάχης κατά του Μητσοτάκη. Και ο Μητσοτάκης διεκδικεί το εκσυγχρονιστικό, φιλελεύθερο αστικό Κέντρο, τη μετριοπαθή Κεντροδεξιά, αλλά και τη συντηρητική Δεξιά.
Αυτή είναι η τριπλή σύγκρουση. Με βάση τα σημερινά δημοσκοπικά ευρήματα, η μεγάλη μάχη θα είναι για τη δεύτερη θέση. Η εικόνα δεν θα κριθεί αναγκαστικά στον πρώτο γύρο. Μπορεί να κριθεί στον δεύτερο. Ίσως να χρειαστεί και τρίτος, αλά 1990.
Ο μεγάλος χαμένος αυτής της μάχης κινδυνεύει να είναι ο Ανδρουλάκης. Οπωσδήποτε αν βρεθεί στην τρίτη θέση. Πολύ πιθανόν ακόμη και αν κρατηθεί στη δεύτερη, αλλά με σημαντική διαφορά από τη Ν.Δ. Θα σωθεί πολιτικά μόνο αν η διαφορά του από τη Ν.Δ. είναι μικρή — αν δηλαδή αποδείξει ότι πράγματι έχει «κουνήσει τη βελόνα».
Στο τέλος, η μεγάλη μάχη θα γίνει στην πιο λεπτή ακμή του εκλογικού σώματος: εκεί όπου ο ψηφοφόρος θέλει αλλαγή, αλλά φοβάται την αστάθεια.
Διαβάστε επίσης:
Γιατί τα υπερπλεονάσματα δεν φτάνουν στους πολίτες
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Η δικαίωση του Μιχάλη Μπούση! Πώς η επένδυση των 15 εκατ. ευρώ έφερε τον ΟΦΗ στο πάνθεον
- Linda Paulin: Η γυναίκα που ίδρυσε το Make-A-Wish, γιορτάζει 30 χρόνια ελπίδας στην Ελλάδα
- AKTOR Ανανεώσιμες: Σταθερή ανάπτυξη μέσω εξαγορών και στόχο τα 400 MW το 2026 και τα 1,3 GW το 2028
- Metlen: Προσθέτει 1,8 GW αποθήκευση φέτος- Μαζική αύξηση παραγγελιών για ΑΠΕ