array(0) {
}
        
    
Menu
-2.47%
Τζίρος: 251.02 εκατ.

Τουρκία: Είμαστε ετοιμοι για κάθε ενδεχόμενο, δήλωσε ο υπουργός Άμυνας

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης
Comments

Ουδείς μπορεί σοβαρά να κατηγορήσει την κυβέρνηση ότι ευθύνεται για τη νέα έκρηξη στην τιμή της ενέργειας.

Και αν κρίνει κανείς από την πορεία του πολέμου, η προοπτική ανακούφισης δεν προβάλλει ούτε άμεση ούτε ιδιαίτερα ελπιδοφόρα. Οι αιτίες της κρίσης είναι, λοιπόν, εξωγενείς. Αυτό, όμως, δεν καθιστά πιο ελαφρύ το βάρος που ήδη αισθάνεται στην τσέπη του ο Έλληνας πολίτης. Διότι η οικονομία, πριν γίνει δείκτης και στατιστική, είναι καθημερινή εμπειρία. Είναι το καθημερινό μέτρημα της αντοχής, η σιωπηλή αγωνία του νοικοκυριού, η αίσθηση ότι ο βίος στενεύει. Και ακριβώς εκεί, στο σημείο όπου η διεθνής κρίση συναντά την προσωπική φθορά, εισέρχεται ο πολιτικός παράγοντας.

1

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να προβάλλει ως η κύρια —αν όχι η μόνη— πρόταση εξουσίας, παρά τα σοβαρά λάθη της. Λάθη που απορρέουν άλλοτε από τις ίδιες τις στρατηγικές της επιλογές, όπως το μοντέλο ανάπτυξης που υπηρέτησε, και άλλοτε από παραλείψεις που άγγιξαν όχι μόνο την οικονομική αλλά και την ηθική συνείδηση της κοινωνίας, όπως στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Διότι οι πολίτες δεν αξιολογούν πλέον μια διακυβέρνηση μόνο με βάση το εισόδημά τους, αλλά και με βάση τις αρχές που θεωρούν ότι οφείλουν να διέπουν την άσκηση της εξουσίας: τη δικαιοσύνη, τη λογοδοσία, την αίσθηση ότι το κράτος δεν ανήκει στους επιτήδειους αλλά στο κοινό συμφέρον.

Την ίδια στιγμή, τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατορθώνουν, με τρόπο σχεδόν αυτοκαταστροφικό, να υπονομεύουν τα ίδια τον ρόλο τους. Επιδεικνύουν με πείσμα το περιβραχιόνιο της εσωστρέφειας και εμμένουν σε μορφές κοινοβουλευτικής ή εξωκοινοβουλευτικής διαμαρτυρίας που μοιάζουν όλο και περισσότερο αποκομμένες από την πολιτική ωριμότητα μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Έτσι, αντί να λειτουργούν ως πειστικός φορέας εναλλακτικής εξουσίας, επιβεβαιώνουν την αδυναμία τους να αρθρώσουν μια αξιόπιστη απάντηση στο αίσθημα κόπωσης και δυσπιστίας των πολιτών.

Αυτή ακριβώς η δυσαναλογία γέννησε, από τη μία πλευρά, την υπεροψία της κυβέρνησης και, από την άλλη, το αίσθημα εγκλωβισμού της κοινωνίας. Και από τη συνάντηση αυτών των δύο στοιχείων σχηματίζεται ένας φαύλος κύκλος ιδιαίτερα ολισθηρός  για τη χώρα. Η υπεροψία τρέφει τα λάθη και τα λάθη, με τη σειρά τους, εξαντλούν την ανοχή του πολίτη. Όχι επειδή η κοινωνία έγινε ξαφνικά αδιάλλακτη, αλλά επειδή η ίδια η διάρκεια και η μοναδικότητα ως επιλογή της εξουσίας ανεβάζει το μέτρο των απαιτήσεων. Όταν μια κυβέρνηση κλείνει σχεδόν επτά χρόνια, η επιείκεια της αρχής έχει εξαντληθεί και κυριαρχεί η αυστηρότητα της προσδοκίας και η ωριμότητα της κριτικής. Δεν αρκεί να υπόσχεται ότι μπορεί να διαχειριστεί κρίσεις. Πρέπει να αποδεικνύει ότι κατανοεί ποιον καλεί να πληρώσει και με ποιους όρους.

Το μεγάλο ατού της κυβέρνησης Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας παραμένει, αναμφίβολα, η ικανότητα διαχείρισης κρίσεων. Όμως η παρούσα ξεσπά σε μια κοινωνία ήδη οικονομικά καταπονημένη, κουρασμένη, δύσπιστη. Διότι άλλο πράγμα είναι η μακροοικονομία και άλλο η μικροοικονομία της τσέπης. Το κράτος μπορεί να επικαλείται δείκτες, ρυθμούς ανάπτυξης και δημοσιονομικές ισορροπίες. Ο πολίτης, όμως, ζει με τον λογαριασμό, με το ράφι του σουπερμάρκετ, με το κόστος της μετακίνησης, με την καθημερινή αφαίμαξη της δυνατότητάς του να αισθανθεί ασφαλής. Και όταν η απόσταση ανάμεσα στη γλώσσα της εξουσίας και στην εμπειρία της κοινωνίας μεγαλώνει υπερβολικά, η τεχνοκρατία παύει να λειτουργεί ως καθησυχαστικός παράγων και μετατρέπεται σε μορφή αποξένωσης.

Η κυβέρνηση εμφανίζεται έτοιμη να λάβει μέτρα. Και όμως, ακριβώς εδώ βρίσκεται η παγίδα. Διότι σε τέτοιες στιγμές τα μέτρα δεν κρίνονται μόνο από τη διοικητική τους λειτουργικότητα ή από τη λογιστική τους αποτελεσματικότητα. Κρίνονται πρωτίστως από το αν γεννούν την πεποίθηση ότι όλοι συμμετέχουν αναλογικά στο βάρος της κρίσης. Σε κάθε σοβαρή κοινωνική δοκιμασία, το αίτημα της αποτελεσματικότητας δεν αρκεί. Απαιτείται και το αίτημα της δικαιοσύνης. Οι κοινωνίες μπορούν να αντέξουν πολλά, ενίοτε και πολύ περισσότερα από όσα προβλέπουν οι ίδιοι οι πολιτικοί. Εκείνο που πολύ δύσκολα συγχωρούν είναι η πεποίθηση ότι κάποιοι μένουν έξω από τον κοινό λογαριασμό.

Αντιπροσωπευτικό —και ταυτόχρονα αποκαλυπτικό— είναι το μέτρο της επιβολής ανώτατου ποσοστού κέρδους ειδικά στην ενέργεια και στα τρόφιμα, δηλαδή σε δύο τομείς όπου ο πολίτης αισθάνεται τον πόνο της ακρίβειας άμεσα. Δεν υπάρχει σχεδόν κανείς που να πιστεύει πραγματικά ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν μπορεί να καταστρατηγηθεί από μεγάλες εταιρείες οι οποίες διαθέτουν και τα μέσα και την τεχνογνωσία για να «παίξουν» με τα δεδομένα. Και υπάρχουν ακόμη λιγότεροι που να εμπιστεύονται πως οι εποπτικοί μηχανισμοί είναι τόσο αποτελεσματικοί, τόσο αδέκαστοι και τόσο παρόντες ώστε να διαφυλάξουν πράγματι την τσέπη του πολίτη. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθύτερα πολιτικό: είναι ζήτημα εμπιστοσύνης και, τελικά, ζήτημα πίστης στη βούληση της εξουσίας να συγκρουστεί με τους ισχυρούς.

Η κυβέρνηση θα επικαλεστεί τους δημοσιονομικούς κανόνες για να αιτιολογήσει τις επιλογές της. Όμως κινείται σε έδαφος πολιτικά ασταθές. Πολύ απλά διότι τα επιδόματα, τα δελτία, τα κουπόνια και οι πάσης φύσεως προσωρινές ανακουφίσεις πείθουν ολοένα και λιγότερο. Δεν πείθουν ούτε ως προς την αποτελεσματικότητά τους ούτε ως προς την αναλογική κατανομή των βαρών. Όταν, για παράδειγμα, οι πρατηριούχοι επισημαίνουν ότι τα διυλιστήρια μένουν ουσιαστικά εκτός κάδρου και υποδεικνύουν ως εναλλακτική μια προσωρινή, περιορισμένη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης, η κυβέρνηση δεν διαθέτει πειστική πολιτική απάντηση. Η τεχνοκρατική επίκληση περιορισμών δεν αρκεί πλέον. Στις σημερινές συνθήκες, η κοινωνία δεν ζητά απλώς εξηγήσεις· ζητά ένα ορατό αίσθημα δικαίου.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Το εκλογικό μέλλον της κυβέρνησης δεν θα κριθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό από τη στενή αποτελεσματικότητα των μέτρων της, όσο από κάτι ουσιωδέστερο: από το αν ο πολίτης θα πεισθεί ότι η κρίση αντιμετωπίζεται με δίκαιους όρους. Ότι δεν υπάρχουν εξαιρούμενοι, προστατευμένοι ή μονίμως ευνοημένοι. Ότι τα βάρη κατανέμονται αναλογικά και όχι επικοινωνιακά. Ότι η εξουσία δεν ζητά πάλι από τους πολλούς να δείξουν κατανόηση, αφήνοντας τους λίγους στο απυρόβλητο.

Διότι, σε τελική ανάλυση, στις περιόδους κρίσης οι κυβερνήσεις δεν δοκιμάζονται μόνο ως μηχανισμοί διαχείρισης. Δοκιμάζονται ως φορείς πολιτικής και ηθικής νομιμοποίησης. Μπορεί μια κοινωνία να αντέξει τη δυσκολία, όταν πιστεύει ότι αυτή μοιράζεται δίκαια. Εκείνο που δεν αντέχει είναι η αίσθηση της αδικίας. Και αυτή ακριβώς η αίσθηση —πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε πίνακα μέτρων ή δημοσιονομικών ισοζυγίων— θα κρίνει τελικά όχι μόνο την τύχη των παρεμβάσεων, αλλά και την πολιτική αντοχή της ίδιας της κυβέρνησης. Δηλαδή το μέλλον της.

Διαβάστε επίσης

Ανδρουλάκης: ο πανικός πριν την ήττα, και ο Αλέξης χαμογελά

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το σχέδιο της κυβέρνησης για τις επιπτώσεις από τον πόλεμο – Πότε έρχονται το fuel pass και η επιταγή ακρίβειας
Συναγερμός στις Βρυξέλλες: Το σχέδιο για να αντέξει η ΕΕ σε πόλεμο και ακρίβεια
Σούπερ μάρκετ: Οι καταναλωτές φοβούνται ανατιμήσεις και ελλείψεις λόγω πολέμου

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

O Λυμπερόπουλος λέει ψέματα…
Βλέπουμε το δάσος και χάνουμε το δάσος
Η στρεβλότητα του πλαφόν και η ανάγκη ενός ρυθμιζόμενου ανταγωνισμού με βάση την αποκεντρωμένη αναπτυξιακή αναδίπλωση
Ελευθερία και αποχαύνωση
Η κρίση εμπιστοσύνης είναι κρίση ηγεσίας
Τα υποζύγια του ΕΝΦΙΑ
Η «Οδύσσεια» του ΠΑΣΟΚ και η επόμενη μέρα για τον Κωνσταντινόπουλο
Ανδρουλάκης: ο πανικός πριν την ήττα, και ο Αλέξης χαμογελά
Δέκα Μικροί Πασόκοι
«Όταν η ναυσιπλοΐα γίνεται στόχος: Η νέα πραγματικότητα ασφάλειας στα Στενά του Ορμούζ και το τίμημα για τους ναυτικούς»