Πολιτισμός

Με τον Παύλο Σάμιο στο «Καφέ ο Παράδεισος» στη Σκουφά


Επανέρχεται στο αγαπημένο του θέμα ο ζωγράφος Παύλος Σάμιος με τη νέα σειρά έργων στην έκθεση Καφέ ο Παράδεισος. Και δεν χρειάζεται να αναρωτιέται κανείς για την εμβληματική σημασία των καφενείων στην ημέτερη κουλτούρα καθώς ως φιλολογικά στέκια δεν γαλούχησαν μόνο τους έλληνες καλλιτέχνες και  στοχαστές (όπως τη γενιά του τριάντα στο πατάρι του Λουμίδη) αλλά και το ανώνυμο πλήθος από τα βάθη της ιστορίας μέχρι σήμερα.
«Τα καφενεία παλιά, στου Zonar’s, στου Λουμίδη, στο Brazilian, ή στον Μαγεμένο Αυλό, ήταν σχολείο. Πηγαίναμε πιτσιρικάδες και καθόμασταν ως το ξημέρωμα για να δούμε τον Μινωτή, τον Μάνο, την Ειρήνη Παπά, τον Αντωνίου, όλα τα παιδιά που σήμερα είναι φτασμένοι μουσικοί. Ήταν ένας χώρος πνευματικός προτού ξεκινήσει ο Μάνος το Tρίτο πρόγραμμα» επισημαίνει ο Παύλος Σάμιος στους επιμελητές της έκθεσης.
The Kiss
Η έκθεση περιλαμβάνει δύο ενότητες έργων με παριζιάνικα και αθηναϊκά καφενεία. Για να δημιουργήσει τη νέα αυτή σειρά,ς άντλησε έμπνευση καταρχήν από το «καφέ ο Παράδεισος», που λειτουργούσε κοντά στο ατελιέ του στην πλατεία Αττικής πριν από περίπου μία δεκαετία: «Ήταν το στέκι μιας γειτονιάς όπου μαζεύονταν οι πάντες, μεροκαματιάρηδες, γεροντάκια, νταβατζήδες. Ένας κόσμος που έξω μπορεί να μην είχε κοινά, αλλά εκεί ερχόμασταν όλοι σε “κοινωνία”. Ο γέρος που το κρατούσε πέθανε και στη θέση του σήμερα βρίσκεται ένα φαρμακείο», σημειώνει ο ίδιος.
Και συνεχίζει: «Το ελληνικό καφέ “ο Παράδεισος” έκλεινε όλη την ομορφιά της μετανεοκλασικής παράδοσης, τη χαρά και την κακομοιριά μαζί όλης της Ελλάδας. Στιγμές ερωτισμού, χαράς, ένα φως που έβγαινε από τα πρόσωπα των ίδιων των ανθρώπων∙ και το απόγευμα με τα γερόντια που πίνανε καφέ χωρίς να λένε τίποτα, ένα πέρασμα. Έχω πάρει πολλά από τα καφενεία και ήθελα να τους εξασφαλίσω την αιωνιότητα» εξομολογείται.

Ο Σάμιος θυμάται με ευγνωμοσύνη τους μεγάλους δασκάλους του, τον Μόραλη, τον Νικολάου καθώς και τον Σαραφιανό, που τον προετοίμασε για την ΑΣΚΤ. Στον Χατζιδάκι, όμως, οφείλει το άνοιγμα των οριζόντων του: «Στο Μάνο με πρωτοπήγε ο Γιώργος Σταθόπουλος. Ο Χατζιδάκις θυμάμαι πήγαινε στον Ίκαρο, διάβαζε Πλάτωνα και το βράδυ, έτσι επηρεασμένος όπως ήταν, μας μιλούσε για τις ιδέες του. Όταν έφυγα για το Όρος όπου έμεινα 6 μήνες (προκειμένου να φτιάξει το ζωγραφικό ημερολόγιο της ΑΓΕΤ Ηρακλής, 1978) διάβαζα μόνο Πλάτωνα και η αιτία ήταν ο Μάνος».

Εκτός από τον Χατζιδάκι που άσκησε πνευματική επιρροή, η ματιά του Σάμιου εμποτίστηκε στο έργο του Τσαρούχη. Και οι δύο υπήρξαν καθοριστικοί για την εξέλιξή του. «Το Palette, ένα καφενείο που χρονολογείται από το 1870, ήταν το καφενείο του Γιάννη (…) Του πήγαινες ένα κουτί μπισκότα, το άνοιγε και το έτρωγε όλο, σαν γάτα», θυμάται ο καταξιωμένος ζωγράφος.

Και ύστερα εμπνέεται από την περίοδο του Παρισιού, που άλλωστε αποτελεί per se το γόνιμο έδαφος της κουλτούρας των καφέ με κορυφαίο το ιστορικό Cafe de Flore (Φλορ) στο Σαιν – Ζερμαίν που ως γνωστόν έχει αποτελέσει «εργαστήριο» του Σαρτρ και της παρέας των υπαρξιστών μεταξύ πολλών άλλων ιερών τεράτων.
Κορυφαίοι καλλιτέχνες, αλλά και δάσκαλοί του υπήρξαν θαμώνες στα παριζιάνικα καφενεία τη δεκαετία του 1980. Η (ελληνική) παρέα του Παρισιού ήταν ο Αλέκος Φασιανός, ο Γιάννης Κόττης, ο Γιώργος Γκολφίνος και ο Δημήτρης Κρανιώτης. Γοητεύτηκε τόσο από αυτήν τη χαρακτηριστικά γαλλική παράδοση που την αποτύπωσε στην πρώτη, μεγάλη του σειρά έργων άμα τη αφίξει του στο Παρίσι το 1978: «Τα Γαλλικά Καφενεία» παρουσιάστηκαν στην γκαλερί Samy Kinge το 1982 «αλλά όλη αυτή η δουλειά κάηκε μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά στο εργαστήριο (1985). Τώρα, ξαναγυρνώ στις πρώτες μου αγάπες με όλη την αίσθηση του καφέ», σημειώνει ο ίδιος.
Δεν χρειάζεται να αναφέρεται κανείς μόνο στον κόσμο της διανόησης καθώς το πνεύμα της ανεμελιάς που διατρέχει το ελληνικό αίμα θρέφεται κυρίως από την κουλτούρα των καφέ τα οποία πολλαπλασιάζονται εν ριπή οφθαλμού ανεξαρτήτως οικονομικών ή λοιπών κρίσεων.
Ο Παύλος Σάμιος με την πλούσια χρωματική του παλέτα και τις αδρές, σχεδόν αισθησιακές πινελιές του συλλαμβάνει τις λεπτομέρειες του ερωτισμού τους (τα βλέμματα, την κινησιολογία, την οικειότητα), ακόμη και την κουλτούρα του όχλου που ενίοτε συντηρούν ή την ίδια τη μοναξιά. Τα καφενεία για τον καταξιωμένο ζωγράφο αποτελούν καταφύγιο, ναό και καθαρτήριο εξού και ο καμβάς του διατηρεί αλώβητη τη ζωντάνια και τον σπινθήρα που χαρακτήριζε και τα πρώτα του γαλλικά έργα -παρά την επανάληψη στο θέμα. Όλες οι γνωστές αρετές του που τον έχουν καταστήσει τόσο αγαπητό στο κοινό και τον πνευματικό κόσμο, παραμένουν αναλλοίωτες.
Από την άλλη, στη νέα αυτή σειρά δεσπόζει θαρρείς η ατμόσφαιρα της νοσταλγίας αλλά και η εξιδανίκευση της εποχής από τη Μεταπολίτευση και πέρα την οποία χαρακτήρισε ο ρομαντισμός και η ερωτική προσμονή, η αμηχανία του πρώτου ραντεβού, ο αυθορμητισμός της ζωντανής συνάντησης, οι ασφυκτικά κοντινές ανάσες, τα όνειρα για ένα καλύτερο πολιτικό μέλλον μέσα σε ένα κλίμα συνεργατικό και φιλικό. Σήμερα ο ψηφιακός κόσμος έχει θανατώσει αυτήν την κουλτούρα άραγε; Αξίζει κανείς να αναρωτηθεί μαζί του.
«Ο Σάμιος φέρνει έναν κατεξοχήν ανατολικό τρόπο σε ένα κατεξοχήν δυτικό θέμα», υπογραμμίζει ο καθηγητής ιστορίας της τέχνης Θανάσης Μουτσόπουλος ενώ ο έτερος ιστορικός τέχνης Γιώργος Μυλωνάς σημειώνει: «Και οι δύο ενότητες παρέχουν την δυνατότητα στον ζωγράφο να αλλάζει ατμόσφαιρα, ενίοτε και την ένταση στο χρώμα, χωρίς όμως ποτέ να βγαίνει από το θέμα. Στα «γαλλικά» καφενεία κυκλοφορούν οι γόβες και η τσάντα – σήμα κατατεθέν και ζωγραφικό «φετίχ» του Σάμιου -, ο οποίος χωρίς να ενδιαφέρεται για το φυσικό τους μέγεθος, τα μεγεθύνει δίπλα στις καρέκλες. Εκεί και οι βαλίτσες, ενώ τα νυχτερινά φώτα υποβάλλουν τον θεατή σε μια κατάσταση που παραπέμπει στους αμερικανούς δημιουργούς που θήτευσαν στο Παρίσι. Στα ελληνικά καφενεία αντιθέτως υπάρχει συνήθως ένα ανοικτό παράθυρο σ’ ένα κομμάτι θάλασσας. Ο Σάμιος εντάσσεται στη χορεία των ζωγράφων που αποτύπωσαν τη μαγεία των καφενείων (Σ. Βασιλείου, Γ. Μόραλης, Μ. Μανουσάκης), εισάγοντας το υδάτινο στοιχείο. Δεν είναι ότι ζωγραφίζει τη θάλασσα, αλλά ότι δεν μπορεί να μην την ζωγραφίζει δίνοντάς της χώρο στην έμπνευσή του. Το θαλασσινό στοιχείο, περασμένο στο βλέμμα του, λειτουργεί ως η απαραίτητη ανάσα στο κύριο θέμα της δουλειάς του»
Πληροφορίες:
Καφέ Παράδεισος
ΓΚΑΛΕΡΙ ΣΚΟΥΦΑ, Σκουφά 4, Κολωνάκι
Εγκαίνια: Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020 (10.00 πμ ως 10.00 μμ).
Διάρκεια: έως τις 17 Οκτωβρίου 2020.
Ώρες λειτουργίας: Δευτ: 11:00-15:30, Τρ & Πεμ: 10:00-21:00, Τετ: 10:00-15:30, Παρ: 10:00-20:00, Σαβ: 10:30-15:30
Θα τηρηθούν οι απαραίτητες αποστάσεις και απαιτείται η χρήση μάσκας ακολουθώντας τις επίσημες κρατικές οδηγίες για την αποφυγή διασποράς του ιού.


ΣΧΟΛΙΑ