Πολιτισμός

Γιάννης Τσαρούχης: «Η τέχνη δεν είναι απασχόληση. Είναι η θρησκεία του ζωντανού και αιώνιου»- Έκθεση στο Ίδρυμα Τσαρούχη

Δύο άνδρες με φτερά πεταλούδας, 1968


«Δύο είναι οι βασικές αναζητήσεις μου: Η μία είναι νεοκλασική και προσπαθεί να αφομοιώσει το αρχαίο, κλασικό ιδεώδες, όπως το εξέφρασε το Μπαρόκ και η Αναγέννηση. Η άλλη μου τάση είναι να εκφράσω όλες μου τις αντιρρήσεις για το ίδιο το ιδανικό μου».

Τριάντα χρόνια φέτος από το θάνατο του Γιάννη Τσαρούχη, του αγαπημένου ζωγράφου της Ελλάδας, που πάντρεψε ιδανικά στο έργο του την ελληνική αρχαιότητα, το Βυζάντιο και την λαϊκή παράδοση -αλλά και τα αμφισβήτησε, όπως ο ίδιος λέει- και μια έκθεση έρχεται να φωτίσει, κυριολεκτικά, ένα ακόμη σπουδαίο στοιχείο του, το φως. Και μαζί του τις σκιές, που εκείνο αφήνει να υπάρχουν.

«Eρριμμένες σκιές», λοιπόν, είναι ο τίτλος της έκθεσης, που εγκαινιάζεται το Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου στο Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη στο Μαρούσι, με θέμα την μελέτη του καλλιτέχνη για το φως και ειδικά για τις ερριμμένες σκιές, με τις οποίες είχε αρχίσει να ασχολείται ήδη από τη δεκαετία του ΄50, δουλεύοντας τότε τη σειρά έργων του για τα καφενεία, αλλά και δεν σταμάτησαν ποτέ να τον ενδιαφέρουν, είτε επρόκειτο για τη ζωγραφική, είτε για την σκηνογραφία.

Έργα και σπουδές, που ανήκουν στη συλλογή του Ιδρύματος, καθώς και γραπτές, προσωπικές μαρτυρίες του ζωγράφου, συνθέτουν το υλικό της, αναπόφευκτα γοητευτικό και ενδιαφέρον…
Ο Γιάννης Τσαρούχης στο ατελιέ του στο Παρίσι

«…τόσα χρόνια έχω μάθει πως το φως πρέπει να έρχεται και στους πίνακες και στη σκηνογραφία από αριστερά, για να πέφτει η σκιά του χεριού στο χαρτί απ’ τη μεριά που δεν έχει γίνει ακόμα τίποτε και να μην εμποδίζει, έτσι, το προχώρημα της εικόνας. Με τέτοια μικροπράγματα, όπως θα έλεγαν μερικοί ικανότατοι ζωγράφοι, η εικόνα γίνεται παράξενα γοητευτική. Η ερριμμένη σκιά, που ξεκινά απ’ το σαγόνι της Υπεραγίας Θεοτόκου, φτάνει ως τα εδάφη αυτονών που πιστεύουν στη γοητεία. Έτσι αποκαλύφθηκε κάποτε σε μένα αυτός ο ερωτικός νόμος της ζωγραφικής, ένα απόγευμα που ζωγράφιζα μια κόρη». Αυτό είχε γράψει ο ίδιος το 1987 στον κατάλογο της παράστασης «Φαίδρα» του Γιάννη Ρίτσου, ένα έργο αφιερωμένο σ΄ αυτόν, χρόνια πριν.

Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, με όραμα για την τέχνη και αγάπη για τη ζωή, κάτι που αποτυπώνεται σε όλο του το έργο, μαζί με την δημιουργική έκφραση της ελληνικότητας στην δημιουργία ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης. Ευρυμαθής και χαρισματικός άνθρωπος, με ιδιότυπο χιούμορ και κομψή δηκτικότητα για τα άσχημα της ελληνικής κοινωνίας, την οποία μπορεί και να έφερε στα όριά της με κάποια «τολμηρά» έργα του, ενώ τα αποφθέγματά του είναι πλέον κλασικά, προσπάθησε και πέτυχε να συνδυάσει την παράδοση με την εξέλιξη και να φέρει κοντά εκ διαμέτρου αντίθετες εκφράσεις της τέχνης.

Ναύτης που διαβάζει, 1981
«Αγαπώ την Μαρία Κάλλας και την Σωτηρία Μπέλλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται για αυτό, να καταλάβουν τι μου συμβαίνει», όπως έλεγε χαρακτηριστικά.

Κάτι που επιβεβαιώνει ο Οδυσσέας Ελύτης, λέγοντας ότι «Ένας επαναστάτης δεν γίνεται να ‘ναι συνάμα και κλασσικός. Αλλά με τον Τσαρούχη γίνεται. Την ημέρα που ο ζωγράφος αυτός τόλμησε να αναζητήσει τον Ερμή, όχι στο όρος Όλυμπος, αλλά στο «καφενείον ο Όλυμπος», ένας μύθος κατέβηκε από τα βιβλία στη ζωή, ενώ το μάτι του καλλιτέχνη υποχρεώθηκε να ατενίσει αλλιώς τον κόσμο».

Καφενείο Μαυροκέφαλου, 1966

Από αστική οικογένεια, που τον ήθελε να γίνει δικηγόρος ή χημικός, ο Γιάννης Τσαρούχης, που ζωγράφιζε από μικρός, διαρκώς και τα πάντα, όπως όλα τα παιδιά ίσως, πήρε τα πρώτα του «μη» μαθήματα από έναν Γάλλο ζωγράφο, που τον εγκατέλειψε αμέσως, κρίνοντας τον δεκάχρονο μαθητή του ως ανεπίδεκτο μαθήσεως (!). Η συνέχεια της ιστορίας απέδειξε το τεράστιο λάθος του.

Με σπουδές στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και καθηγητές, μεταξύ άλλων, τον Κωνσταντίνο Παρθένη, τον Θωμά Θωμόπουλο και τον Γιώργο Ιακωβίδη, ο Τσαρούχης υπήρξε και βοηθός του Κόντογλου, από τον οποίο έμαθε στην τέχνη της αγιογραφίας, ενώ πήρε και μαθήματα υφαντικής στον αργαλειό από την Εύα Σικελιανού, ακόμη και κοπτικής-ραπτικής. Γνώσεις, που θα του ήταν εξαιρετικά χρήσιμες αργότερα, όταν έφτιαχνε κοστούμια για το θέατρο.

«Εκείνη την εποχή, που ήμουν σπουδαστής στη Σχολή Καλών Τεχνών, έκοβα κομμάτια από τοίχους βαμμένους με ώχρα, μάζευα ρεκλάμες του Καραγκιόζη ή υφάσματα υφαντά, χωρίς κεντήματα συχνά, μόνο για την ύλη τους και το χρώμα τους», έλεγε σε μία συνέντευξή του στον αείμνηστο δημοσιογράφο Κώστα Πηλιχό.

Πορτρέτο, 1967

«Ο Πικιώνης και ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος μου είχαν γνωρίσει απ’ το ΄34, αν όχι νωρίτερα, τον Κλέε, τον Καντίνσκι και ένα σωρό άλλους μοντέρνους καλλιτέχνες. Το ’35 γνώρισα τον Τεριάντ στο Παρίσι, που εκείνη τη στιγμή περιστοιχιζόταν από ό,τι επαναστατικό υπήρχε στον κόσμο. Τότε γνώρισα και τον Μαξ Ερνστ, τον Τζιακομέτι, τον Ματίς, τον Λοράνς και πολλούς άλλους ζωγράφους και γλύπτες. Οι συνομιλίες που είχα με τον Τεριάντ έδωσαν πολλές απαντήσεις, όχι στο αν επιτρέπεται να είμαι μοντέρνος ή σουρεαλιστής, αλλά αν επιτρέπεται να μην έχω τύψεις, όταν καμιά φορά αισθάνομαι βαθύτατες αμφιβολίες για ορισμένα πράγματα μοντέρνα».

Σε γενικότερο πλαίσιο, πάντως, όπως είχε πει, «Το Παρίσι υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο για μένα. Αλλά είχα μιαν εξαιρετική καθηγήτρια: Την μοναξιά μου. Είναι μια καθηγήτρια που σου δίνει μεγάλη ελευθερία να βλέπεις και να κρίνεις».

Η πρώτη του έκθεση στην Αθήνα το 1938 δεν άρεσε καθόλου.

Ούτε και αυτή του ΄49 στο Ζάππειο, με την περίφημη ομάδα «Αρμός», που ήταν ιδρυτικό μέλος της. «Τα έργα μου, καμωμένα με μεγάλη ελευθερία, με περιφρόνηση του αστικού καθωσπρεπισμού, με μορφή εξομολογήσεως ειλικρινούς, δυσαρεστούσαν μια
κοινωνία που έπαιζε θέατρο και που ήταν πολύ αμαθής», είχε πει.

Ακολουθεί, όμως, ξανά το Παρίσι, όπου κάνει έκθεση το ΄51 -μαζί και στο Λονδίνο- από το ΄53 υπογράφει συμβόλαιο με την γκαλερί Ιόλας στην Νέα Υόρκη, το ΄56 θα είναι υποψήφιος για το βραβείο Γκούγκενχαϊμ, το΄58 εκτίθενται έργα του στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Παρισιού, έπειτα στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ της Νέας Υόρκης και, ταυτόχρονα, παίρνει μέρος στην Μπιενάλε της Βενετίας, μαζί με τον Γιάννη Μόραλη.

Σπουδή για πορτρέτο του Γιώργου Ορφανού ,1977
Η επιτυχία κι εκείνος έχουν συνδεθεί πλέον με ισχυρά δεσμά.

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 θα γίνουν πολλές εκθέσεις του και στην Αθήνα, αλλά από το 1967, με την δικτατορία, θα μείνει μόνιμα στο Παρίσι ως το 1975. Με την επιστροφή του, μεγάλη αίσθηση για το αθηναϊκό κοινό αποτελούν, το 1977, οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη, που σκηνοθετεί σε δική του μετάφραση, σε υπαίθριο πάρκιν της πόλης, ενώ ως τον θάνατό του, το 1989, μια σειρά μεγάλων εκθέσεων θα πραγματοποιηθούν στην Αθήνα.

«Η τέχνη δεν είναι απασχόληση. Δεν είναι για να περνάς την ώρα σου. Είναι η θρησκεία του ζωντανού και αιώνιου», ήταν το μότο του.

Η ενασχόλησή του με το θέατρο είχε ξεκινήσει από πολύ νωρίς. Από το 1928 ήδη, συνεργαζόμενος με το Εθνικό Θέατρο και στη συνέχεια με την Έλλη Παπαδημητρίου και τον Κάρολο Κουν, ενώ ακόμη και στην Κατοχή ασχολήθηκε με την σκηνογραφία για να ζήσει. Στην δεκαετία του ΄60, έχοντας μεγάλο όνομα πια στην τέχνη, συνεργάζεται με την Όπερα του Τέξας για τα κοστούμια και τα σκηνικά της «Μήδειας», με την Μαρία Κάλλας σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή, επίσης για την «Θαϊδα» στην Όπερα του Ντάλας με τον Τζεφιρέλι, τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, με σκηνοθέτη τον Κουν στο Θέατρο Εθνών στο Παρίσι, επίσης για τη Σκάλα του Μιλάνου, το Θέατρο Ολίμπικο της Βιτσέντζα, το Κόβεν Γκάρντεν του Λονδίνου…

«Με ενδιαφέρει περισσότερο από την ζωγραφική», είχε πει για το θέατρο. «Αν και με φοβίζει. Συμφωνώ με τη Μανιάνι που έλεγε πως το θέατρο είναι κάτι το θεϊκό, αλλά τα επαγγέλματα του θεάτρου είναι απαίσια. Με τη ζωγραφική πολεμάς τον φόβο του ανθρώπου, την υποκρισία, την μικρότητα μέσα σου. Στο θέατρο πρέπει να εμφυσήσεις τα ίδια αισθήματα σε ανθρώπους ζωντανούς. Πρέπει να είσαι διπλωμάτης και ψυχαναλυτής. Θηριοδαμαστής και απατεώνας».

Την επιμέλεια της έκθεσης στο Ίδρυμα που δημιούργησε ο ίδιος έχει η ανιψιά του, Νίκη Γρυπάρη. Με χρηματοδότηση από το υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, ενώ την έκδοση του καταλόγου υποστήριξε η Alpha Bank.

Αντίγραφο Fayum του Μουσείου της Dijon

Info

Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη: Πλουτάρχου 28, Μαρούσι
Γιάννης Τσαρούχης «Eρριμμένες σκιές»
Διάρκεια: 14 Δεκεμβρίου 2019 – 15 Μαρτίου 2020

Η Μαρία Κάλλας με τον Αλέξη Μινωτή και τον Γιάννη Τσαρούχη από τις πρόβες της «Μήδειας»


ΣΧΟΛΙΑ