Άρθρα

Τα Rafale, οι φρεγάτες και οι επιχειρηματικές ευκαιρίες

Αντώνης Κεφαλάς

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Οι καταστάσεις το επέβαλλαν. Μετά από περίπου 15 χρόνια σχεδόν πλήρους απραξίας το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να προχωρήσει στην υλοποίηση ενός νέου εξοπλιστικού προγράμματος.

Επειδή οι ανάγκες ήταν μεγάλες και άμεσες και αφορούσαν ένα περίπλοκο και ταχύτατα εξελισσόμενο όπλο, το πολεμικό αεροσκάφος, η παραγγελία έγινε με απευθείας ανάθεση.

Τα Rafale θα παραχθούν με ταχύτητα, ελεγχόμενο κόστος και κρατική εγγύηση στην Γαλλία.

Η ιστορία αυτή θα όφειλε να προσφέρει ένα μάθημα σε όσους ενδιαφέρονται να μαθαίνουν από την ιστορία.

Στην απόφαση της η κυβέρνηση δεν είχε να λάβει υπόψη της μόνο τον περιοριστικό παράγοντα της άμεσης ανάγκης. Η ελληνική πραγματικότητα την καθήλωνε σε συγκεκριμένες θέσεις. Η αναφορά είναι στην ανυπαρξία της ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας και στα άπειρα σκάνδαλα στις προμήθειες αμυντικού υλικού.

Ως προς τα παλαιά σκάνδαλα, η βαριά σκιά τους καθιστά τις διακρατικές συμφωνίες σχεδόν μονόδρομο.

Ως προς την εγχώρια συμμετοχή, η  περίφημη (πρώην) Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία χαροπαλεύει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας εδώ και δεκαετίες. Σήμερα είναι αμφίβολο αν μπορεί να έχει κάποια ουσιαστική συμβολή (ως προς την προστιθέμενη αξία που έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει) ακόμη και στα F-16 – όπου θεωρητικά έχει πλεονέκτημα γνώσης και εμπειρίας.

Γιατί, απλά, είναι ξεπερασμένη.

Ούτε συζήτηση, βέβαια, για συμμετοχή στα Rafale. Δεν θα μπορούσε να ξεχωρίσει τα μήλα από τα πορτοκάλια.

Δεν  ισχύει, όμως, ακριβώς το ίδιο με τις φρεγάτες.

Η συζήτηση έχει ήδη ξεκινήσει, βέβαια. Και είναι σαφές ότι καταβάλλεται η προσπάθεια να κατασκευαστούν στην Ελλάδα τα 2 ή και τα 3 από τα 4 πολεμικά πλοία που έχουμε ανάγκη να αποκτήσουμε.

Η ναυπήγηση τους, μάλιστα, συνδέεται άμεσα με την τύχη των δύο μεγάλων ναυπηγείων, του Σκαραμαγκά και της Ελευσίνας, καθώς και με διάφορες μικρές μονάδες που έχουν πείρα και τεχνογνωσία και έτσι την δυνατότητα να συνεισφέρουν με ελληνική προστιθέμενη αξία.

Στο σημείο αυτό η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί μία δύσκολη εξίσωση με πολλούς αγνώστους.

Τα ναυπηγεία και η ευρύτερη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη δεν σώζονται με ευχολόγια, ούτε με παραγγελίες, ούτε με συγκρούσεις. Διότι, αν δε  αντιμετωπιστούν τα βαθύτερα προβλήματα του τομέα, τότε υπάρχει ο κίνδυνος είτε να μην έρθουν οι παραγγελίες είτε, αν έρθουν, να εκτελεστούν με καθυστερήσεις και αυξήσεις κόστους.

Η κυβέρνηση οφείλει να δει σοβαρά την εκ νέου ανάπτυξη των ναυπηγείων, την εκ νέου συμμετοχή των ελληνικών εταιρειών στη κατασκευή εξαρτημάτων –κυρίως μηχανολογικού εξοπλισμού,  όπου υπάρχει η πείρα, η ευελιξία και η φαντασία.

Όλα αυτά, όμως, οφείλουν να αποτελέσουν μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού για την ορθολογική – δηλαδή την σύγχρονη και ανταγωνιστική—ανάπτυξη του τομέα. Απαιτείται σχέδιο με μακροπρόθεσμη προοπτική, επανεξέταση των εργασιακών σχέσεων, επανεκπαίδευση και αναβάθμιση δεξιοτήτων, νέες επενδύσεις σε εξοπλισμό και οργάνωση με έμφαση στην ψηφιοποίηση και τον αυτοματισμό, πρόβλεψη για πιστώσεις και εγγυητικές.

Η κυβέρνηση οφείλει να κατανοήσει ότι η πολεμική βιομηχανία λειτουργεί με ειδικές συνθήκες: πρέπει να είναι προηγμένη τεχνολογικά και αποδοτική οικονομικά αλλά, ταυτόχρονα, δεν επιζεί χωρίς κρατική βοήθεια στις εποχές των ισχνών αγελάδων.

Αυτά τα απλά δεν έγιναν σχεδόν ποτέ κατανοητά από τους κυβερνώντες την χώρα μας.

Μπορεί η Ελλάδα να μην είχε την παραμικρή ευκαιρία να προσφέρει στα Rafale. Έχει, όμως, πολλές δυνατότητες να προσφέρει πολλά στην ναυπήγηση των φρεγατών. Για να γίνει, όμως, αυτό απαιτείται μία νέα σύμπραξη του ιδιωτικού με τον δημόσιο τομέα. Μία σύμπραξη για μεταφορά τεχνολογίας και την εισαγωγή νέου ήθους και νέων μεθόδων εργασίας. Μία σύμπραξη όπου ο μεν ιδιωτικός τομέας δεν θα βλέπει το δημόσιο ως τον κουμπαρά για τα λεφτά, το δε δημόσιο δεν θα βλέπει το κέρδος ως κλεψιά.


ΣΧΟΛΙΑ