Η δημόσια παρέμβαση του Κώστα Καραμανλή υπέρ της ανάγκης «να ακούγονται οι πρώην» δεν προσθέτει θεσμικό βάθος στη συζήτηση. Προσθέτει βάρος στο παρελθόν. Και μάλιστα βάρος νοσταλγικό, όχι λειτουργικό. Η παράδοση των ώριμων δημοκρατιών θέλει τους πρώην να αποσύρονται με αξιοπρέπεια, όχι να επανεμφανίζονται ως άτυποι ρυθμιστές, υπονομεύοντας εκείνον που έχει τη λαϊκή εντολή.
Στις ΗΠΑ, (εξαίρεση ο Τραμπ) οι πρόεδροι που ολοκληρώνουν τη θητεία τους επιλέγουν τη σιωπή της θεσμικής αυτοσυγκράτησης: ιδρύματα, βιβλιοθήκες, φιλανθρωπία, ιστορική αποτίμηση. Δεν σχολιάζουν διαρκώς, δεν εκπέμπουν «σήματα», δεν αφήνουν υπονοούμενα. Η σιωπή τους δεν εκλαμβάνεται ως αδυναμία αλλά ως σεβασμός στη δημοκρατική συνέχεια.
Στην Ελλάδα, αντιθέτως, παρακολουθούμε το παράδοξο δύο πρώην πρωθυπουργών —του Καραμανλή και του Αντώνη Σαμαρά— να παραμένουν ενεργοί, με δηλώσεις βαρυφορτωμένες με πολιτικό νόημα. Οι παρεμβάσεις τους δεν ερμηνεύονται ως «θεσμική μνήμη», αλλά ως ανοιχτή αμφισβήτηση του εν ενεργεία πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, με σαφή μάλιστα ενδοκομματική στόχευση.
Αν ήθελαν να συμβουλεύσουν χωρίς υστεροβουλία, θα το έκαναν κατ’ ιδίαν. Η δημόσια επιλογή τους αποκαλύπτει δύο πράγματα: την ανάγκη παραμονής στο προσκήνιο και μια πολιτική —σχεδόν προσωπική— αντιπαλότητα προς τον Πρωθυπουργό. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι το «γιατί». Είναι το «πότε».
Και το «πότε» συμπίπτει με την πιο επιθετική και στρατηγικά τολμηρή κίνηση του Μητσοτάκη: την απόφαση να ανοίξει τη συζήτηση για ριζική συνταγματική αναθεώρηση. Μια αναθεώρηση που η χώρα έχει ανάγκη στον 21ο αιώνα, όπου η ταχύτητα των αλλαγών έχει ξεπεράσει τους θεσμούς του 20ού. Ταυτόχρονα, όμως, πρόκειται για κίνηση που αναδιατάσσει το πολιτικό πεδίο και τον επαναφέρει στο κέντρο, αιφνιδιάζοντας μια ήδη αποδιοργανωμένη αντιπολίτευση—και την αντιπολίτευση των πρώην.
Φυσικά, το ΚΚΕ θα μείνει ουσιαστικά εκτός. Τα υπόλοιπα κόμματα βρίσκονται σε στρατηγικό αδιέξοδο: αν δεν στηρίξουν πολλές από τις αλλαγές που οι ίδιοι διακηρύσσουν εδώ και χρόνια, θα φανούν αναξιόπιστα. Αν τις στηρίξουν, θα βελτιώσουν το πολιτικό τους προφίλ αλλά, αναπόφευκτα, οφέλη θα αποκομίσει και ο Μητσοτάκης με τη Ν.Δ. Αν, μάλιστα, επιχειρήσουν ένα είδος «λαϊκού μετώπου», θα μοιάζουν εγκλωβισμένα σε αντανακλαστικά του 20ού αιώνα, επιτρέποντάς του βάσιμα να τους κατηγορήσει ότι προτάσσουν το κομματικό έναντι του εθνικού συμφέροντος.
Η αντίδραση του Δημήτρη Τσουκαλά αποπνέει αμηχανία, αν όχι πανικό. Έσπευσε να διαχωρίσει την θέση του ΠΑΣΟΚ (Θα καταθέσουμε μια ολοκληρωμένη πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση), επιχείρησε να πείσει πως στη Ν.Δ, επικρατούν «αντικρουόμενες θέσεις και διεκδίκησε την «πρωτιά» στην πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος. Δεν θα την χαρακτήριζε κανείς ως «καλή διάθεση».
Εντύπωση προξενεί η στάση του Ευάγγελου Βενιζέλου, που μάλλον φανερώνει διπλή αγωνία: την υπεράσπιση ενός συνταγματικού έργου που κράτησε τη χώρα του 21ου αιώνα δεμένη στον ζουρλομανδύα του 20ού και τη διάσωση του παλιού αφηγήματος περί «μη διακυβερνησιμότητας», στο οποίο πάντα υπήρχε χώρος για έναν σωτήρα. Υποβάθμισε σε σημείο …αποκήρυξης την αναθεώρηση αναφερόμενος στην ανάγκη να υπάρξει σεβασμός προς το Σύνταγμα ( διαπίστωσε άραγε πως δεν υπάρχει;), δήλωσε πως το πρόβλημα δεν είναι συνταγματικό αλλά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών (την αναβάθμιση τους δεν προτίθεται να ζητήσει η Ν.Δ.;) και κατέληξε πως με την παρούσα σύνθεση της η Βουλή « θα δυσκολευτεί να επιτύχει τις απαραίτητες αναθεωρητικές συναινέσεις.» Φαντάζομαι ότι η απαξίωση ρέει στο αίμα του.
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές. Με την αντιπολίτευση κατακερματισμένη, με τον Τσίπρα πολιτικά μετέωρο και την Καρυστιανού να λειτουργεί περισσότερο ως σύμπτωμα κοινωνικής οργής παρά ως συνεκτική εναλλακτική πρόταση εξουσίας, ο Μητσοτάκης επιχειρεί να ξανακερδίσει πλήρη πολιτική κυριαρχία. Αν η αναθεώρηση απλά και μόνο ως πρόταση αποτύχει, η αντιπολίτευση θα φέρει την ευθύνη. Αν προχωρήσει, ο Μητσοτάκης έχει την πρωτοβουλία. Με αυτές τις προϋποθέσεις, μπορεί βάσιμα να διεκδικήσει ακόμη και τρίτη τετραετία.
Οι προϋποθέσεις, όμως, είναι σκληρές: να μην προκύψει νέο τραυματικό σκάνδαλο τύπου Τεμπών, να μην εμπλακούν υπουργοί σε νέα ιστορία ΟΠΕΚΕΠΕ, να αποφευχθούν φαινόμενα τύπου Αλεξοπούλου και Κεφαλογιάννη, και να καταφέρει να δαμάσει την ακρίβεια με ρηξικέλευθες παρεμβάσεις στην αγορά που υπερβαίνουν την έως τώρα σχεδόν νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία του. Αν αποτύχει εκεί, καμία συνταγματική πρωτοβουλία δεν θα είναι αποτελεσματική. Αν πετύχει, τότε η συζήτηση για τους «πρώην συντρόφους» και τους «νυν αντιπάλους» θα μοιάζει απλώς με την βοή του παρελθόντος μπροστά σε μια πολιτική ηγεμονία που επιστρέφει.
Διαβάστε επίσης
Συνταγματική αναθεώρηση: Tο τεστ ευθύνης που η αντιπολίτευση δεν μπορεί να αποφύγει