Η απόφαση της Τζόρτζια Μελόνι να επιβάλει claw back στις ενεργειακές εταιρείες δεν ήταν μια τεχνική παρέμβαση, αλλά πολιτική πράξη ισχύος.
Και ως παρέμβαση φωτίζει τρεις αλήθειες που στην Ελλάδα αποφεύγουμε συστηματικά να δούμε. Πρώτο, η πολιτική βούληση προηγείται όλων. Όπου υπάρχει, βρίσκονται και τα εργαλεία. Όπου δεν υπάρχει, βρίσκονται οι δικαιολογίες. Δεύτερο, το κράτος φαίνεται πως επιστρέφει — όχι ως ιδιοκτήτης, αλλά ως ρυθμιστής. Διότι χωρίς ρύθμιση, η αγορά δεν αυτοδιορθώνεται (κατά το νεοφιλελευθερισμό) αλλά εκτρέπεται. Τρίτο, παρά το ρυθμιστικό της αφήγημα, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει σε επίπεδο διοίκησης και γραφειοκρατίας σε σημαντικό βαθμό εγκλωβισμένη σε ένα πλέγμα σχέσεων με μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Εγκλωβισμός που κατά κανόνα καταλήγει σε αδράνεια. Πόσες φορές πρέπει να ζητήσει και να πιέσει ο Μητσοτάκης για αλλαγή του μοντέλου όπου η ακριβότερη οριακή τιμή καθορίζει την τιμή της αγοράς;
Η σύγκριση με την Ελλάδα είναι αναπόφευκτη — και εκθέτει. Το claw back εφαρμόζεται επί χρόνια στη φαρμακευτική αγορά. Με προβλήματα, αλλά εφαρμόζεται. Γιατί όχι στην ενέργεια; Και άμεσα θα υποστήριζα πως το επιχείρημα περί υπερφορολόγησης των ενεργειακών αγορών δεν αντέχει.ς Η φορολογία διαμορφώνεται μέσα από παραδοχές, εξαιρέσεις και λογιστικούς χειρισμούς. Πόσο καιρό έκανε η (τότε) ΡΑΕ να εκτιμήσει τα υπερκέρδη και πόσες διαφωνίες υπήρξαν; Αντίθετα, το claw back είναι άμεσος και αποτελεσματικός μηχανισμός επιβολής.
Για να υπάρχει σαφήνεια: αναγνωρίζεται πως υπάρχει διαφορά να επιβάλεις claw back σε μία αγορά με κλειστό προϋπολογισμό και διοικητικά καθοριζόμενες τιμές (όπως ο τομέας της υγείας) και σε μία ανοιχτή, χρηματιστηριακή αγορά, όπου κυριαρχεί η οριακή τιμή και το hedging (όπως ο τομέας της ενέργειας). Επίσης αναγνωρίζεται πως ο μηχανισμός της Meloni συνδυάζει την αύξηση του φόρου με ένα μηχανισμό claw back που βασίζεται κατά πολύ στο ύψος της τιμής. Εφικτός, όμως, είναι—παρά τα νομικά εμπόδια και την πολυπλοκότητα της ενεργειακής αγοράς.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι απλά τεχνικό. Είναι και βαθιά πολιτικό και θεσμικό.
Η κυβέρνηση, παρά τη ρητορική περί «επιτελικού κράτους», δείχνει απροθυμία να συγκρουστεί με τις ακρότητες της αγοράς. Και αυτή η απροθυμία δεν είναι ουδέτερη: άμεσα ή έμμεσα αυτόματα διαχέεται στους εποπτικούς μηχανισμούς, περιορίζει την τόλμη τους, υπονομεύει την αποτελεσματικότητά τους. Η αντιγραφή με προσαρμογές του Ιταλικού μοντέλου θα έστελνε πολλαπλά μηνύματα στην αγορά.
Η κριτική αυτή είναι καθαρά «εκ δεξιών». Διότι ένα κράτος που δεν ρυθμίζει, αποσταθεροποιεί. Και όταν η αποσταθεροποίηση εκδηλωθεί, δεν θα αντιμετωπιστεί με επικοινωνιακά διλήμματα τύπου «ή εμείς ή το χάος»– όσο κι αν το χάος…προσωποποιείται! Θα έρθει το χάος.
Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο. Στην ταινία The Big Short (2015), που αναφέρεται στην κρίση του 2008, η εκπρόσωπος εταιρείας αξιολόγησης απαντά με κυνική ειλικρίνεια στο γιατί εξακολουθούν να δίνουν αξιολόγηση Α σε τοξικά τραπεζικά προϊόντα: «αν δεν το κάνουμε εμείς, θα πάνε στον ανταγωνισμό». Δεν ήταν μια εξαίρεση. Ήταν η καταστροφική λογική του συστήματος.
Και το κρίσιμο είναι ότι, παρά το σοκ της κρίσης του 2008–2010, τίποτα ουσιαστικό δεν έχει αλλάξει. Οι εποπτικοί μηχανισμοί ενισχύθηκαν στα χαρτιά, αλλά η ικανότητά τους να αποτρέψουν ή να ελέγξουν μια νέα κρίση παραμένει βαθύτατα αμφίβολη. Τα ESG, που θεσμοποιήθηκαν διεθνώς μετά την πρωτοβουλία του Ban Ki-moon το 2015, λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως αφήγημα. Για τη μεγάλη πλειοψηφία των επιχειρήσεων, η σχέση τους με την ουσιαστική εταιρική ευθύνη είναι τόσο πραγματική όσο και η άποψη ότι ο ήλιος περιστρέφεται γύρω από τη γη.
Η ανάγκη για ένα κράτος-ρυθμιστή δεν είναι νέα. Μετά τον Keynes, o John Kenneth Galbraith ήδη από το 1967, στο The New Industrial State, είχε περιγράψει την αυξανόμενη ισχύ των μεγάλων επιχειρήσεων και την αδυναμία της αγοράς να αυτορυθμιστεί. Η Mariana Mazzucato επανάφερε το ζήτημα μέσα από την έννοια του “mission-oriented state”, ενός κράτους που δεν περιορίζεται στη διόρθωση αποτυχιών της αγοράς, αλλά κατευθύνει στρατηγικά την οικονομία με έμφαση στα δημόσια αγαθά.
Το κοινό συμπέρασμα είναι σαφές: χωρίς κρατική παρέμβαση, οι αγορές δεν αυτοπεριορίζονται.
Αυτό δεν σημαίνει επιστροφή σε έναν αδιάκριτο κρατισμό. Σημαίνει ένα κράτος ικανό να διασφαλίζει τα δημόσια αγαθά, την εύρυθμη λειτουργία του ανταγωνισμού και —παραδόξως— την ίδια τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων απέναντι στη βραχυπρόθεσμη λογική μεγιστοποίησης του κέρδους.
Στην Ελλάδα, όμως, το κράτος είναι ταυτόχρονα ανίκανο και ηθικά απαξιωμένο. Και αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: όσο λιγότερο εμπιστευόμαστε το κράτος, τόσο το αποδυναμώνουμε — και όσο αποδυναμώνεται, τόσο λιγότερο μπορεί να λειτουργήσει.
Η ιδεολογική αντιπαράθεση «περισσότερο ή λιγότερο κράτος» είναι, τελικά, άτοπη. Το πραγματικό δίλημμα είναι διαφορετικό: ικανό ή ανίκανο κράτος. Ο πολίτης δεν ζητά ιδεολογικές καθαρότητες. Αδιαφορεί αν το «λιγότερο κράτος» είναι η «δεξιά» και το «περισσότερο κράτος» είναι η «αριστερά». Ζητά ένα κράτος που προβλέπει, που μαθαίνει από τα λάθη του, παρεμβαίνει να διορθώσει ακρότητες (π.χ. επιχειρήσεις που κατέχουν μονοπωλιακή ή ολιγοπωλιακή θέση και μεγιστοποιούν τα κέρδη τους αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στην κοινωνία) και έχει την ισχύ να επιβάλλει τους κανόνες.
Γιατί οι κρίσεις δεν είναι θεωρητικές. Οι ανισότητες δεν είναι θεωρητικές. Η κλιματική κρίση δεν είναι θεωρητική. Και, στο τέλος, ούτε οι εκλογές είναι. ‘Όλα είναι η καθημερινότητα.
Διαβάστε επίσης
Σαμαράς κατά Μητσοτάκη: Αντιπολίτευση χωρίς σχέδιο σε μια Ευρώπη που αλλάζει βίαια
Η αλήθεια για τον πληθωρισμό: Oι πολίτες πληρώνουν, οι κυβερνήσεις κωφεύουν
Μητσοτάκης τριγωνοποιεί, Βενιζέλος εκτροχιάζει, Ανδρουλάκης χάνει — το παιχνίδι στον Τσίπρα
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Οι εκπλήξεις στα γαλάζια ψηφοδέλτια, τα εγκαίνια του Ψηλού, τραχανάς και κατσικάκι για τον Αρμένιο και μια φοβερή σκηνή στο Οβάλ Γραφείο
- ΔΕΣΦΑ: Απένταξε και από το νέο επενδυτικό 2026-2034 τη Διώρυγα Gas του Βαρδινογιάννη-Τι άλλαξε όμως
- Κάθετος Διάδρομος: Προς επίλυση τα ρυθμιστικά προβλήματα-Παράταση εξαίρεσης και αλλαγές στους Κώδικες
- Οικογένεια Στασινόπουλου: Το απίθανο ράλι των CENER και Βιοχάλκο και η περιουσία των 10 δισ. ευρώ