Το εξαιρετικό Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδος προσφέρει πλούτο πληροφοριών και ενδιαφέρουσες συγκρίσεις για ένα ζήτημα που πλήττει άμεσα την τσέπη των πολιτών. Για την κυβέρνηση, ιδίως, ο έλεγχος του πληθωρισμού αποτελεί —εύλογα— πρωταρχική προτεραιότητα, καθώς οι επιπτώσεις του στην εκλογική συμπεριφορά είναι σαφείς και τεκμηριωμένες.
Δύο παρατηρήσεις, όμως. Στη σημερινή συγκυρία, με ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον και αυξημένη κοινωνική ένταση, οι προβλέψεις που βασίζονται σε τεχνικά δεδομένα —και ιδίως στις προσδοκίες— δύσκολα προσφέρουν έναν ασφαλή οδηγό για το μέλλον. Ένα παλιό ανέκδοτο για τους οικονομολόγους έλεγε ότι με την επίκληση του ceteris paribus ή, εναλλακτικά, του mutatis mutandis, μπορούσαν να δικαιολογήσουν εκ των υστέρων οποιαδήποτε απόκλιση από τις προβλέψεις τους.
Η πρώτη φράση σημαίνει «με όλα τα άλλα να παραμένουν σταθερά». Η δεύτερη «με τις αναγκαίες προσαρμογές». Η λογική είναι απλή: αν η πρόβλεψη αποδειχθεί λανθασμένη, αυτό οφείλεται σε προϋποθέσεις που δεν επαληθεύτηκαν — και οι οποίες δεν μπορούσαν να προβλεφθούν.
Το μάθημα για τον πληθωρισμό είναι ότι, σε ένα περιβάλλον όπου ο πολιτικός ρεαλισμός υπερισχύει της οικονομικής θεωρίας, ακόμη και τα πιο εξελιγμένα μοντέλα ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο απόκλισης από ό,τι στο παρελθόν. Πρόσφατη μελέτη στις ΗΠΑ δείχνει ότι, ένα χρόνο μετά την επιβολή των δασμών, το μεγαλύτερο μέρος του κόστους —περίπου 90%— μετακυλίστηκε στον Αμερικανό πολίτη. Στις αρχές του 2026 το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 94%. Το πλήγμα εκδηλώθηκε πρώτα στις επιχειρήσεις, μέσω συμπίεσης των περιθωρίων, και στη συνέχεια στους καταναλωτές, μέσω αυξήσεων τιμών. Σε απόλυτα μεγέθη, το κόστος κυμαίνεται μεταξύ 1.000 και 2.400 δολαρίων ετησίως ανά άτομο. Η πρόβλεψη ήταν πως οι ξένοι θα πλήρωναν!
Στην Ελλάδα, το ανησυχητικό στοιχείο είναι η επίμονη απόκλιση μεταξύ του δομικού πληθωρισμού και του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή. Στο τέλος του 2024, σύμφωνα με το Inflation Monitor, ο ΔΤΚ διαμορφώθηκε στο 2,5%, ενώ ο δομικός πληθωρισμός στο 3,1% — ένδειξη μιας αγοράς όπου ο ανταγωνισμός παραμένει περιορισμένος.
Οι προειδοποιήσεις προς την κυβέρνηση είναι πολλές και προέρχονται από διαφορετικές πλευρές. Εξίσου εντυπωσιακή είναι, όμως, και η σχετική κυβερνητική αδράνεια — ιδιαίτερα προβληματική όταν, το 2025, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας παρέμεινε καθηλωμένος μόλις πάνω από το 1%. Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια: μεταξύ άλλων και με την εξάντληση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, η αύξηση της παραγωγικότητας εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 1,1% το 2026 και στο 0,8% το 2027.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και αν η Fed και η ΕΚΤ προχωρήσουν σε μειώσεις επιτοκίων, δεν είναι αυτονόητο ότι η μετακίνηση κεφαλαίων προς την πραγματική οικονομία θα οδηγήσει στην αντιμετώπιση του άλλου συναφούς και με τον πληθωρισμό προβλήματος: των ανισοτήτων.
Για τις κυβερνήσεις που κόπτονται για τον ρυθμό αύξησης των τιμών, το βασικό πρόβλημα δεν είναι ο ίδιος ο πληθωρισμός, αλλά η χαμηλή παραγωγικότητα και η διεύρυνση των ανισοτήτων. Στο διπλό αυτό θέμα, το σύστημα βρίσκεται υπό πίεση — μεγάλη πίεση, όπως δείχνουν και οι πολιτικές εξελίξεις. Την ίδια στιγμή, δεν έχει γίνει κανένα ουσιαστικό βήμα για τον έλεγχο της υπερβάλλουσας ρευστότητας στο παγκόσμιο σύστημα. Και τα μέτρα που θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την αύξηση των ανισοτήτων και να ενισχύσουν την παραγωγικότητα απαιτούν χρόνο — χρόνο που ενδεχομένως δεν υπάρχει.
Διαβάστε επίσης
Μητσοτάκης τριγωνοποιεί, Βενιζέλος εκτροχιάζει, Ανδρουλάκης χάνει — το παιχνίδι στον Τσίπρα
Μητσοτάκης – Τσίπρας: Μέσω Στουρνάρα η μάχη μεταφέρεται στην ηθική
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Χριστιάννα Β. Βαρδινογιάννη: Τα σπουδαία νέα για το 2026
- Νέα παρέμβαση για τον καρκίνο του πνεύμονα: Έρχεται πρόγραμμα πρόληψης για καπνιστές – Τι λέει ο πρόεδρος της ΕΠΕ, Στ. Λουκίδης
- Χρηματιστήριο: Τι συμβαίνει στις τράπεζες, Τιτάν και BYLOT
- Hermès: Ο Axel Dumas ήταν στο στόχαστρο του Epstein εν μέσω μάχης με την LVMH