Κάθε φορά που ακούω τη φράση «η Ελλάδα είναι η Σιναλόα της Ευρώπης», με πιάνει η καρδιά μου.
Η χώρα μου; Η πατρίδα μου που μεγαλώνει το παιδί μου, και τα παιδιά όλων μας να χαρακτηρίζεται με τόση υπερβολή;
Για όποιον δεν το ξέρει η Σιναλόα είναι πόλη του Μεξικού που έχει ταυτιστεί με τη διαφθορά, τα καρτέλ, τη βία, την ανασφάλεια.
Είναι, λοιπόν, έτσι η πατρίδα μας; Κι αυτήν θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές;
Νομίζω ότι έχουμε αποτύχει πλήρως.
Αυτές τις ημέρες βλέπουμε την παράγκα του Λιόλιου που σύμφωνα με τη δικογραφία «βρόμισε» το αγαπημένο άθλημα του μπάσκετ.
Εχουμε ένα ολόκληρο κύκλωμα που «έφαγε» δεκάδες εκατομμύρια μαζί με τις πίτσες κέρασμα της Pizza Fan.
Εχουμε και μια χαρακτηρισμένη από τις αρχές εγκληματική οργάνωση πίσω από φούρνους που «ξεφούρνιζε» καμιά 100ή εκατομμύρια ευρώ.
Κι έχουμε και τις φήμες για νέες αποκαλύψεις, νέες απάτες, νέα πρωτοσέλιδα.
Και που θα πάει όλο αυτό;
Να ξεκαθαρίσουμε ότι κάθε αποκάλυψη μιας υπόθεσης διαφθοράς είναι, καταρχάς, μια καλή είδηση. Σημαίνει ότι κάποιοι μηχανισμοί λειτουργούν, ότι κάποιοι ερευνούν, ότι η δημοσιογραφία, οι ελεγκτικές αρχές ή η Δικαιοσύνη μπορούν να φέρουν στο φως όσα κάποιοι θα προτιμούσαν να παραμείνουν στο σκοτάδι.
Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που ακολουθεί σχεδόν αυτομάτως κάθε νέα αποκάλυψη στην Ελλάδα: Και λοιπόν; Τι θα γίνει στο τέλος;
Θα αποδοθούν ευθύνες; Θα επιστραφούν τα χρήματα; Θα τιμωρηθούν όσοι αποδειχθεί ότι παρανόμησαν; Θα οδηγηθεί κανείς στη φυλακή, εφόσον αυτό προβλέπεται από τη Δικαιοσύνη; Ή θα παρακολουθήσουμε ακόμη ένα έργο με εντυπωσιακή αρχή, θορυβώδη δημοσιότητα και ένα τέλος που θα χαθεί μέσα σε δικογραφίες, αναβολές, παραγραφές και τη συλλογική λήθη;
Η δυσπιστία δεν προέκυψε από το πουθενά. Τροφοδοτείται από μια μακρά ιστορία μεγάλων υποθέσεων, από τις καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης και από την αίσθηση ότι η πραγματική λογοδοσία δεν είναι πάντοτε ανάλογη με το μέγεθος των αποκαλύψεων.
Από πολιτικούς που έλεγαν «θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο», μέχρι υποσχέσεις για «διαλεύκανση υποθέσεων και απόδοση ευθυνών… όσο ψηλά κι αν φτάνουν».
Αλλά συνήθως δεν γίνεται ποτέ τίποτε.
Και όμως, ακόμη και αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ατμόσφαιρα που έχει διαμορφωθεί πάνω από τη χώρα. Μια γενικευμένη αίσθηση διαφθοράς, ατιμωρησίας και βαθιάς ανισότητας απέναντι στον νόμο.
Σκεφτείτε τον άνθρωπο που προσπαθεί να βγάλει τον μήνα με έναν μισθό που τελειώνει πριν τελειώσουν οι υποχρεώσεις του. Τον επαγγελματία που αγωνιά για την επόμενη δόση στην Εφορία. Τον μικρομεσαίο που φοβάται μήπως καθυστερήσει τον ΦΠΑ και βρεθεί αντιμέτωπος με πρόστιμα, προσαυξήσεις και κατασχέσεις. Την οικογένεια που μετράει ακόμη και τα ευρώ του σούπερ μάρκετ.
Και όλοι αυτοί παρακολουθούν να έρχονται στο φως υποθέσεις με εκατομμύρια ευρώ, καταγγελίες για χρηματισμούς, απειλές, εκβιασμούς, πειραγμένα λογισμικά, κυκλώματα φοροδιαφυγής και τεράστια ποσά ΦΠΑ που φέρονται να μην έχουν αποδοθεί.
Ακόμη κι όταν οι καταγγελίες μένει να αποδειχθούν δικαστικά, η αντίθεση είναι εκκωφαντική.
Για το μικρό ψάρι, ο νόμος μοιάζει αμείλικτος. Για τον καρχαρία, μοιάζει συχνά διαπραγματεύσιμος.
Αυτή είναι η αντίληψη που δηλητηριάζει την κοινωνία. Και είναι ίσως πιο επικίνδυνη ακόμη και από τις ίδιες τις υποθέσεις διαφθοράς.
Διότι όταν ο πολίτης αρχίζει να πιστεύει ότι η εντιμότητα είναι μειονέκτημα και η παρανομία προνόμιο όσων έχουν τις κατάλληλες γνωριμίες, τότε δεν κλονίζεται απλώς η εμπιστοσύνη του σε μια κυβέρνηση. Κλονίζεται η εμπιστοσύνη του στο ίδιο το κράτος.
Δεν βλέπει πλέον τους θεσμούς ως εγγυητές της ισονομίας, αλλά ως ένα σύστημα που επιβάλλει κανόνες στους πολλούς και επιτρέπει εξαιρέσεις στους λίγους.
Η διαφθορά πλήττει την ίδια τη χώρα.
Πλήττει την οικονομία της, γιατί δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Πλήττει την επιχειρηματικότητα, γιατί επιβραβεύει εκείνον που βρίσκει την άκρη αντί εκείνου που τηρεί τους κανόνες. Πλήττει την κοινωνική συνοχή, γιατί ενισχύει την πεποίθηση ότι υπάρχουν πολίτες δύο κατηγοριών. Πλήττει τη διεθνή εικόνα της Ελλάδας, γιατί κάθε τέτοια υπόθεση επαναφέρει την αμφιβολία για την ποιότητα των θεσμών της.
Μια χώρα που θέλει να εμφανίζεται ως σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία, που διεκδικεί επενδύσεις, αξιοπιστία και πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ευρώπη, δεν μπορεί να επιτρέπει να διαμορφώνεται η εικόνα μιας επικράτειας όπου οργανωμένα συμφέροντα, κυκλώματα και πελατειακές σχέσεις λειτουργούν παράλληλα με το επίσημο κράτος.
Ομως, υπάρχει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: ο κίνδυνος του εθισμού.
Να ακούμε για εκατομμύρια και να μη μας προκαλεί πλέον εντύπωση. Να πληροφορούμαστε μια νέα υπόθεση και να λέμε «έτσι γίνονται οι δουλειές στην Ελλάδα». Να θεωρούμε δεδομένο ότι πίσω από κάθε μεγάλη συναλλαγή μπορεί να κρύβεται κάποια σκοτεινή διαδρομή.
Αυτός ο κυνισμός είναι καταστροφικός. Γιατί μια κοινωνία που παύει να εκπλήσσεται από τη διαφθορά κινδυνεύει κάποια στιγμή να πάψει και να απαιτεί την εξάλειψή της.
Οι ευθύνες της κυβέρνησης
Εδώ ακριβώς τίθεται και το ζήτημα της ευθύνης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο σημερινός πρωθυπουργός δεν εξελέγη απλώς με την υπόσχεση μιας καλύτερης οικονομικής διαχείρισης. Ένα κεντρικό στοιχείο της πολιτικής του πρότασης ήταν ο εκσυγχρονισμός της χώρας. Η μεταρρύθμιση του κράτους. Η αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης. Η αξιολόγηση, η αξιοκρατία, η ψηφιοποίηση, η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας.
Αυτό είναι ένα από τα δυσκολότερα τεστ για κάθε μεταρρυθμιστική κυβέρνηση.
Οχι μόνο να βελτιώσει την καθημερινή εξυπηρέτηση του πολίτη, αλλά να συγκρουστεί με τους μηχανισμούς που εκμεταλλεύονται το κράτος.
Με δίκτυα συμφερόντων που μπορεί να έχουν διαμορφωθεί επί δεκαετίες. Με διοικητικές παθογένειες που επιβιώνουν ανεξαρτήτως κυβερνήσεων. Με πρακτικές που δεν εξαφανίζονται επειδή άλλαξε ένας υπουργός ή δημιουργήθηκε μια νέα ηλεκτρονική πλατφόρμα.
Ασφαλώς, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά σκάνδαλο. Ούτε η αποκάλυψη μιας υπόθεσης συνιστά από μόνη της απόδειξη κυβερνητικής συγκάλυψης ή συνενοχής. Σε μια λειτουργική δημοκρατία, άλλωστε, η αποκάλυψη της διαφθοράς μπορεί να αποτελεί και ένδειξη ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν.
Αλλά ύστερα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, το ερώτημα δεν μπορεί να περιορίζεται στο ποιος ευθύνεται για την κάθε υπόθεση.
Το ερώτημα είναι αν το κράτος έχει αποκτήσει πραγματικά την ικανότητα να προλαμβάνει, να εντοπίζει και να τιμωρεί αποτελεσματικά τέτοιες πρακτικές.
Αν οι έλεγχοι είναι ουσιαστικοί ή τυπικοί. Αν οι ανεξάρτητες αρχές έχουν την αναγκαία ισχύ και τους πόρους. Αν οι διασταυρώσεις λειτουργούν. Αν οι υποθέσεις φτάνουν εγκαίρως στη Δικαιοσύνη. Αν τα χρήματα ανακτώνται. Αν οι διοικητικές ευθύνες καταλογίζονται. Αν όσοι παρανομούν έχουν πραγματικό λόγο να φοβούνται τις συνέπειες.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες μεγαλόστομες διακηρύξεις περί μηδενικής ανοχής. Τις έχει ακούσει πολλές φορές, από πολλές κυβερνήσεις.
Χρειάζεται αποτελέσματα που να μπορούν να μετρηθούν. Ταχύτερη απονομή Δικαιοσύνης, πραγματική ανεξαρτησία των ελέγχων, διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, αποτελεσματική ανάκτηση παράνομων ωφελημάτων και θεσμούς που δεν θα εξαρτώνται από την πολιτική συγκυρία.
Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, να αποκατασταθεί η πεποίθηση ότι η παρανομία δεν είναι ένα ρίσκο που αξίζει να πάρεις επειδή, ακόμη κι αν αποκαλυφθείς, στο τέλος κάτι θα γίνει και θα γλιτώσεις.
Αυτό είναι το στοίχημα. Και είναι πολύ μεγαλύτερο από τη φθορά μιας κυβέρνησης ή την αντιπαράθεση των κομμάτων.
Διαβάστε επίσης:
Εντολή Πιτσιλή για έλεγχο υπαλλήλων της ΑΑΔΕ στην υπόθεση Pizza Fan
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Τι είπε ο Χρυσοχοΐδης στο Room για το FBI, ο… σεσημασμένος Ρίζος, τι τρώνε οι στρατηγοί με Τασούλα και που πήρε πρωτάθλημα η Κύπρος
- Στεγαστικό: Η ΤτΕ προειδοποιεί για νέους κινδύνους – Απλησίαστα τα σπίτια, αυξάνεται ο φόβος υπερδανεισμού
- Ρίζος Ρίζος: Από το 2013 στο «Χωριάτικο» – Οι offshore, τα 750.000 ευρώ και η σύλληψη 13 χρόνια μετά
- Ο Μπεκίρης και οι εθελοντές της εξουσίας