Εδώ και έξι μήνες ο Αντώνης Σαμαράς επαναλαμβάνει την ίδια κατηγορία: η κυβέρνηση κατευνάζει την Τουρκία, τα «ήρεμα νερά» είναι αυταπάτη και η «Γαλάζια Πατρίδα» προχωρεί ενώ η Αθήνα παρακολουθεί.
Η ίδια μορφή κατηγορίας επιστρατεύει για το καλώδιο στην Κάσο, τη Βόρεια Μακεδονία και τη συμφωνία με τη Βουλγαρία για τα κειμήλια. Η διαφωνία είναι θεμιτή. Η επανάληψη, όμως, της λέξης «υποχώρηση» δεν συνιστά εξωτερική πολιτική.
Ο Σαμαράς επικαλείται και προτάσεις. Τον Μάιο ζήτησε «όλα τα διεθνή φόρα», όλες τις συμμαχίες, πρωτοβουλίες στην Ε.Ε. και απειλή αλλαγής στάσης σε άλλα ζητήματα. Τον Ιούνιο πρόσθεσε έκτακτη ευρωπαϊκή σύνοδο για την Τουρκία και προληπτικότερη στάση στο ΝΑΤΟ. Αλλά τι ακριβώς σημαίνουν αυτά; Ποια συγκεκριμένη απόφαση θα ζητούσε από την Ε.Ε.; Ποια στάση της Ελλάδας θα άλλαζε, σε ποιο ζήτημα και με ποιο προσδοκώμενο αντάλλαγμα; Ποιο μέτρο θα προωθούσε στο ΝΑΤΟ, το οποίο δεν είναι όργανο οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών; Φράσεις όπως «να κινηθούμε παντού» και «να είμαστε πιο προληπτικοί» είναι ευχές μεταμφιεσμένες σε στρατηγική. Η απειλή αλλαγής στάσης χωρίς προσδιορισμό και χωρίς σχέδιο εφαρμογής δεν φέρνει πίεση, δεν οδηγεί σε αποτελέσματα. Στην ουσία είναι μπλόφα που, αν δεν ακολουθηθεί, φθείρει την αξιοπιστία της χώρας.
Στην περίπτωση της Λιβύης, η ασυμμετρία ανάμεσα στην καταγγελία και στην πραγματικότητα είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Η Αθήνα έχει ήδη κινηθεί και προς τις δύο πλευρές της διχασμένης χώρας: ο υπουργός Εξωτερικών επισκέφθηκε τη Βεγγάζη και την Τρίπολη, συναντήθηκε με τον Χαφτάρ και με την κυβέρνηση της Τρίπολης, ενώ η Ελλάδα και η Αίγυπτος πραγματοποίησαν νέο γύρο διαβουλεύσεων για τη Λιβύη λίγες ημέρες πριν από την ψήφο. Μετά την έγκριση του μνημονίου, η Αθήνα το απέρριψε, ενημέρωσε εταίρους και συμμάχους και δήλωσε ότι θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Τι άλλο, λοιπόν, απαιτεί ο Σαμαράς; Μήπως να ελέγξει ο Γεραπετρίτης την ψήφο ενός ξένου κοινοβουλίου; Η Βουλή των Αντιπροσώπων, στην ανατολική Λιβύη, ενέκρινε ομόφωνα το μνημόνιο, σε μια χώρα με αντίπαλα κέντρα εξουσίας. Ούτε η Αθήνα ούτε οποιαδήποτε κυβέρνηση μπορούσε να εγγυηθεί το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ψηφοφορίας. Δεν μπορεί να καταδικαστεί επειδή δεν υπαγόρευσε την απόφαση ενός άλλου κράτους. Μπορεί να κριθεί για τις εκτιμήσεις, τις επαφές και την αντίδρασή της. Η απαίτηση, όμως, του Σαμαρά να αποπεμφθεί ο υπουργός, χωρίς να κατονομάζει έναν ρεαλιστικό χειρισμό που θα απέτρεπε την απόφαση ή θα οδηγούσε σε νέα δεδομένα με όφελος για την χώρα δεν συνιστά πρόταση. Είναι αναζήτηση ενόχου.
Η ίδια ευκολία της αόριστης γενικευμένης κριτικής περνά και στην οικονομία. Ο Σαμαράς αποκαλεί τη σημερινή πολιτική «νεοφιλελεύθερη», καταγγέλλει το κόστος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και προτείνει φθηνότερη ενέργεια, μειώσεις φόρων και ειδικό φορέα χρηματοδότησης. Όταν όμως λέει «τα έκανα σε πολύ χειρότερες συνθήκες», τι ακριβώς εννοεί; Το πιο σαφές παράδειγμα είναι η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση από 23% σε 13% το 2013: αρχικά ίσχυσε δοκιμαστικά για πέντε μήνες και στη συνέχεια παρατάθηκε έως το τέλος του 2015. Η κυβέρνησή του μείωσε επίσης τον ειδικό φόρο στο πετρέλαιο θέρμανσης το 2014. Αυτά είναι συγκεκριμένα μέτρα — αλλά δεν αποδεικνύουν ότι κάθε σημερινή φορολογική του πρόταση είναι εφαρμόσιμη και αυτοχρηματοδοτούμενη—όπως απαιτεί η Ε.Ε.
Και οι συνθήκες τότε ήταν πράγματι δραματικές: η χώρα βρισκόταν σε πρόγραμμα διάσωσης, με βαθιά ύφεση και ανεργία κοντά στο 27%. Όμως η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση δεν έγινε έξω από τους περιορισμούς του προγράμματος: η τρόικα τελικά την ενέκρινε αφού συμφωνήθηκαν περικοπές 100 εκατ. ευρώ στις αμυντικές προμήθειες. Τα διαθέσιμα στοιχεία έδειξαν μικρότερη απώλεια εσόδων από την αναμενόμενη — όχι απόδειξη ότι η μείωση αύξησε συνολικά τα δημόσια έσοδα, όπως υποστηρίζει ο ίδιος. Το «εγώ το έκανα» είναι, επομένως, μισή αλήθεια: εφάρμοσε συγκεκριμένες μειώσεις, υπό σκληρή διαπραγμάτευση και με δημοσιονομικά αντίβαρα. Δεν απαντά από μόνο του ποιο θα είναι σήμερα το κόστος, ποιος θα το πληρώσει και ποια μέτρα θα το αντισταθμίσουν.
Και υπάρχει κάτι σοβαρότερο. Όταν ένας πρώην πρωθυπουργός παρουσιάζει δημόσια και με τέτοια ένταση την κυβέρνηση ως ενδοτική και ανίκανη στα εθνικά θέματα και ταυτόχρονα διαφωνεί και με την οικονομική πολιτική, δεν πλήττει μόνο τον αντίπαλό του. Προσφέρει στους εχθρούς της χώρας εικόνα εσωτερικής ρήξης και αμφισβητούμενης εθνικής γραμμής. Η εσωτερική κριτική είναι αναγκαία, η άκριτη δημόσια υπονόμευση, όμως, δεν είναι πατριωτικό προνόμιο.
Μ’ αυτήν την τακτική ο Σαμαράς χάνει την όποια αξιοπιστία του έχει απομείνει. Κι όσο η καταγγελία του συνοδεύεται από προσωπικές αιχμές κατά του Μητσοτάκη και απαίτηση αποπομπής του Γεραπετρίτη, χωρίς να προτείνει ρεαλιστική, εφαρμόσιμη, εναλλακτική, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνει τις φήμες ότι δεν διεξάγει μάχη για διαφορετική εξωτερική και (τώρα) οικονομική πολιτική, αλλά έχει εμπλακεί σε μία προσωπική βεντέτα κατά του πρωθυπουργού.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- AENAON: Πότε ολοκληρώνεται το Μητροπολιτικό Πάρκο που κατασκευάζουν Περιστέρης και Μυτιληναίος
- Δήμος Στασινόπουλος, ο άνθρωπος που γκρέμισε την παράγκα της «εγκληματικής οργάνωσης» του Βαγγέλη Λιόλιου
- Βίκτωρ Παπακωνσταντίνου (MORE): Επιτάχυνση της ανάπτυξης στο εξωτερικό και νέο μοντέλο με ΑΠΕ και μπαταρίες
- Απόλυτος αιφνιδιασμός για τη Booking – Τι απαντά για την έρευνα της Κομισιόν ο υπεύθυνος για την Ελλάδα