Υπάρχει μια διαδεδομένη παρεξήγηση. Ότι για να επιστρέψει ο φασισμός πρέπει πρώτα να εμφανιστεί κάποιος με μουστάκι, στολή και τάγματα εφόδου.
Κατά προτίμηση να κραυγάζει από κάποιο μπαλκόνι. Αν δεν εμφανιστεί, μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι.
Μόνο που η Ιστορία δεν έχει καμία υποχρέωση να επαναλαμβάνεται με τα ίδια κοστούμια. Ούτε οι δικτάτορες να ενημερώνουν εγκαίρως για τις προθέσεις τους.
Το 1933, άλλωστε, ο Χίτλερ δεν εισέβαλε στην καγκελαρία με ένα τανκ. Διορίστηκε καγκελάριος από τον πρόεδρο της Γερμανίας. Με τις ευλογίες μάλιστα ενός μέρους του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου, το οποίο πίστευε ότι θα τον χρησιμοποιούσε για να αποκαταστήσει την τάξη.
Τελικά, εκείνος χρησιμοποίησε το κατεστημένο.
Και η τάξη αποκαταστάθηκε. Μόνο που δεν υπήρχε πλέον δημοκρατία.
Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, η Ευρώπη και ο κόσμος αντιμετωπίζουν ένα ερώτημα που θα έπρεπε να θεωρείται λυμένο: μπορεί μια κοινωνία να παραδώσει οικειοθελώς τις ελευθερίες της σε εκείνους που υπόσχονται να τη σώσουν;
Η απάντηση της Ιστορίας είναι καταφατική. Η απάντηση του παρόντος είναι ανησυχητική.
Η δημοκρατία δεν περνάει τις καλύτερες μέρες της
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς καταστροφολόγος. Αρκεί να διαβάζει τις εκθέσεις.
Το διεθνές ινστιτούτο V-Dem καταγράφει για το τέλος του 2025 περισσότερα αυταρχικά καθεστώτα από δημοκρατίες: 92 έναντι 87. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία του, περίπου το 74% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε αυταρχικά καθεστώτα.
Η Freedom House καταγράφει είκοσι συνεχόμενα χρόνια υποχώρησης της παγκόσμιας ελευθερίας.
Είκοσι χρόνια!
Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι τα τρία τέταρτα της ανθρωπότητας ζουν υπό φασιστικά καθεστώτα. Ο αυταρχισμός έχει πολλές εκδοχές και δεν είναι όλες ίδιες.
Σημαίνει όμως κάτι εξίσου σοβαρό: ότι η δημοκρατία υποχωρεί και ότι η ανελευθερία παύει να αποτελεί την εξαίρεση.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως όλα αυτά συμβαίνουν σε έναν κόσμο που υποτίθεται ότι έχει διδαχθεί από την Ιστορία.
Που διαθέτει διεθνείς οργανισμούς, συντάγματα, δικαστήρια, πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης και εκατομμύρια βιβλία για το τι συνέβη στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου.
Και όμως, φαίνεται να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον κίνδυνο όταν αυτός εμφανίζεται με σύγχρονη συσκευασία.
Πρώτα η απογοήτευση, μετά ο σωτήρας
Ας μη γελιόμαστε. Η ακροδεξιά δεν αναπτύσσεται στο κενό. Δεν ξύπνησαν ξαφνικά εκατομμύρια Ευρωπαίοι και αποφάσισαν ότι τους έλειψε ο Μουσολίνι.
Υπάρχει πραγματική κοινωνική δυσαρέσκεια. Υπάρχουν νέοι που εργάζονται και δεν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο. Οικογένειες που βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται. Πολίτες που αισθάνονται ότι οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά η ζωή τους όχι. Και υπάρχουν πολιτικές ηγεσίες που επί χρόνια αντιμετώπισαν αυτές τις αγωνίες με στατιστικές, εξαγγελίες και επικοινωνιακή αισιοδοξία.
Το πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες δεν ζουν μέσα στους μέσους όρους.
Ζουν μέσα στους λογαριασμούς τους.
Κάπου εκεί εμφανίζεται ο πολιτικός σωτήρας.
Δεν υπόσχεται αναγκαστικά ένα καλύτερο οικονομικό μοντέλο. Υπόσχεται ότι θα βρει τους υπεύθυνους. Τους μετανάστες. Τους ξένους. Τις ελίτ. Τους δημοσιογράφους. Τους διανοουμένους. Τους πολιτικούς αντιπάλους. Ανάλογα με τη χώρα και την περίσταση, αλλάζει ο κατάλογος. Η μέθοδος παραμένει. Και η μέθοδος είναι απλή: όταν δεν μπορείς να εξηγήσεις ένα σύνθετο πρόβλημα, κατασκευάζεις έναν εύκολο ένοχο. Δεν χρειάζεται να λύσεις το πρόβλημα. Αρκεί να πείσεις ότι κάποιος άλλος το προκάλεσε.
Η Ευρώπη παίζει με τη φωτιά
Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη δεν είναι πλέον περιθωριακό φαινόμενο. Στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αυστρία και σε πολλές ακόμη χώρες, εθνικιστικά και ακροδεξιά κόμματα αποτελούν σημαντικές πολιτικές δυνάμεις. Και δεν είναι μόνο τα εκλογικά τους ποσοστά. Είναι ότι μετακινούν συνολικά την πολιτική συζήτηση.
Απόψεις που πριν από είκοσι χρόνια θεωρούνταν ακραίες παρουσιάζονται σήμερα ως απολύτως φυσιολογικές. Η αμφισβήτηση δικαιωμάτων βαφτίζεται προστασία της παράδοσης. Η απαξίωση της Δικαιοσύνης εμφανίζεται ως σύγκρουση με το σύστημα. Η επίθεση στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία παρουσιάζεται ως πόλεμος κατά των προνομιούχων. Και το εντυπωσιακότερο;
Ένα μέρος των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων πιστεύει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την ακροδεξιά υιοθετώντας τη ρητορική της. Είναι μια ενδιαφέρουσα στρατηγική. Προκειμένου να μη νικήσει ο αντίπαλος, του παραχωρείς πρώτα το πολιτικό σου λεξιλόγιο.
Το 1933, οι συντηρητικές ελίτ της Γερμανίας πίστευαν ότι μπορούσαν να ελέγξουν τον Χίτλερ. Δεν χρειάζεται να εξισώσουμε τους σημερινούς Ευρωπαίους πολιτικούς με τον Χίτλερ για να αντιληφθούμε το δίδαγμα. Ο εξτρεμισμός δεν γίνεται αυτομάτως μετριοπαθής επειδή αποκτά υπουργικό γραφείο. Μερικές φορές συμβαίνει το αντίθετο.
Ο φασισμός απέκτησε τεχνολογία
Υπάρχει και μια άλλη διαφορά ανάμεσα στο 1933 και στο 2026. Τότε η προπαγάνδα χρειαζόταν εφημερίδες, ραδιόφωνο, κινηματογράφο και μαζικές συγκεντρώσεις. Σήμερα χρειάζεται ένα κινητό τηλέφωνο.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κατασκευάζει εικόνες και φωνές. Οι αλγόριθμοι μπορούν να ενισχύουν τον θυμό και την πόλωση. Τα προσωπικά δεδομένα επιτρέπουν πρωτοφανείς μορφές πολιτικής στόχευσης.
Φυσικά, η τεχνολογία δεν είναι φασιστική. Αλλά δεν είναι και δημοκρατική από μόνη της. Εξαρτάται από εκείνους που την ελέγχουν, από τους κανόνες που τη διέπουν και από τις κοινωνίες που τη χρησιμοποιούν.
Ο Γκέμπελς ήθελε να επιβάλει μία αλήθεια. Σήμερα, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν χρειάζεται καν να επιβληθεί μια συγκεκριμένη αλήθεια. Αρκεί να πειστεί ο πολίτης ότι όλες οι αλήθειες είναι σχετικές, όλα τα μέσα ενημέρωσης ψεύδονται, όλοι οι θεσμοί είναι διεφθαρμένοι και όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι.
Από εκεί και πέρα, η σκέψη γίνεται περιττή. Μένει μόνο η πίστη στον αρχηγό. Και η οργή εναντίον των υπολοίπων.
Οι διαφορές που μας αποκοιμίζουν
Εδώ, βεβαίως, θα εμφανιστεί ο αισιόδοξος. Θα πει ότι η Ευρώπη του 2026 δεν έχει καμία σχέση με τη Γερμανία του 1933.
Και θα έχει δίκιο.
Υπάρχει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπάρχουν συνταγματικά δικαστήρια, ανεξάρτητες αρχές, ευρωπαϊκές συμβάσεις δικαιωμάτων και κοινωνίες με μακρά δημοκρατική παράδοση.
Ευτυχώς.
Μόνο που η ύπαρξη των θεσμών δεν εγγυάται από μόνη της τη λειτουργία τους. Μια κυβέρνηση δεν χρειάζεται να καταργήσει τη Δικαιοσύνη για να την αποδυναμώσει. Δεν χρειάζεται να απαγορεύσει τις εφημερίδες για να περιορίσει την ελευθεροτυπία.
Δεν χρειάζεται να ακυρώσει τις εκλογές για να διαμορφώσει άνισους όρους πολιτικού ανταγωνισμού. Αρκεί να προχωρά σταδιακά. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο. Κάθε φορά με μια καλή δικαιολογία. Την ασφάλεια. Την αποτελεσματικότητα. Το εθνικό συμφέρον. Τη λαϊκή εντολή.
Και κάθε φορά θα υπάρχουν πρόθυμοι να εξηγήσουν ότι δεν συνέβη τίποτε σοβαρό. Άλλωστε, οι θεσμοί εξακολουθούν να υπάρχουν. Το ζήτημα είναι τι ακριβώς κάνουν.
Και η Αμερική;
Για δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονταν ως το βασικό διεθνές αντίβαρο στον αυταρχισμό. Σήμερα η ίδια η αμερικανική δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές θεσμικές εντάσεις.
Η δεύτερη προεδρία Τραμπ έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες για τη συγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας, την ανεξαρτησία των θεσμών και την αντιμετώπιση της πολιτικής αντιπολίτευσης.
Η Freedom House καταγράφει σημαντική υποχώρηση της αμερικανικής δημοκρατικής επίδοσης το 2025. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ έγιναν δικτατορία. Σημαίνει όμως ότι η δημοκρατία δεν είναι πλέον αυτονόητα ασφαλής ούτε εκεί όπου κάποτε θεωρούνταν ισχυρότερη.
Και όταν μια υπερδύναμη υποβαθμίζει τις δημοκρατικές της εγγυήσεις, το μήνυμα φτάνει πολύ μακρύτερα από τα σύνορά της. Οι αυταρχικοί ηγέτες παρακολουθούν. Και μαθαίνουν.
Η δυστοπία δεν θα μας ειδοποιήσει
Το μεγαλύτερο λάθος είναι ότι εξακολουθούμε να φανταζόμαστε το δυστοπικό μέλλον σαν σκηνικό κινηματογραφικής ταινίας. Με σκοτεινές πόλεις, στρατιώτες στους δρόμους και ανθρώπους που ψιθυρίζουν φοβισμένοι. Μπορεί να μη συμβεί έτσι. Μπορεί να έχουμε κανονικά εκλογές. Κανονικά κοινοβούλια. Κανονικά τηλεοπτικά δελτία. Κανονικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Μπορεί να πηγαίνουμε στη δουλειά μας, να ταξιδεύουμε, να καταναλώνουμε και να διασκεδάζουμε. Και ταυτόχρονα να αποδεχόμαστε όλο και περισσότερους περιορισμούς στην ελευθερία μας. Να θεωρούμε φυσιολογικό ότι ο δημοσιογράφος είναι εχθρός. Ότι ο δικαστής πρέπει να υπακούει. Ότι ο πολιτικός αντίπαλος δεν δικαιούται να κυβερνήσει. Ότι τα δικαιώματα ισχύουν μόνο για όσους μας μοιάζουν. Αυτή είναι η πραγματική απειλή.
Όχι απαραίτητα η ξαφνική κατάλυση της δημοκρατίας.
Αλλά η σταδιακή μετατροπή της σε ένα καθεστώς που διατηρεί τους τύπους και καταργεί την ουσία.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η διαδικασία μπορεί να εξελίσσεται με την έγκριση ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας.
Διότι ο αυταρχισμός δεν επιβάλλεται πάντοτε παρά τη θέληση των πολιτών. Μερικές φορές έρχεται επειδή αρκετοί πολίτες πιστεύουν ότι θα τους λύσει τα προβλήματα.
Το 1933 δεν είναι προφητεία. Είναι προειδοποίηση.
Δεν υπάρχει κανένας ιστορικός νόμος που να επιβάλλει την επιστροφή του φασισμού.
Η Ευρώπη διαθέτει ισχυρότερες δημοκρατικές άμυνες από εκείνες του Μεσοπολέμου. Οι κοινωνίες μπορούν να αντισταθούν. Οι θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν. Οι πολιτικές επιλογές μπορούν να αλλάξουν.
Αλλά υπάρχει μια προϋπόθεση.
Να αντιληφθούμε ότι η δημοκρατία δεν είναι ένα πολιτικό σύστημα που λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο.
Χρειάζεται κανόνες. Χρειάζεται θεσμικούς ελέγχους. Χρειάζεται αντιπολίτευση. Χρειάζεται ελεύθερη δημοσιογραφία. Και, κυρίως, χρειάζεται πολίτες που δεν αντιμετωπίζουν την ελευθερία ως πολυτέλεια.
Το 1933, πολλοί πίστεψαν ότι ο Χίτλερ θα μπορούσε να ελεγχθεί.
Το 2026, πολλοί πιστεύουν ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες είναι τόσο ισχυρές ώστε δεν κινδυνεύουν πραγματικά.
Μακάρι να έχουν δίκιο.
Αλλά η Ιστορία έχει μια ενοχλητική ιδιότητα: δεν συγχωρεί πάντοτε την αφέλεια.
Και υπάρχει μια τελευταία, καθοριστική διαφορά.
Το 1933, κανείς δεν γνώριζε ακόμη ολόκληρη τη φρίκη που θα ακολουθούσε.
Σήμερα τη γνωρίζουμε.
Συνεπώς, αν επιτρέψουμε στην Ιστορία να ξαναγράψει ένα από τα σκοτεινότερα κεφάλαιά της, δεν θα μπορούμε να επικαλεστούμε την άγνοια.
Μόνο την αδιαφορία.
Διαβάστε επίσης:
Ουκρανία – Ρωσία: Συμφωνία για κατάπαυση του πυρός στο Όλεσκι από τις 29 Οκτωβρίου
Ρωσία: Εκκενώθηκε το αεροδρόμιο Σερεμέτιεβο της Μόσχας λόγω απειλής ουκρανικών drones
Τουρκία: Ριζική αναδιάρθρωση του ενεργειακού συστήματος – Επενδύσεις σε υπεράκτια πάρκα και δίκτυα
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Cenergy, Motor Oil, HelleniQ Energy, Titan: Πού βλέπουν άνοδο έως 36% οι αναλυτές
- Δυναμική είσοδος της Eurobank στο embedded finance με την βοήθεια της Simplie
- Οι «χρυσές» σαλάτες: Γιατί επενδύουν εκατομμύρια Σκλαβενίτης, Παπακωνσταντίνου, Βεζύρογλου και Elikonos
- Έλληνες εφοπλιστές: Χρυσές πωλήσεις και μεγάλες υπεραξίες στα τάνκερ Suezmax – Οι πρωταγωνιστές