Λέγεται πως, κατά κανόνα, οι εκλογές δεν κερδίζονται με την εξωτερική πολιτική. Στη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία αυτό αποτελεί σχεδόν αξίωμα. Οι πιθανότητες ανατροπής του, όμως, ελέω Ερντογάν, είναι πλέον ορατές. Τα στρατηγικά αδιέξοδα στα οποία έχει αυτοεγκλωβιστεί ο Τούρκος πρόεδρος (mononews «Σε γεωπολιτικά αδιέξοδα ο Ερντογάν ανοίγει μέτωπα που δεν ελέγχει», 16/5) τον στρέφουν σε κατευθύνσεις όπου εκτιμά πως διαθέτει πλεονέκτημα — και αυτό είναι κακά μαντάτα για την Ελλάδα. Όχι διότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει με επιτυχία σε μία ελληνοτουρκική σύγκρουση, αλλά επειδή η ηγεσία της γειτονικής χώρας βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο — τόσο γεωπολιτικά όσο και οικονομικοπολιτικά.
Θα ήταν τεράστιο λάθος για τη χώρα μας να θεωρήσει ότι η επισημοποίηση των μαξιμαλιστικών τουρκικών διεκδικήσεων, έστω και με νόμο που δεν εδράζεται στο διεθνές δίκαιο ούτε σε οποιοδήποτε κεκτημένο, γίνεται αποκλειστικά για εσωτερική κατανάλωση. Παρά τις πρόσφατες ήττες της, η Τουρκία παραμένει αναθεωρητική δύναμη και, στην παρούσα συγκυρία, η σύγκρουση με την Ελλάδα προσφέρεται ως σχεδόν ιδανική λύση: αφενός για να υπενθυμίσει στους «αγνώμονες» συμμάχους της την στρατηγική της σημασία και αφετέρου για να καταστήσει σαφές στην εσωτερική αντιπολίτευση —επίσημη και ανεπίσημη— πως δεν υπάρχει εναλλακτική πέρα από τον σημερινό πρόεδρο.
Όσον αφορά την ισορροπία δυνάμεων, για την Τουρκία μία κρίση τώρα είναι προτιμότερη, καθώς η Ελλάδα δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει το εξοπλιστικό της πρόγραμμα. Σε δώδεκα μήνες από σήμερα, η ελληνική κυριαρχία στον αέρα και στη θάλασσα θα είναι πολύ πιο δύσκολο να αμφισβητηθεί. Η χρήση drones, όπου η Τουρκία διαθέτει ίσως ένα συγκριτικό πλεονέκτημα, μπορεί επίσης να βρίσκεται στη σκέψη του Τούρκου προέδρου.
Στη χώρα μας ορισμένες εξελίξεις θα είναι αναπόφευκτες. Από την πλευρά του Αντώνη Σαμαρά θα ακουστούν πολλά της μορφής «σας προειδοποίησα», χωρίς όμως να γίνεται σαφής αναφορά ούτε στο τι όφειλε να είχε γίνει διαφορετικά ούτε στο ποια θα έπρεπε να είναι η διαφορετική διαχείριση της τρέχουσας κατάστασης.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης είναι βέβαιο πως θα περισσέψει ο πλούτος των εθνικιστικών κορωνών και της ακραίας κριτικής, ενώ θα είναι εξαιρετικά φτωχό το έδαφος των εποικοδομητικών προτάσεων.
Το κρίσιμο θέμα δεν είναι τι θα λένε οι «άλλοι», αλλά τι θα πράξει η κυβέρνηση, η οποία θα κληθεί να διαχειριστεί κρίση σε βαθμό επικινδυνότητας που η χώρα έχει γνωρίσει ελάχιστες φορές από το 1950 και μετά. Κι αυτό επειδή θα οφείλει να διατηρήσει την αναγκαία ισορροπία μεταξύ αποφασιστικότητας και ψυχραιμίας στους ακόλουθους τομείς:
• Την τοξικότητα που θα διέπει κάθε κίνηση και έκφραση της ευρύτερης αντιπολίτευσης. Απέναντι σε αυτήν, η κυβέρνηση θα πρέπει να αντιτάξει ήρεμο και ώριμο λόγο, χωρίς όμως αυτός να εκλαμβάνεται ως αδυναμία απάντησης.
• Την από στενά συμφέροντα ορμώμενη εσωτερική αντιπολίτευση, την οποία πρέπει να θέσει προ των ευθυνών της, χωρίς αυτό να εκληφθεί ως προσπάθεια πάταξης του ελεύθερου λόγου.
• Την επιθυμία σημαντικής μερίδας ψηφοφόρων, οι οποίοι είναι δυσαρεστημένοι με την ελλιπή μεταρρυθμιστική προσπάθεια της κυβέρνησης και ιδιαίτερα με εξαγγελίες που δεν μεταφράζονται σε πράξη. Σ’ αυτούς θα πρέπει να δείξει πως οι μεταρρυθμίσεις συνεχίζονται και μετουσιώνονται σε έργο, χωρίς να διαταράξει την αίσθηση ασφάλειας σ’ έναν καιρό όπου αυτή υπονομεύεται τόσο εκ των έσω όσο και εκ των έξω.
Είναι σαφές πως το επιτελικό κράτος θα κληθεί τώρα, όσο ποτέ άλλοτε, να αποδείξει την επάρκειά του, καθώς η χώρα θα εισέλθει σε «διακεκαυμένη ζώνη» αμέσως μετά την ψήφιση του τουρκικού νόμου. Η πιθανότητα θερμού επεισοδίου (η αρχή μπορεί να είναι στο θέμα της αλιείας) βρίσκεται πολύ πάνω από το 50%-50%. Η πιθανότητα ο Ερντογάν να επιδιώξει να το προκαλέσει, ρίχνοντας την ευθύνη σε εμάς, προσβλέποντας αφενός στην ξένη επέμβαση προκειμένου να αποφευχθεί η επέκτασή του και αφετέρου στην ipso facto κατοχύρωση κάποιων από τα μη νόμιμα δικαιώματα που επικαλείται, θα πρέπει να θεωρηθεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής του. Η χώρα μας, όμως, οφείλει να είναι έτοιμη να το αντιμετωπίσει με την υπόθεση πως θα είναι μόνη της. Αν υπάρξει συμμαχική συμπαράσταση – όποιας μορφή—αυτή να είναι το αναπάντεχο πρόσθετο.
Σ’ αυτήν τη συγκυρία, η Ελλάδα χρειάζεται κάτι περισσότερο από σωστή στρατηγική– χρειάζεται εθνική ομοψυχία γύρω από απολύτως απτά και μη διαπραγματεύσιμα δικαιώματα. Δεν μιλάμε για αφηρημένες νομικές έννοιες, αλλά για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ των νησιών μας, για την αλιεία, για το περιβάλλον, για το δικαίωμα έρευνας και αξιοποίησης ενεργειακών πόρων, για τις θαλάσσιες ζώνες μέσα στις οποίες η χώρα μπορεί να προχωρεί σε έρευνες, εξορύξεις, υποθαλάσσια καλώδια, ηλεκτρικές διασυνδέσεις και έργα στρατηγικής σημασίας χωρίς να ζητά την άδεια της Άγκυρας.
Το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει ότι τα νησιά διαθέτουν θαλάσσιες ζώνες, ενώ η συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου του 2020 επιβεβαίωσε ρητά την επήρεια και το δικαίωμα των ελληνικών νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Αυτά δεν είναι τεχνικές λεπτομέρειες για διπλωμάτες και νομικούς– είναι ο πυρήνας της ελληνικής κυριαρχίας και των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και γι’ αυτό η όποια ψυχραιμία δεν πρέπει να συγχέεται με υποχωρητικότητα. Ψυχραιμία σημαίνει αυτοπεποίθηση, συντονισμός, διεθνής νομιμότητα και αποφυγή παγίδων. Δεν σημαίνει αναβολή, αυτοπεριορισμό ή αποδοχή ενός τουρκικού βέτο πάνω στο δικαίωμα της Ελλάδας να ασκεί όσα της αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σύνδεση με τις επόμενες εκλογές. Αν ο Ερντογάν επιχειρήσει να μετατρέψει το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο σε πεδίο δοκιμασίας της ελληνικής αποφασιστικότητας, τότε οι πολίτες δεν θα κρίνουν μόνο την ακρίβεια, τους μισθούς, τις μεταρρυθμίσεις ή την καθημερινότητα. Θα κρίνουν και το αν η κυβέρνηση μπορεί να εγγυηθεί ότι η χώρα δεν θα παραιτηθεί, ούτε εμπράκτως ούτε σιωπηρώς, από κανένα δικαίωμα που συνδέεται με την εθνική της υπόσταση και το μέλλον της.
Διότι οι ενεργειακές έρευνες, οι θαλάσσιες διασυνδέσεις Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ή Ελλάδας-Αιγύπτου, τα υποθαλάσσια καλώδια και η αξιοποίηση του θαλάσσιου χώρου δεν είναι απλώς αναπτυξιακά έργα. Είναι πράξεις άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αν η Τουρκία επιδιώξει να τα εμποδίσει, η Ελλάδα δεν έχει κανένα περιθώριο καμίας υποχώρησης. Και αν οι εκλογές τελικά κριθούν στο Αιγαίο, θα κριθούν ακριβώς εκεί: στην ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να ενώσει τους Έλληνες, να κρατήσει τη χώρα νηφάλια και να αποδείξει ότι η εθνική αυτοσυγκράτηση μπορεί να συνυπάρχει με την απόλυτη αποφασιστικότητα.
Διαβάστε επίσης:
Σε γεωπολιτικό αδιέξοδο ο Ερντογάν ανοίγει μέτωπα που δεν ελέγχει
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Προφυλακιστέοι οι 6 κατηγορούμενοι για το κύκλωμα στις πολεοδομίες της Αττικής
- Κάνναβη και συνθετικά ναρκωτικά: «Έκρηξη» στους εφήβους, νέα νομοθετική παρέμβαση του Ά. Γεωργιάδη
- Απόστολος Βακάκης: Στην κινούμενη άνοδο της αβεβαιότητας η Jumbο και οι επενδυτές της
- Είναι τόσο καλός αυτός ο 19χρονος, Κίμι Αντονέλι που έχει νικήσει σε 5 συνεχόμενους αγώνες Formula 1;