ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Δημοσιεύθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία δίνεται εντολή στην ΕΥΠ να στείλει στο Ανώτατο Δικαστήριο τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη.
Σε περίπτωση που η ΕΥΠ δηλώσει αδυναμία λόγω καταστροφής των στοιχείων, το ΣτΕ διατάσσει να του γνωστοποιηθεί βάσει ποιας διάταξης κατεστράφησαν και να προχωρήσει σε ανασύστασή τους προκειμένου αυτά να καταλήξουν στο Δικαστήριο.
Αντίστοιχη απόφαση είχε εκδώσει το ΣτΕ στο παρελθόν και για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, χωρίς ωστόσο ο φάκελος του να έχει διαβιβαστεί στο Δικαστήριο.
Η σημερινή απόφαση ελήφθη μετά από προσφυγή του Θανάση Κουκάκη και είχε δημοσιοποιηθεί από τον περασμένο Μάρτιο, πριν από τη δημοσίευση της.
Πλέον, η ΕΥΠ έχει χρονικό περιθώριο 3 μηνών για να συμμορφωθεί με την απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου. Το τελευταίο αναμένοντας τα στοιχεία, ανέβαλε, κατά πλειοψηφια, την οριστική κρίση του για την προσφυγή Κουκάκη. Αντίθετη άποψη είχε η μειοψηφία της Ολομέλειας που ζήτησε να γίνει δεκτή από τώρα η αίτηση του δημοσιογράφου για να πάρει τις απαντήσεις που ζητά για την παρακολούθηση του τηλεφώνου του
Ο Θανάσης Κουκάκης ζητά την ακύρωση της πράξης του Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), με την οποία ο δημοσιογράφος πληροφορήθηκε ότι ο υπηρεσιακός φάκελος της άρσης απορρήτου των επικοινωνιών του ζητήθηκε μεν από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ), αλλά ουδέποτε τέθηκε υπόψη της ΑΔΑΕ. Επίσης, στρέφεται και κατά της άρνησης της Ε.Υ.Π. να θέσει στη διάθεση της Α.Δ.Α.Ε. τον φάκελο της τηλεφωνικής παρακολούθησής του.
Σύμφωνα με τους 10 συμβούλους Επικρατείας που μειοψήφησαν, η αίτηση του Θανάση Κουκάκη «πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί για πλημμελή αιτιολογία η προσβαλλόμενη πράξη (…)
Πρέπει να υποχρεωθεί η Ε.Υ.Π. να θέσει υπόψη της Α.Δ.Α.Ε. τα κρίσιμα στοιχεία προκειμένου η Ανεξάρτητη Αρχή να ασκήσει την κατά νόμο αρμοδιότητά της προβαίνοντας στις αναγκαίες σταθμίσεις ως προς το περιεχόμενο και την έκταση ενημέρωσης του αιτούντος.»
Στο σκεπτικό της Ολομέλειας του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου χαρακτηρίζονται «αντιφατικές » οι δηλώσεις της ΕΥΠ για να καλύψει την άρνησή της να παρέχει οποιαδήποτε ενημέρωση για την άρση της τηλεφωνικής παρακολούθησης του Θανάση Κουκάκη.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση: «Η Ε.Υ.Π. έχει κατ’ επανάληψη αρνηθεί να ενημερώσει την ΑΔΑΕ για τους λόγους άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος, προβαίνοντας, δια των αρμοδίων οργάνων της, σε αντιφατικές δηλώσεις ως προς τη διατήρηση των σχετικών στοιχείων και επικαλούμενη πάντοτε τον απόρρητο χαρακτήρα τους. Τούτο έχει ως συνέπεια να μην καθίσταται δυνατή η άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της ΑΔΑΕ. Ταυτόχρονα (…) παρεμποδίζει και τον ακυρωτικό έλεγχο του Δικαστηρίου .”
Στις 14.11.2025 συζητήθηκε στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγήτρια: Μ. Τριπολιτσιώτη, Σύμβουλος) η αίτηση ακυρώσεως του δημοσιογράφου .
Με την 709/2026 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η οριστική κρίση για την υπόθεση πρέπει να αναβληθεί και να υποχρεωθεί η Ε.Υ.Π. να διαβιβάσει στο Συμβούλιο της Επικρατείας εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της, απόφασης τον υπηρεσιακό φάκελο και κάθε άλλο στοιχείο. Αν η Ε.Υ.Π. αντιτάξει ότι ο φάκελος και τα στοιχεία έχουν καταστραφεί, να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο τη σχετική διάταξη και να προβεί σε ανασύστασή τους και διαβίβασή τους στο Δικαστήριο.
Όπως ανακοινώθηκε από το ΣτΕ τα βασικά σημεία του σκεπτικού της απόφασης έχουν ως εξής:
1. Στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Το Σύνταγμα απέβλεψε στον άνθρωπο ως υπέρτατη αξία χάριν της οποίας οργανώνεται η έννομη τάξη και νομιμοποιείται η εξουσία και υπό την έννοια αυτή προβλέφθηκαν τα επιμέρους ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, τελεί δε η ανθρώπινη αξία υπό την εγγύηση των οργάνων και των τριών πολιτειακών λειτουργιών. Στο άρθρο 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη και ότι πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται. Στο δε προοίμιο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της 10.12.1948 διακηρύσσεται ότι η αναγνώριση της αξιοπρέπειας αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο. Περαιτέρω το Σύνταγμα στο άρθρο 5 παρ. 1 καθιερώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και στο άρθρο 9 παρ. 1 το απαραβίαστο της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής κάθε προσώπου.
Το πλαίσιο αυτό θεμελιώνει την ελευθερία αυτοκαθορισμού του ατόμου σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 392/2026) η προσωπικότητα του οποίου περιλαμβάνει κάθε αγαθό που συνδέεται στενά με το πρόσωπο ως ύπαρξη φυσική, ηθική, πνευματική, όπως είναι η τιμή, η υπόληψη και η ελευθερία ( ΑΠ Ολομ. 13/1999).
Εξάλλου, με την συνταγματική κατοχύρωση του κράτους δικαίου, στο άρθρο 25 παρ. 1, ο συντακτικός νομοθέτης ρυθμίζει τη σχέση μεταξύ κράτους, δικαίου και ατόμων, ως μια σχέση κατά την οποία το κράτος περιορίζεται στη δράση του από κανόνες δικαίου και πρωτίστως από τους συνταγματικούς κανόνες της έννομης τάξης, με σκοπό τη διασφάλιση της νομικής θέσης των ατόμων μέσα στο κράτος.
2. Με την 2056/12.08.2020 αίτηση του αιτούντος ζητήθηκε από την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) να διερευνήσει τυχόν παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών του για τις τηλεφωνικές συνδέσεις του (σταθερό και κινητό) και να τον ενημερώσει αν αυτές παρακολουθούνται ή αν έχουν τεθεί σε κάποιο χρονικό σημείο υπό παρακολούθηση, δηλώνοντας ότι προτίθεται να δημοσιοποιήσει την επικοινωνία του με την Αρχή. Στο πλαίσιο διερεύνησης της καταγγελίας συνεστήθη Ομάδα Ελέγχου (ΟΕ) από την ΑΔΑΕ, η οποία ζήτησε στοιχεία για τις συνδέσεις σταθερής και κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος από τους αντίστοιχους παρόχους. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των στοιχείων, στην από 5.5.2021 Έκθεση Διενέργειας Εκτάκτου Ελέγχου, την οποία συνέταξε η Ομάδα Ελέγχου της ΑΔΑΕ, επισημάνθηκε ότι η εταιρεία COSMOTE A.E κλήθηκε να εκτελέσει τρεις διατάξεις άρσης απορρήτου των επικοινωνιών της Εισαγγελέως της Ε.Υ.Π. για αριθμό σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος, ειδικότερα δε διάταξη άρσης του απορρήτου του, διάταξη παράτασης της άρσης και διάταξη παύσης αυτής, δυνάμει των οποίων πραγματοποιήθηκε νόμιμη συνακρόαση κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2020 έως 12.8.2020. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι η ΑΔΑΕ ζήτησε να ενημερωθεί από την Εισαγγελέα της Ε.Υ.Π. αν, με τη γνωστοποίηση κατ΄ άρθρο 5 παρ. 9 του ν. 2225/1994 της επιβολής του μέτρου της άρσης στον αιτούντα, διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε το μέτρο, αλλά ότι η Εισαγγελέας απάντησε ότι η εν λόγω αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ έχει καταργηθεί στις περιπτώσεις που η άρση του απορρήτου διατάσσεται για λόγους εθνικής ασφάλειας, δυνάμει του εν τω μεταξύ τεθέντος σε ισχύ άρθρου 87 του ν. 4790/2021 (Α΄48/31.03.2021), ότι, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση του ληφθέντος μέτρου στον αιτούντα και ότι, σε κάθε περίπτωση, διακυβεύεται ο σκοπός του ληφθέντος μέτρου. Κατόπιν αυτών, απεστάλη στον αιτούντα η 2198/29.07.2021 πράξη του με εντολή Προέδρου υπογράφοντος Προϊσταμένου Δ/νσης ΔΥΑΤΥ, με την οποία η ΑΔΑΕ τον ενημέρωσε ότι «δεν διαπιστώθηκε κάποιο γεγονός που να συνιστά παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών». Ο αιτών επανήλθε με την υποβολή της 937/6.4.2022 αίτησης, με την οποία ζήτησε από την ΑΔΑΕ τη διερεύνηση της φερόμενης επιμόλυνσης της κινητής συσκευής του με το λογισμικό κατασκοπείας Predator. Συναφώς προς τη διαδικασία αυτή, ο αιτών υπέβαλε την 1295/13.5.2022 αίτηση, με την οποία ζήτησε από την ΑΔΑΕ να κρίνει αντισυνταγματική και αντικείμενη στην ΕΣΔΑ τη διάταξη του άρθρου 87 του ν. 4790/2021, κατά το σκέλος που αφαιρούσε από την ΑΔΑΕ την αρμοδιότητα να αποφασίζει τη γνωστοποίηση του μέτρου της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών στους θιγόμενους, όταν η λήψη του μέτρου είχε αποφασισθεί για λόγους εθνικής ασφάλειας, καθώς και να τον ενημερώσει για την εξέλιξη των ερευνών της. Παραλλήλως, κατά τον έκτακτο έλεγχο, ο οποίος διεξήχθη από την Ομάδα Ελέγχου της ΑΔΑΕ στις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της ΕΥΠ στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου 2022, η Ομάδα Ελέγχου ζήτησε από την ΕΥΠ να της επιδείξει τα στοιχεία φακέλου του αιτούντος που περιελάμβαναν τις υπηρεσιακές αιτήσεις στις οποίες στηρίχθηκε η Εισαγγελέας Εφετών που εξέδωσε τις διατάξεις άρσης του απορρήτου του, παράτασης της άρσης και παύσης αυτής. Ο Διοικητής της ΕΥΠ διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το αν ο φάκελος του αιτούντος υπήρχε ή είχε καταστραφεί και ανέφερε ότι ο φάκελος που αφορά μία συγκεκριμένη επισύνδεση, όταν παύει η επισύνδεση δύναται, σε εύλογο χρονικό διάστημα, να καταστρέφεται, δεν ήταν όμως σε θέση να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό του ανωτέρω εύλογου χρονικού διαστήματος και την σύνταξη πρωτοκόλλου καταστροφής για τον φάκελο του αιτούντος. Εξάλλου, ο ίδιος Διοικητής, επανερχόμενος στο επίδικο ζήτημα κατά τον έλεγχο της 13ης Σεπτεμβρίου 2022, ενημέρωσε την Ομάδα Ελέγχου της ΑΔΑΕ ότι οι εισαγγελικές διατάξεις οι οποίες αφορούσαν τη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν κανονικά καταχωρισμένες στο σχετικό αρχείο, αλλά ότι η υπηρεσία αδυνατούσε να παράσχει πρόσβαση στον φάκελο, επικαλούμενος τον άκρως απόρρητο χαρακτήρα της σχετικής διαδικασίας για λόγους εθνικής ασφάλειας.
3. Στη συνέχεια, ο αιτών υπέβαλε στην ΑΔΑΕ την 3255/19.9.2024 αίτηση, επισημαίνοντας ότι αυτή αποτελεί συνέχεια της αρχικής 2056/12.08.2020 αίτησής του. Με την εν λόγω αίτηση, ο αιτών επικαλέσθηκε την 465/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία η διάταξη του άρθρου 87 του ν. 4790/2021 κρίθηκε ως αντισυνταγματική, και ζήτησε να λάβει γνώση της επιβολής του μέτρου άρσης των επικοινωνιών του και της αιτιολογίας της επιβολής του, ώστε να έχει το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά το άρθρο 5 παρ. 9 του ν. 2225/1994, όπως ίσχυε κατά την υποβολή του αρχικού αιτήματός του, επεσήμανε δε ότι η ΑΔΑΕ είχε στη διάθεσή της και όλο το προανακριτικό υλικό της προκαταρκτικής εξέτασης που είχε διενεργήσει ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Με την 538/2024 πράξη της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ αποφασίσθηκε η επανεξέταση του παραπάνω αιτήματος. Ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. συναίνεσε στην ενημέρωση του αιτούντος για τον λόγο ότι η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του είχε ήδη λάβει ευρύτατη δημοσιότητα. Η ΑΔΑΕ, με την ΕΜΠ 44/07.02.2025 πράξη του Προέδρου της, γνωστοποίησε στον αιτούντα την επιβολή του επίδικου μέτρου στη σύνδεσή του κινητής τηλεφωνίας κατά το παρελθόν, αναφέροντας τις αντίστοιχες εισαγγελικές διατάξεις και τα χρονικά διαστήματα συνακρόασης. Στη συνέχεια, ο αιτών υπέβαλε ενώπιον της Αρχής την 638/21.2.2025 αίτησή του, με την οποία ζήτησε να του παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είχε επιβληθεί το μέτρο και να του κοινοποιηθεί ο σχετικός υπηρεσιακός φάκελος. Η ΑΔΑΕ ζήτησε εγγράφως από τον Διοικητή της ΕΥΠ να της αποσταλεί ο πλήρης υπηρεσιακός φάκελος της υπόθεσης άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος. Ο Διοικητής της ΕΥΠ απάντησε εγγράφως στο αίτημα της Αρχής αναφέροντας ότι «τα στη διάθεση της Διοίκησης που ανέλαβε στις 5.8.2022 στοιχεία, σε σχέση με τις συγκεκριμένες διατάξεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του έτους 2020 που αφορούν τον αιτούντα, έχουν τεθεί υπόψιν της ΑΔΑΕ». Στη συνέχεια, η ΑΔΑΕ απέστειλε στον αιτούντα την προσβαλλόμενη 1208/16.4.2025 πράξη του Προέδρου της, με την οποία του γνωστοποιήθηκε ότι το αίτημά του να λάβει γνώση των λόγων της άρσης του απορρήτου του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί, διότι ο υπηρεσιακός φάκελος της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του είχε ζητηθεί από την ΕΥΠ, αλλά δεν είχε τεθεί υπ’ όψιν της ΑΔΑΕ. Εξάλλου, στον φάκελο που εστάλη από την ΕΥΠ στο Δικαστήριο περιλαμβάνονται μόνον οι εισαγγελικές διατάξεις δυνάμει των οποίων εχώρησε άρση του απορρήτου της τηλεφωνικής σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας του αιτούντος και συνακρόαση για το διάστημα από 1.6.2020 έως 12.8.2020, επί αιτήματος δε της βοηθού εισηγήτριας να σταλούν και οι αντίστοιχες αιτήσεις της Υπηρεσίας, η ΕΥΠ απάντησε ότι «[…] δεν ανευρέθηκαν στις σχετικές έρευνες που ακολούθησαν την ανάληψη της ηγεσίας της Υπηρεσίας από την τρέχουσα Διοίκηση και δεν είναι κατά συνέπεια στη διάθεσή της».
4. Δεδομένου ότι το αίτημα του αιτούντος κατέστη εκκρεμές με την υποβολή της 2056/12.8.2020 αίτησής του προς την ΑΔΑΕ, με την οποία ζήτησε για πρώτη φορά να διερευνηθεί τυχόν παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνικών του συνδέσεων, ενώ οι εισαγγελικές διατάξεις με τις οποίες επιβλήθηκε άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του, παράταση της άρσης και διακοπή αυτής εκδόθηκαν υπό το καθεστώς του ν. 2225/1994, στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο ν. 2225/1994, ανεξαρτήτως του ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε υπό το καθεστώς ισχύος του ν. 5002/2022, εφόσον, όπως κρίθηκε με την 464/2024 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο ν. 5002/2022 δεν είναι εφαρμοστέος σε εκκρεμή αιτήματα γνωστοποίησης του επίμαχου μέτρου στους θιγόμενους και οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του προσιδιάζουν στις αιτήσεις άρσης του απορρήτου που υποβάλλονται δυνάμει των διατάξεών του.
5. Η προσβαλλόμενη 1208/16.4.2025 πράξη εκδόθηκε κατόπιν κατ’ ουσίαν επανεξέτασης της υπόθεσης και είναι εκτελεστή. Τούτο διότι, κατόπιν της 2056/12.8.2020 αρχικής αίτησής του προς την ΑΔΑΕ, ο αιτών επανήλθε με την 3255/19.9.2024 αίτησή του, στην οποία επεσήμανε ότι αποτελούσε συνέχεια της αρχικής 2056/12.08.2020 αίτησης, επικαλούμενος δε νέα νομικά δεδομένα και πραγματικά στοιχεία ζήτησε να λάβει γνώση της επιβολής του μέτρου άρσης των επικοινωνιών του και της σχετικής αιτιολογίας· με την ΕΜΠ 44/07.02.2025 πράξη του Προέδρου της ΑΔΑΕ ικανοποιήθηκε το πρώτο σκέλος του αιτήματος, αφού γνωστοποιήθηκε στον αιτούντα η επιβολή του μέτρου, η διάρκειά του, τα χρονικά διαστήματα και ο αριθμός πρωτοκόλλου των σχετικών εισαγγελικών διατάξεων, όχι όμως στοιχεία ως προς το δεύτερο σκέλος του αιτήματος, που αναφερόταν στην αιτιολογία επιβολής του μέτρου· η 638/21.2.2025 αίτηση που υπέβαλε ο αιτών στην ΑΔΑΕ, ζητώντας να του κοινοποιηθεί ο φάκελος της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του και αναφέροντας συγκεκριμένα στοιχεία, αποτελεί αίτηση θεραπείας κατά της ΕΜΠ 44/07.02.2025 πράξης, η δε προσβαλλόμενη 1208/16.4.2025 πράξη του Προέδρου της Αρχής είναι η πράξη με την οποία ανακοινώθηκε για πρώτη φορά ρητά στον αιτούντα ότι το αίτημά του να λάβει γνώση των επίμαχων στοιχείων δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί διότι αυτά δεν απεστάλησαν από την Ε.Υ.Π.
6. Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 465/2024 Ολομ.), τα μέτρα άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών που λαμβάνουν χώρα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2225/1994 και επιβάλουν στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών συγκεκριμένες υποχρεώσεις επεξεργασίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12.7.2002 σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (EEL 201/31.7.2002), καθώς και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης , η δε οδηγία 2002/58 ερμηνεύεται από το ΔΕΕ υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8, 11 και 52 παρ. 1 του Χάρτη. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έχει δεχθεί ότι η οδηγία 2002/58 εφαρμόζεται και επί συλλογής προσωπικών δεδομένων μέσω παρόχων ηλεκτρονικών υπηρεσιών από κρατικές υπηρεσίες για λόγους εθνικής ασφάλειας, για τη διαφύλαξη της οποίας είναι επιτρεπτό να θεσπίζονται εξαιρέσεις από την υποχρέωση διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας και οι αρμόδιες εθνικές αρχές ενημερώνουν σχετικά τα υποκείμενα των δεδομένων, εφόσον η ενημέρωση δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τις έρευνες που αυτές διεξάγουν. Το άρθρο 15 παρ. 1 της οδηγίας, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 εδάφιο δεύτερο του Χάρτη, επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται περιορισμοί στο απόρρητο των επικοινωνιών πρέπει να είναι αιτιολογημένες, προκειμένου να διασφαλίζεται το δικαίωμα του θιγόμενου σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. Όταν η απόφαση για τον περιορισμό του απορρήτου των επικοινωνιών χορηγείται βάσει εμπεριστατωμένου αιτήματος των αρμόδιων εθνικών αρχών, πρέπει να διασφαλίζεται ότι τα παρακολουθούμενα πρόσωπα μπορούν να έχουν πρόσβαση όχι μόνο στην απόφαση για τη χορήγηση της άδειας, αλλά και στην αίτηση της αρχής που ζήτησε την άδεια.
7. Η ΑΔΑΕ είναι αποκλειστικώς αρμόδια να αποφανθεί επί αιτήματος θιγομένου περί γνωστοποίησης της επιβολής της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του, μετά τη λήξη του μέτρου και υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 9 του ν. 2225/1994, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 87 του ν. 4790/2021, η οποία έχει ήδη κριθεί ως αντισυνταγματική με την ΣτΕ 465/2024 Ολομ.
8. Η Ε.Υ.Π. αποτελεί την εθνική αρχή στην οποία επιτρέπεται κατά τον νόμο να παρασχεθεί από παρόχους ηλεκτρονικών υπηρεσιών πρόσβαση στα διατηρούμενα δεδομένα για την προστασία, μεταξύ άλλων, της εθνικής ασφάλειας. Τούτο υποχρεώνει την Ε.Υ.Π. να χορηγεί στην αποκλειστικώς αρμόδια, κατά τον ν. 2225/1994, για την ενημέρωση του θιγόμενου ΑΔΑΕ όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την επιβολή του μέτρου και τους λόγους που την υπαγόρευσαν, όπως και να διατυπώνει τη γνώμη της ως προς την ενδεχόμενη διακινδύνευση του σκοπού επιβολής του μέτρου αυτού εξαιτίας της γνωστοποίησης, προκειμένου η Αρχή να είναι σε θέση να ασκήσει πλήρως τις αρμοδιότητές της, προβαίνοντας στις αναγκαίες σταθμίσεις.
9. Δεν στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, καταλογιστή στην Ε.Υ.Π. και προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως, αναφορικά με την άρνησή της να θέσει υπόψιν της ΑΔΑΕ τον φάκελο άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος. Επομένως, η άρνηση της Ε.Υ.Π. να θέσει υπόψιν της ΑΔΑΕ τον φάκελο του αιτούντος στερείται εκτελεστότητας και προσβάλλεται απαραδέκτως με την κρινόμενη αίτηση.
10. Η άρνηση αποστολής του υπηρεσιακού φακέλου και των λοιπών στοιχείων εκ μέρους της Ε.Υ.Π. αποτελεί την αιτιολογία της προσβαλλόμενης 1208/16.4.2025 πράξης του Προέδρου της ΑΔΑΕ, εφόσον, εξαιτίας της άρνησης αυτής, δεν κατέστη δυνατή η άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αρχής και δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα του αιτούντος να του γνωστοποιηθούν οι λόγοι της εις βάρος του επιβολής του επίμαχου μέτρου.
11. Εν προκειμένω, η Ε.Υ.Π. έχει κατ’ επανάληψη αρνηθεί να ενημερώσει την ΑΔΑΕ για τους λόγους άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος, προβαίνοντας, δια των αρμοδίων οργάνων της, σε αντιφατικές δηλώσεις ως προς τη διατήρηση των σχετικών στοιχείων και επικαλούμενη πάντοτε τον απόρρητο χαρακτήρα τους. Τούτο έχει ως συνέπεια να μην καθίσταται δυνατή η άσκηση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της ΑΔΑΕ. Ταυτόχρονα, η άρνηση αποστολής στοιχείων εκ μέρους της Ε.Υ.Π. παρεμποδίζει και τον ακυρωτικό έλεγχο του Δικαστηρίου το οποίο καλείται να παράσχει στον αιτούντα επίκαιρη και λυσιτελή δικαστική προστασία και ενώπιον του οποίου, όπως έχει κριθεί, δεν χωρεί άρνηση προσκόμισης εγγράφων ακόμη και απορρήτων.
12. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο αναβάλλει την οριστική κρίση για την υπόθεση και υποχρεώνει την Ε.Υ.Π. να διαβιβάσει στο Δικαστήριο εντός τριμήνου από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του αιτούντος και κάθε σχετικό στοιχείο, κατά τρόπο και με τη διαδικασία που η ίδια θα κρίνει συμβατή με τον απόρρητο χαρακτήρα των στοιχείων, αν δε η Ε.Υ.Π. αντιτάξει ότι ο φάκελος και τα στοιχεία έχουν καταστραφεί, την υποχρεώνει να γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο τη ρύθμιση δυνάμει της οποίας αυτά κατεστράφησαν, να τα ανασυστήσει και να τα διαβιβάσει στο Δικαστήριο (μειοψ. 10 μελών, κατά την οποία πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί για πλημμελή αιτιολογία η προσβαλλόμενη πράξη, η δε υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στην Διοίκηση και να υποχρεωθεί η Ε.Υ.Π. να θέσει υπόψη της Α.Δ.Α.Ε. τα κρίσιμα στοιχεία προκειμένου η Ανεξάρτητη Αρχή να ασκήσει την κατά νόμο αρμοδιότητά της προβαίνοντας στις αναγκαίες σταθμίσεις ως προς το περιεχόμενο και την έκταση ενημέρωσης του αιτούντος, πριν επιληφθεί το Δικαστήριο, αν συντρέξει περίπτωση, το οποίο δεν δύναται, κατά την άσκηση της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, να υποκαταστήσει την σχετική κρίση της Α.Δ.Α.Ε.).
Διαβάστε επίσης
Άγρια κόντρα Πιερρακάκη -ΠΑΣΟΚ για το ιδιωτικό χρέος – Τι απαντά το ΥΠΕΘΟ στη Χαριλάου Τρικούπη
ΣΥΡΙΖΑ: Ανακοινώθηκε και επίσημα η διαγραφή του Παύλου Πολάκη από την ΚΟ
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.