Μας απασχολεί πως τους αποκαλούμε, πιο πολύ από την πραγματικότητα. Αν αρθρώσει κάποιος τη λέξη «γύφτος», θα υπάρξουν αντιδράσεις. Πιο πολλές από τις αντιδράσεις για την απομόνωση στην οποία ζουν και το ρατσισμό που αντιμετωπίζουν.
Κάθε φορά που καταγράφονται επεισόδια, όπως πρόσφατα στο Μενίδι, η δημόσια συζήτηση κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα: από τη μία η γενικευμένη καταγγελία όλων των Ρομά ως «παραβατικών» και από την άλλη οι τυπικές ανακοινώσεις περί «ένταξης», «κοινωνικής πολιτικής» και «ευρωπαϊκών προγραμμάτων». Εδώ και δεκαετίες το αποτέλεσμα παραμένει αμετάβλητο. Ούτε η πολιτεία έχει καταφέρει να ενσωματώσει ουσιαστικά μεγάλες κοινότητες Ρομά, ούτε οι ίδιες οι συνθήκες ζωής σε πολλούς καταυλισμούς δείχνουν να υπήρξε εθνικό σχέδιο αλλαγής.
Τα χρήματα που έχουν διατεθεί όλα αυτά τα χρόνια δεν είναι λίγα. Ευρωπαϊκά κονδύλια, προγράμματα στέγασης, εκπαιδευτικές δράσεις, κοινωνικοί διαμεσολαβητές, επιδοτούμενα σχέδια απασχόλησης, ειδικά προγράμματα υγείας. Η Ελλάδα, όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχει παρουσιάσει δεκάδες στρατηγικές για την «κοινωνική ένταξη των Ρομά». Στα χαρτιά, όλα καλά. Στην πράξη η εικόνα πολλών περιοχών θυμίζει κράτος που συντηρεί το πρόβλημα αντί να το λύνει.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η ένταξη δεν γίνεται με ημερίδες, φυλλάδια και απορρόφηση κονδυλίων. Δεν γίνεται όταν το κράτος εμφανίζεται μόνο περιστασιακά, είτε με κοινωνικούς λειτουργούς είτε με αστυνομικές επιχειρήσεις. Δεν γίνεται όταν παιδιά μεγαλώνουν σε γειτονιές χωρίς πραγματική σχολική συνέχεια, χωρίς επαφή με την αγορά εργασίας, χωρίς σταθερό περιβάλλον και χωρίς κανόνες που να εφαρμόζονται στην πράξη. Και βέβαια δεν γίνεται όταν πολιτικοί και τοπικοί παράγοντες αντιμετωπίζουν επί δεκαετίες ολόκληρες κοινότητες με λογική εκλογικής πελατείας ή φόβου σύγκρουσης.
Το πιο βολικό είναι να μιλά κανείς γενικά για «ευάλωτες ομάδες». Το δύσκολο είναι να παραδεχθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έχει δημιουργηθεί μια παράλληλη πραγματικότητα όπου το κράτος δικαίου εφαρμόζεται αποσπασματικά. Αυτό δεν είναι ούτε κοινωνική πολιτική ούτε ανθρωπισμός. Είναι εγκατάλειψη. Και η εγκατάλειψη οδηγεί σε κοινωνικές αντιδράσεις, που μπορούν να περιλαμβάνουν και δαγκώματα, όπως διαβάζουμε.
Τίποτα δεν θα αλλάξει με περισσότερα χρήματα αν συνεχίσουν να λείπουν οι βασικές προϋποθέσεις: υποχρεωτική και πραγματική φοίτηση των παιδιών στο σχολείο, συνεχής παρουσία κοινωνικών υπηρεσιών, σοβαρή επαγγελματική ένταξη, διάλυση των γκέτο, εφαρμογή των νόμων χωρίς εξαιρέσεις και κυρίως αξιολόγηση των ίδιων των προγραμμάτων. Πόσα από αυτά τα σχέδια πέτυχαν; Πόσα ελέγχθηκαν; Πόσοι λογοδότησαν για αποτυχίες δεκαετιών;
Η ελληνική κοινωνία έχει επίσης ευθύνη όταν αντιμετωπίζει όλους τους Ρομά συλλογικά ως ύποπτους ή ανεπιθύμητους. Ποιους άλλους τους διώχνουν από τα μαγαζιά; Μια κοινωνία που κλείνει την πόρτα εκ των προτέρων δεν ενσωματώνει κανέναν. Από την άλλη, το κράτος οφείλει να σταματήσει να κρύβεται πίσω από ευχολόγια περί «συμπερίληψης» ενώ οι ίδιες περιοχές παραμένουν αποκλεισμένες, φτωχές και συχνά εκτός ελέγχου.
Το ουσιαστικό ερώτημα μετά από κάθε τέτοιο περιστατικό να μην είναι μόνο ποιοι πέταξαν πέτρες ή συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Αλλά πώς μια χώρα ξοδεύει επί δεκαετίες εκατομμύρια για ένταξη χωρίς να καταφέρνει ούτε να προστατεύσει την κοινωνική συνοχή ούτε να δώσει σε χιλιάδες ανθρώπους μια πραγματική θέση μέσα σε αυτήν.
Διαβάστε επίσης:
Του Ανδρουλάκη οι νοικαραίοι – Αρθρο παρέμβαση
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- To παρασκήνιο του γαλάζιου συνεδρίου, η ηχηρή απάντηση στον Σουλτάνο, η Ντόρα στο Lolita’s Night του Νότη και τι έγινε στον Εβρο
- Οι δύο εβδομάδες που θα αλλάξουν την ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια
- Pharma Innovation Forum (PIF): Αλλάζει χέρια, το νέο στοίχημα
- Ιωσηφάκης (NVIDIA): Ταχύτερα αναπτυγμένες οι εταιρείες που επενδύουν στο ΑΙ