Έθιξε το κεντρικό αφήγημα της «Ιθάκης» — και έτσι η μακροσκελής, βίαιη επίθεση του Αλέξη Τσίπρα κατά του Γιάννη Στουρνάρα ήταν αναπόφευκτη.
Το γεγονός ότι ξαφνικά βρέθηκε συμπαραστάτης του πρώην πρωθυπουργού ο Παύλος Πολάκης —ορκισμένος εχθρός του και, καθ’ επάγγελμα και καθ’ έξιν, οπαδός της στρατηγικής ότι η αριστερά οφείλει να ελέγχει τους αρμούς της εξουσίας— δείχνει ότι, με την απλή παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων (τα οποία ο Τσίπρας δεν τόλμησε να διαψεύσει), ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος στόχευσε ευθύβολα στην αποδόμηση του ιστορήματος περί «ηθικού πλεονεκτήματος» που επιχειρεί να αναβιώσει ο Αλέξης Τσίπρας. Αυτή τη φορά, όμως, αποσπώντας το από μια ιδεολογικά απροσδιόριστη πλέον αριστερά και οικειοποιούμενος το ιδιωτικά, σχεδόν μονοπωλιακά.
Ο Αλέξης, αφού πέρασε από την «κάθαρση» του Dante —τα μνημόνια της εκδικητικής Ευρώπης και τις τέσσερις εκλογικές ήττες— και αφού στην πράξη αποκήρυξε πρώην πολιτικούς οργανισμούς και συνεργάτες, εμφανίζεται πλέον ως άμωμος, άσπιλος, ακηλίδωτος. Ως ο μόνος που μπορεί να ενσαρκώσει πολιτικά την πύρινη ρομφαία κατά του «σάπιου συστήματος» Μητσοτάκη και Ν.Δ.!
Η επιλογή να σταθεί στο έδαφος της ηθικής δεν είναι τυχαία. Πρώτον, διότι δεν έχει πού αλλού να στηριχθεί: η ιδεολογική ένδεια της αριστεράς είναι παγκόσμιο φαινόμενο, η διαχειριστική της ανεπάρκεια ελληνική ιδιαιτερότητα. Και, δεύτερον, διότι το ίδιο το σύστημα του προσφέρει, δυστυχώς, το πεδίο. Μόνο που το πρόβλημα δεν είναι το «σύστημα Μητσοτάκη», αλλά το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα του 21ου αιώνα (mononews, 13/2, «Από το ΠΑΣΟΚ στις Βρυξέλλες: ίδιο πρόβλημα, άλλη κλίμακα»). Όταν η άμεση μεγιστοποίηση του κέρδους αποτελεί τη μοναδική κινητήρια δύναμη, τότε η διαφθορά ενσωματώνεται στο ίδιο το υπόβαθρο του συστήματος.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η κριτική στον σύγχρονο καπιταλισμό, ούτε η —απολύτως θεμιτή— ανάδειξη των κοινωνικών προβλημάτων που παράγει. Ούτε καν η εκτίμηση ότι οδηγείται σε κρίση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: αν ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει όχι το δικαίωμα να ομιλεί —αυτό του το εγγυάται η δημοκρατία— αλλά το ηθικό δικαίωμα να ομιλεί. Και εδώ το αφήγημα σκοντάφτει.
Όσο κι αν προσπαθήσει, όσες αποστάσεις κι αν επιχειρήσει να πάρει, ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να αποποιηθεί των ευθυνών του ως κυβερνήτης. Στο επίπεδο της διαχείρισης, η εικόνα μπορεί να βελτιωθεί — ακόμη και να «ρετουσαριστεί». Ο χρόνος λειτουργεί συχνά ως σύμμαχος. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο στο πεδίο της ηθικής.
Ο Γιάννης Στουρνάρας αναφέρθηκε ευθέως στην προσπάθεια ελέγχου του τραπεζικού συστήματος με κομματικά κριτήρια και στα αντίποινα που υπέστη επειδή ύψωσε θεσμικό ανάχωμα. Αυτό εξηγεί γιατί ο Αλέξης Τσίπρας, αντί να απαντήσει επί της ουσίας, ανέσυρε τον παλιό, κακό εαυτό του: σκαιά προσωπική επίθεση, αστήρικτες κατηγορίες, ούτε λέξη για την ταμπακέρα. Ο δε «αψύς» Κρητικός επιβάρυνε περαιτέρω το σκηνικό με την αναφορά στα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων: εκεί το αφήγημα περί ηθικής ανωτερότητας δέχθηκε δεύτερο πλήγμα — και μάλιστα εκ των έσω. Βέβαια, απέναντι στον Πολάκη, ουδείς γνωρίζει πού ακριβώς στέκεται. Οι μαντινάδες ρέουν κατά βούληση.
Οι εξελίξεις αυτής της κοπής δεν θα σταματήσουν εδώ. Η αντιπολίτευση βρίσκεται σε φάση αποσύνθεσης. Το ΠΑΣΟΚ δέχεται καίριο πλήγμα με την υπόθεση Γιάννη Παναγόπουλου, ενώ ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ δεν διστάζει να ανοίξει εμφύλιο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Η Καρυστιανού αποδυναμώνει το δίδυμο Βελόπουλου–Λατινοπούλου, αλλά η ίδια συνθλίβεται από το βάρος της έπαρσης και των εμφανών ελλειμμάτων γνώσης και εμπειρίας. Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο Αλέξης Τσίπρας εκτιμά ότι οι εξελίξεις τον επαναφέρουν σε προνομιακή θέση.
Η σύγκρουση με τον Στουρνάρα κατέστησε σαφή τη στρατηγική του: θα επιτεθεί στον Μητσοτάκη και τη Ν.Δ. επιχειρώντας να μεταφέρει τη δυσαρέσκεια των πολιτών στο πεδίο της ηθικής. Η σύγκρουση θα είναι σφοδρή. Ο Τσίπρας παίζει «όλα για όλα»: την επιστροφή του ή την οριστική του αποχώρηση. Διότι ακόμη και η δεύτερη θέση, απέναντι στον Μητσοτάκη, συνιστά ήττα.
Ο πρωθυπουργός, από την πλευρά του, καλείται πρώτο να αποδείξει ότι η κυβέρνηση έχει αντιληφθεί τι σημαίνει «καθημερινότητα του πολίτη» και, δεύτερο, να υπερασπιστεί τα διαρθρωτικά επιτεύγματα της διπλής θητείας του. Αυτό, όμως, απαιτεί χρόνο —μια τρίτη θητεία — ώστε να δημιουργηθεί στοιχειώδης θεσμική μνήμη ως ανάχωμα στη φθορά και την αδράνεια.
Διαβάστε επίσης
Από το ΠΑΣΟΚ στις Βρυξέλλες: Ίδιο πρόβλημα, άλλη κλίμακα
Η ψευδαίσθηση σταθερότητας: Από την Άγκυρα στην Τεχεράνη, από τις ΗΠΑ στην Κίνα
Βενιζέλος και αναθεώρηση: Η πολιτική της ναρκοθέτησης