ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πρόκειται για ένα σκληρό αλλά γνώριμο σενάριο. Το ζευγάρι χωρίζει, τα παιδιά μένουν με τον έναν γονέα, αλλά το σπίτι ανήκει στον άλλον. Ή ακόμη πιο δραματικά, ο ένας σύζυγος πεθαίνει και το ακίνητο περνά, με διαθήκη ή εξ αδιαθέτου διαδοχή σε τρίτους.
Το ερώτημα, λοιπόν, έχει συναισθηματική αλλά και πρακτική σκοπιά. Ποιος μένει στο σπίτι όταν αυτό χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη; Έχει δικαιώματα το ευάλωτο μέρος σε κάθε περίπτωση;
Η απάντηση δεν είναι ενιαία. Το ελληνικό δίκαιο αντιμετωπίζει την οικογενειακή στέγη διαφορετικά ανάλογα με τη φάση της σχέσης. Άλλη προστασία παρέχεται κατά τη διάσταση, άλλη στο διαζύγιο, άλλη στον θάνατο. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, νέες ρυθμίσεις έρχονται να δώσουν δικαιώματα ακόμη και σε συντρόφους εκτός γάμου.
Διάσταση: Η μεγαλύτερη προστασία για το ευάλωτο μέρος
Η πιο ξεκάθαρη και άμεση προστασία της οικογενειακής στέγης εμφανίζεται στη φάση της διάστασης, με το άρθρο 1393 του Αστικού Κώδικα να προβλέπει ότι, όταν διακόπτεται η συμβίωση των συζύγων, το δικαστήριο μπορεί να ρυθμίσει τη χρήση της κατοικίας, παραχωρώντας την στον έναν από αυτούς.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το ποιος είναι ιδιοκτήτης ή μισθωτής. Μπορεί να παραχωρήσει τη χρήση της κατοικίας ακόμη και σε σύζυγο που δεν έχει κανένα εμπράγματο δικαίωμα πάνω στο ακίνητο. Η απόφαση στηρίζεται σε αξιολογικά κριτήρια, με κυρίαρχο το συμφέρον των παιδιών.
Η διάταξη αυτή έχει έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό, να αποτρέψει το ενδεχόμενο το σπίτι να μετατραπεί σε μέσο πίεσης ή σύγκρουσης. Αν ίσχυαν μόνο οι κανόνες της ιδιοκτησίας, ο σύζυγος που είναι κύριος του ακινήτου θα μπορούσε να απαιτήσει την άμεση αποχώρηση του άλλου.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι αν υπάρχουν παιδιά, η κατοικία παραχωρείται κατά κανόνα στον γονέα που αναλαμβάνει την επιμέλειά τους, ώστε η οικογενειακή στέγη να λειτουργήσει ως στοιχείο σταθερότητας σε μια τέτοια περίοδο κρίσης.
Ωστόσο, αυτή η διάταξη δεν ισχύει μόνο αν υπάρχουν παιδιά. Το δικαστήριο συνεκτιμά και άλλους παράγοντες, όπως την οικονομική κατάσταση των συζύγων, τη δυνατότητα εξεύρεσης άλλης κατοικίας και τις συνθήκες διαβίωσης. Έτσι, μπορεί να παραχωρηθεί η στέγη ακόμη και χωρίς παιδιά, αν ο ένας σύζυγος βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση.
Πρόκειται για ένα καθεστώς ισχυρής προστασίας, ακριβώς επειδή είναι προσωρινό και αλλάζει μετά την έκδοση του διαζυγίου.
Διαζύγιο: Η προστασία υποχωρεί και κυριαρχεί η ιδιοκτησία
Με τη λύση του γάμου, η εικόνα αλλάζει ριζικά. Το άρθρο 1393 δεν εφαρμόζεται πλέον και η οικογενειακή στέγη παύει να αντιμετωπίζεται ως ενιαίο οικογενειακό αγαθό.
Αν το σπίτι ανήκει αποκλειστικά στον έναν σύζυγο, για παράδειγμα στον πατέρα, ενώ η μητέρα έχει την επιμέλεια των παιδιών, δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να της εξασφαλίζει δικαίωμα παραμονής. Όμως, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη το συμφέρον των παιδιών και να επιτρέψει για ένα εύλογο χρονικό διάστημα τη διαμονή της μητέρας μαζί τους στο ακίνητο, με καθαρά μεταβατικό χαρακτήρα και όχι μόνιμο δικαίωμα κατοικίας.
Η πρακτική των δικαστηρίων δείχνει ότι αποφεύγονται αιφνίδιες απομακρύνσεις, ιδίως όταν διακυβεύεται η καθημερινότητα ανηλίκων, όμως σε κάθε περίπτωση δεν παραχωρείται οριστικά στη μητέρα η χρήση του ακινήτου.
Διαφορετική είναι η εικόνα όταν το ακίνητο ανήκει και στους δύο συζύγους. Σε αυτή την περίπτωση, το δικαστήριο μπορεί να παραχωρήσει τη χρήση στον έναν, δηλαδή στον γονέα που έχει την επιμέλεια, χωρίς να θίγεται η συγκυριότητα του άλλου. Πρόκειται για μια λύση που επιχειρεί να συμβιβάσει την ιδιοκτησία με την ανάγκη στέγασης των παιδιών.
Τι ισχύει με την κληρονομία και τι αλλάζει για τους συντρόφους
Ο θάνατος του ενός συζύγου μεταφέρει τη συζήτηση για την οικογενειακή στέγη σε επίπεδο κληρονομικού δικαίου. Ο επιζών σύζυγος καλείται ως κληρονόμος και αποκτά ποσοστό στην περιουσία του θανόντος κατά ¼ αν υπάρχουν παιδιά και κατά ½ αν υπάρχουν μόνο άλλοι συγγενείς, αλλά όχι παιδιά.
Αυτό σημαίνει ότι, όταν στην κληρονομία περιλαμβάνεται η οικογενειακή κατοικία, ο επιζών σύζυγος γίνεται συγκύριος μαζί με τα παιδιά ή άλλους συγγενείς, εκτός αν δεν υπάρχει κανείς οπότε κληρονομεί εξ ολοκλήρου το ακίνητο.
Έτσι, ακόμη και αν οι υπόλοιποι συγγενείς επιθυμούν τη μεταβίβαση του ακινήτου, στην πράξη ο σύζυγος παραμένει εντός του για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι να γίνει διανομή του ακινήτου ή να πουληθεί.
Το ίδιο βασικό πλαίσιο ισχύει και για τα ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, τα οποία εξομοιώνονται σε μεγάλο βαθμό με τους συζύγους ως προς τα κληρονομικά δικαιώματα.
Αυτό που δεν ρυθμιζόταν για χρόνια και πλέον αλλάζει με το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης είναι τι γίνεται σε περιπτώσεις ζευγαριών με ελεύθερη ένωση, χωρίς δηλαδή νομική αναγνώριση με γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης.
Πλέον, εισάγεται μια σημαντική καινοτομία για τις ελεύθερες ενώσεις, καθώς προβλέπεται ότι στο ακίνητο που χρησίμευε ως κύριος τόπος διαμονής του ζευγαριού μπορεί να παραμείνει ο σύντροφος για διάστημα ενός έτους και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα.
Οι μόνες προϋποθέσεις προς τούτο είναι να μην υπάρχει σύζυγος του θανόντος και η σχέση να ήταν σταθερή για τουλάχιστον 3 έτη.
Η ρύθμιση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ένα ρητό και αυτοτελές δικαίωμα παραμονής στην κατοικία για τον σύντροφο, έστω και προσωρινό. Και μάλιστα σε μια κατηγορία προσώπων που μέχρι σήμερα δεν είχαν καμία κληρονομική προστασία.
Προστασία σε περίπτωση μίσθωσης
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά όταν η οικογενειακή στέγη δεν είναι ιδιόκτητη αλλά μισθωμένη.
Σε περίπτωση διάστασης ή διαζυγίου, αν μισθωτής είναι ο σύζυγος που δεν έχει την επιμέλεια των παιδιών, το δικαστήριο μπορεί να ρυθμίσει ποιος θα παραμείνει στο ακίνητο. Η λογική είναι αντίστοιχη με αυτή της ιδιοκτησίας, όπου το συμφέρον των παιδιών μπορεί να οδηγήσει στη συνέχιση της διαμονής του γονέα που τα φροντίζει, ακόμη και αν δεν ήταν συμβαλλόμενος στη μίσθωση.
Σε περίπτωση θανάτου, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα και δεν απαιτούν την εμπλοκή του δικαστηρίου. Όταν το μισθωμένο ακίνητο αποτελούσε οικογενειακή στέγη, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της μίσθωσης μεταβιβάζονται στον επιζώντα σύζυγο ή στον σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης, ο οποίος μπορεί να συνεχίσει ή να καταγγείλει τη σύμβαση.
Πρόκειται για ιδιαίτερα κρίσιμη ρύθμιση, διότι κανονικά μια σύμβαση παύει αυτοδίκαια να ισχύει με τον θάνατο του ενός από τους δύο συμβαλλόμενους. Έτσι, αν δεν προβλεπόταν ότι η μίσθωση συνεχίζεται και μισθωτής γίνεται ο επιζών σύζυγος, θα μπορούσε ο ιδιοκτήτης με συνοπτικές διαδικασίες να κάνει έξωση στην οικογένεια, με το σκεπτικό ότι η μίσθωση δεν ισχύει πια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επέκταση της ρύθμισης αυτής και στα ζευγάρια με ελεύθερη ένωση. Πλέον, θα ισχύει η ίδια προστασία και για τον σύντροφο εκτός γάμου ή συμφώνου συμβίωσης, αλλά με μια επιπλέον προϋπόθεση. Αν δεν υπάρχουν παιδιά, θα πρέπει να συναινέσει και ο ιδιοκτήτης.
Οπότε, γίνεται σαφές ότι η προστασία της οικογενειακής στέγης, η οποία ούτως ή άλλως είναι ενισχυμένη, διευρύνεται αρκετά, χωρίς όμως να ισχύει ένας γενικός κανόνας απόλυτης προστασίας σε βάρος της κυριότητας.
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.