Τέθηκε σε διαβούλευση το νέο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο αναμορφώνει πλήρως το κληρονομικό δίκαιο, φέρνοντας ουσιαστικές αλλαγές και στο πεδίο των διαθηκών.

Παρά τις αρχικές εντυπώσεις που κυριάρχησαν στη δημόσια συζήτηση, η ιδιόγραφη διαθήκη δεν καταργείται. Αντιθέτως, διατηρείται ως βασικό εργαλείο, αλλά εντάσσεται σε ένα νέο, πιο αυστηρά δομημένο πλαίσιο κανόνων που στοχεύουν στην προστασία της γνησιότητας της βούλησης του διαθέτη και στη μείωση των μεταγενέστερων αμφισβητήσεων.

1

Πρόκειται για μια μετατόπιση σε ολόκληρη τη φιλοσοφία του οικοδομήματος των διαθηκών, όπου πλέον θα δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη βούληση του διαθέτη και όχι τόσο στην αυστηρή τυπικότητα.

Οι τύποι διαθηκών παραμένουν αλλά αλλάζουν οι κανόνες που τις διέπουν

Το νομοσχέδιο διατηρεί τους τρεις βασικούς τύπους διαθήκης που ισχύουν και σήμερα: την ιδιόγραφη, τη δημόσια και τη μυστική. Η επιλογή αυτή είναι ενδεικτική της πρόθεσης του νομοθέτη να μην ανατρέψει τη δομή του θεσμού, αλλά να τον εκσυγχρονίσει.

Η ιδιόγραφη διαθήκη εξακολουθεί να αποτελεί τον πιο απλό και προσβάσιμο τρόπο έκφρασης της τελευταίας βούλησης, καθώς υντάσσεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, φέρει χρονολογία και υπογραφή και μπορεί να φυλάσσεται οπουδήποτε επιλέξει ο ίδιος.

Από την άλλη, η δημόσια διαθήκη διατηρεί τον αυστηρό της χαρακτήρα με συμβολαιογραφικό τύπο, όπου στην κατάρτισή της συμμετέχουν μάρτυρες και ο συμβολαιογράφος εγγυάται την ακρίβεια και το κύρος της. Τέλος, η μυστική διαθήκη εξακολουθεί να λειτουργεί ως ενδιάμεση μορφή, συνδυάζοντας ιδιωτική σύνταξη και συμβολαιογραφική κατάθεση.

Η ουσιαστική αλλαγή δεν βρίσκεται στους τύπους, αλλά στους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία τους. Το νομοσχέδιο επανακαθορίζει τις προϋποθέσεις εγκυρότητας, εισάγοντας ένα πιο λειτουργικό σύστημα, όπου οι τύποι δεν αποτελούν πλέον απόλυτο φίλτρο ακυρότητας, αλλά αξιολογούνται σε συνάρτηση με τη διασφάλιση της πραγματικής βούλησης του διαθέτη.

Τι αλλάζει ως προς το κύρος των διαθηκών

Η πιο σημαντική μεταβολή αφορά τον τρόπο με τον οποίο κρίνεται το κύρος μιας διαθήκης. Στο νέο πλαίσιο, ο τυπικός χαρακτήρας της διαθήκης δεν καταργείται, αλλά παύει να λειτουργεί με την αυστηρότητα που τον χαρακτήριζε μέχρι σήμερα.

Συγκεκριμένα, μικρές πλημμέλειες, όπως ελλείψεις στη χρονολόγηση ή ατέλειες στη διατύπωση, δεν οδηγούν αυτομάτως σε ακυρότητα. Το κρίσιμο πλέον είναι αν από το σύνολο των περιστάσεων μπορεί να διαπιστωθεί με ασφάλεια ότι η διαθήκη εκφράζει τη γνήσια και ανόθευτη βούληση του διαθέτη.

Αν, για παράδειγμα, η χρονολογία δεν είναι πλήρης, αλλά μπορεί να προσδιοριστεί ο χρόνος σύνταξης ή δεν υπάρχει σύγκρουση με άλλη διαθήκη, η διαθήκη δεν θα ακυρώνεται για τον λόγο αυτό και μόνο, όπως γίνεται τώρα.

Αντίστοιχα, πλημμέλειες στη διαδικασία σύνταξης δημόσιας διαθήκης δεν συνεπάγονται αυτομάτως ακυρότητα, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα γνησιότητας της δήλωσης. Αν, για παράδειγμα, οι μάρτυρες δεν ορκίστηκαν σωστά ή αν στο σώμα της δημόσιας διαθήκης δεν αναγράφηκαν ορθά κάποια δεδομένα, όπως η έδρα του συμβολαιογράφου ή τα στοιχεία των μαρτύρων, αυτό δεν επιφέρει την ακυρότητα της διαθήκης.

Η λογική αυτή θα οδηγήσει όχι μόνο σε μεγαλύτερο σεβασμό της βούλησης του κληρονομούμενου, αλλά και σε λιγότερες αγωγές ακύρωσης διαθηκών που να βασίζονται αποκλειστικά σε τυπικές ελλείψεις.

Ιδιόγραφες διαθήκες: Αυστηρότερο πλαίσιο και ειδικοί κανόνες προστασίας

Η ιδιόγραφη διαθήκη παραμένει ο πιο συχνά χρησιμοποιούμενος τύπος διαθήκης, αλλά εντάσσεται σε πιο αυστηρό και εξειδικευμένο κανονιστικό πλαίσιο.

Αφενός, ισχύουν όσα αναφέρθηκαν για το κύρος της διαθήκης, όπου μικρές τυπικές πλημμέλειες δεν οδηγούν αυτομάτως σε ακυρότητα, εφόσον δεν αμφισβητείται η γνησιότητα της βούλησης. Αυτό ενισχύει σημαντικά τη βιωσιμότητα της ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία μέχρι σήμερα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε προσβολές για τυπικούς λόγους.

Αφετέρου, το νομοσχέδιο εισάγει αυστηρότερους κανόνες σε περιπτώσεις όπου υπάρχει αυξημένος κίνδυνος επηρεασμού του διαθέτη. Ιδίως, προβλέπεται ακυρότητα διατάξεων που ευνοούν πρόσωπα τα οποία παρέχουν υπηρεσίες φροντίδας ή συνδέονται με δομές νοσηλείας, όταν η διαθήκη συντάσσεται σε συνθήκες εξάρτησης. Αυτό που ισχύει τώρα είναι ότι, αν ο διαθέτης στη διαθήκη του καταλείψει περιουσία του σε νοσοκόμα ή ίδρυμα, πρέπει να αποδειχτεί ότι αυτή η βούληση διαμορφώθηκε υπό το κράτος πλάνης, απάτης ή απειλής ή γενικότερα καταχρηστικής επιρροής. Μάλιστα, αυτό πρέπει να το αποδείξει αυτός που αμφισβητεί τη διαθήκη (συνήθως κάποιος συγγενής), όμως αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο, όταν πρόκειται για ηλικιωμένους ασθενείς σε καθεστώς εξάρτησης από τρίτα πρόσωπα.

Με το νέο πλαίσιο, θεσπίζεται ειδικός λόγος ακυρότητας για διαθήκες που καταλείπουν περιουσία σε πρόσωπα τα οποία παρέχουν επαγγελματικά υπηρεσίες υγείας ή φροντίδας στον διαθέτη ή συνδέονται με ιδρύματα στα οποία ο διαθέτης νοσηλεύεται ή διαμένει (π.χ. γηροκομείο). Η μόνη προϋπόθεση είναι η διαθήκη να έχει συνταχθεί κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας ή της διαμονής σε τέτοια δομή ή σε συνθήκες εξάρτησης από τα πρόσωπα αυτά.

Η ρύθμιση αυτή μεταβάλλει ουσιαστικά και το βάρος απόδειξης. Ενώ μέχρι σήμερα ο διάδικος που αμφισβητεί τη διαθήκη όφειλε να αποδείξει την ύπαρξη επηρεασμού, στο νέο πλαίσιο αρκεί να αποδειχθεί η αντικειμενική κατάσταση εξάρτησης, γεγονός που καθιστά ευκολότερη την αμφισβήτηση σε τέτοιες περιπτώσεις.

Τι θα γίνει με τις υπάρχουσες διαθήκες

Ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα αφορά την τύχη των ήδη συνταχθεισών διαθηκών και εκείνων που θα συνταχθούν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου. Αναφορικά με τις διαθήκες, η έναρξη ισχύος του νόμου που θα ψηφιστεί θα είναι η 16η Σεπτεμβρίου 2026. Από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα, θα ισχύουν όσα ειπώθηκαν παραπάνω.

Τι θα ισχύει, όμως, για τις διαθήκες (ιδίως τις χειρόγραφες) που έχουν ήδη συνταχθεί ή αυτές που θα συνταχθούν έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2026;

Κατά τη συνήθη λογική των μεταβατικών διατάξεων, οι διαθήκες που έχουν ήδη συνταχθεί παραμένουν κατ’ αρχήν έγκυρες ως προς τον τύπο τους, εφόσον πληρούσαν τις προϋποθέσεις του δικαίου που ίσχυε κατά τον χρόνο σύνταξής τους. Δηλαδή, δεν απαιτείται εκ των υστέρων προσαρμογή τους στους νέους κανόνες για να θεωρηθούν έγκυρες.

Ωστόσο, οι συνέπειες της διαθήκης, δηλαδή ο τρόπος ερμηνείας, εκτέλεσης και ενδεχόμενης προσβολής της, θα κριθούν, κατά κανόνα, με βάση το νέο δίκαιο, εφόσον ο θάνατος του διαθέτη επέλθει μετά την έναρξη ισχύος του νόμου.

Αυτό σημαίνει ότι μια παλαιά διαθήκη μπορεί να ερμηνευθεί υπό το νέο, πιο ευέλικτο πλαίσιο, ενώ ενδέχεται να εφαρμοστούν οι νέοι κανόνες για τη νόμιμη μοίρα, την ακυρότητα ή την προστασία έναντι καταχρηστικών πρακτικών.

Για τις διαθήκες που θα συνταχθούν στο μεταβατικό διάστημα μέχρι την ψήφιση και έναρξη ισχύος του νόμου, εξακολουθεί να ισχύει το σημερινό καθεστώς. Ωστόσο, είναι εύλογο ότι η επικείμενη αλλαγή θα επηρεάσει ήδη από τώρα τη συμβουλευτική πρακτική, ιδίως σε περιπτώσεις σύνθετου περιουσιακού σχεδιασμού.

Διαβάστε επίσης:

Αγορές και bets με… προβάδισμα στον πόλεμο: Μετά το πετρέλαιο, νέο ποντάρισμα για το τέλος του πολέμου στο Polymarket, εντείνει τις υποψίες για insider trading