Η ΔΕΗ βρίσκεται μπροστά σε έναν από τους πιο ισχυρούς μετασχηματισμούς της ιστορίας της, που θα της αλλάξει όχι μόνο μέγεθος και γεωγραφική βάση δραστηριότητας, αλλά κατηγορία δραστητιότητας, βάζοντας στο επίκεντρο την τεχνολογία και την ανατρεπτική (disruptive) δυναμική της .

Στο νέο πενταετές επιχειρησιακό της σχέδιο ύψους 24 δισ. ευρώ, εντάσσεται μια στρατηγική που υπερβαίνει τα όρια του κλάδου της ενέργειας, συνδέοντας ηλεκτρική ισχύ, διαθέσιμη γη, δίκτυα και κρίσιμες υποδομές σε ένα ενιαίο αναπτυξιακό μοντέλο με στόχο τη δημιουργία νέων πηγών εσόδων και υπεραξίας.

1

Μετά την επιτυχία του πράσινου μετασχηματισμού της που ξεκίνησε το 2019 και κατάφερε μέσα σε 7 χρόνια να κάνει την εταιρεία να πρωταγωνιστεί στην παραγωγή καθαρής ενέργειας στην Ελλάδα και τη Ν.Α Ευρώπη πλέον ο πήχης μπαίνει ακόμη πιο ψηλά.

Με τις επενδύσεις 24 δισ ευρώ που ανακοίνωσε μέχρι το 2030, θα επιταχύνει την ανάπτυξη στις ΑΠΕ θα επεκταθεί στην κετνρική Ευρώπη, αλλά κυρίως θα προσθέσει τα Data Centers που θα τη μεταμορφώσουν σε Powertech όμιλος, δίνοντας της νέα προοπτική γεωμετρικής ανάπτυξης στο μέλλον.

Ο νέος στόχος της  ΔΕΗ είναι να δώσει το παρόν, στη μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα, που φέρνει η επανάσταση του ΑΙ, στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, στα data centers. Η ανάγκη για  data centers συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη της AI και για να λειτουργήσουν χρειάζονται ενεργειακές υποδομές μεγάλης κλίμακας.Η ΔΕΗ επιχειρεί να τοποθετηθεί ακριβώς σε αυτή τη νέα αγορά.

Η παγκόσμια έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης έχει εκτοξεύσει τη ζήτηση για data centers. Οι υποδομές αυτές αποτελούν τη «ραχοκοκαλιά» της AI, και η ζήτηση για ισχύ αυξάνεται με εκθετικό ρυθμό.

Πλέον  με τη νέα στρατηγική της η ΔΕΗ  ενσωματώνει  τα data centers στο ίδιο της το επενδυτικό αφήγημα, δίπλα στις ΑΠΕ, την αποθήκευση ενέργειας και τη διεθνή επέκταση. Το σχέδιο είναι σαφές: παραγωγή πράσινης ενέργειας, καθετοποίηση της κατανάλωσης μέσω ενεργοβόρων υποδομών και δημιουργία ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος που συνδέει ενέργεια και τεχνολογία.

Γιατί η συγκυρία ευνοεί την απόφαση της ΔΕΗ

Ολες οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας αλλά και οι όμιλοι που χρησιμοποιούν δεδομένα όχι μόνο οι hyperscalers σπεύδουν στη δημιουργία data centers   και αναζητούν συνεργασίες με ενεργειακές εταιρείες καθώς η ενέργεια γίνεται κρίσιμος παράγοντας ανταγωνιστικότητας. Google και Meta  σχεδίαζαν την ανάπτυξη Data Centers στις χώρες του Περσικού Κόλπου, όπου οι μεγάλες εκτάσεις και η φθηνή ενέργεια έδιναν πλεονέκτημα. Όμως η σημερινή γεωπολιτική συγκυρία, με τον Πόλεμο στο Ιράν, έφερε τα πάνω κάτω, κάνοντας υψηλού κινδύνου μια τέτοια επιλογή, ειδικά για τόσο μεγάλες και αμερικανικές στρατηγικές επενδύσεις  τεχνολογίας.  Πλέον το βλέμμα τους στρέφεται στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα και τη Δυτική Μακεδονία, όπου η ΔΕΗ εδώ και ένα χρόνο έχει παρουσιάσει την δική της πρόταση.

Την ίδια στιγμή και η ευρωπαϊκή αγορά κέντρων δεδομένων εισέρχεται σε φάση ισχυρής ανισορροπίας ανάμεσα στη ζήτηση και στην προσφορά. Σύμφωνα με την παρουσίαση που έκανε η διοίκηση της ΔΕΗ στους αναλυτές, η ζήτηση στην Ευρώπη αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 14 γιγαβάτ το 2025 σε 28 γιγαβάτ έως το 2030, δηλαδή να διπλασιαστεί μέσα σε μία πενταετία. Ωστόσο, τα έργα που βρίσκονται σήμερα υπό κατασκευή αντιστοιχούν μόλις σε 2,7 γιγαβάτ, γεγονός που δημιουργεί σημαντικό επενδυτικό κενό.

Στη Δυτική Μακεδονία, εκεί  όπου μέχρι πρόσφατα κυριαρχούσε ο λιγνίτης, η ΔΕΗ σχεδιάζει ένα mega data center αρχικής ισχύος 300 MW, με δυνατότητα κλιμάκωσης έως και 1 GW ή ακόμη και 2 GW αργότερα. Πρόκειται για μια επένδυση 1,2 δισ. ευρώ και ενδέχεται να καταταχθεί στις μεγαλύτερες στην Ευρώπη στον συγκεκριμένο τομέα.

Η  Ελλάδα και η Νότια Ευρώπη αποτελεί μια αναδυόμενη αγορά, και σε αυτή υπάρχει ένα μεγάλο παράθυρο ευκαιρίας για το επόμενο κύμα επενδύσεων, ιδιαίτερα για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και μεγάλων εγκαταστάσεων data center που χρειάζονται τεράστια ισχύ και μεγάλες εκτάσεις, αλλά όχι απαραίτητα γειτνίαση με τα ιστορικά κέντρα της Βόρειας Ευρώπης.

Ακόμη ένα πλεονέκτημα, για τη θέση της Ελλάδας είναι η αναβάθμισή της στο χάρτη των ψηφιακών υποδομών λόγω της διέλευσης νέων διεθνών τηλεπικοινωνιακών καλωδίων, όπως τα BlueMed, 2Africa, Medusa, EMC και Thetis, που ενώνουν την Ευρώπη με την Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει σημαντικά την ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, καθώς προσφέρει υψηλή συνδεσιμότητα, χαμηλότερους χρόνους απόκρισης και στρατηγική θέση για εξυπηρέτηση πολλών αγορών ταυτόχρονα.

Γιατί η Δυτική Μακεδονία έχει πλεονέκτημα

 Η ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία, μπορεί  να προσφέρει την υποδομή και την  ηλεκτρική ενέργεια, που θα παράγεται behind the meter δηλαδή, τοπικά χωρίς να επιβαρύνει το δίκτυο,  με μακροχρόνια συμβόλαια με τον ή τους hyperscalers που θα συμφωνήσει– οι οποίοι χρειάζονται τα Data Centers για να στηρίξουν την ανάπτυξη που έρχεται στην τεχνητή νοημοσύνη και το cloud. Όπως εξήγησε η διοίκηση της εταιρείας βρίσκεται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις με δύο από αυτούς, ( τους Google και Meta) και μέσα στο επόμενο τετράμηνο θα έχει ολοκληρώσει τη συμφωνία.

Η Δυτική Μακεδονάι είναι ιδανικός τόπος ανάπτυξης για μεγάλα campus κέντρων δεδομένων, καθώς συνδυάζει όλα όσα λείπουν από τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές: άφθονη διαθέσιμη γη, ισχυρές ενεργειακές υποδομές, συνδέσεις υψηλής τάσης, βιομηχανικές εκτάσεις και δυνατότητα ταχείας ανάπτυξης νέας παραγωγικής ισχύος από φωτοβολταϊκά, μπαταρίες, φυσικό αέριο και αντλησιοταμίευση.

Ταυτόχρονα, η σημασία της Κοζάνης είναι και συμβολική και ουσιαστική. Η περιοχή που επί δεκαετίες στήριξε την ηλεκτροπαραγωγή της χώρας μέσω του λιγνίτη καλείται τώρα να μετατραπεί σε κόμβο της ψηφιακής οικονομίας. Εκεί όπου υπήρχαν ορυχεία και λιγνιτικές μονάδες, η ΔΕΗ θέλει να εγκαταστήσει υποδομές που θα τροφοδοτούν την τεχνητή νοημοσύνη, το υπολογιστικό νέφος και τις νέες ψηφιακές υπηρεσίες. Η Κοζάνη διαθέτει βιομηχανική γη μεγάλης κλίμακας, πρόσβαση σε δίκτυα υψηλής τάσης (400 kV και 150 kV) και δυνατότητα άμεσης τροφοδοσίας μέσω μοντέλου «πίσω από τον μετρητή», που ενισχύει τη βεβαιότητα κόστους και τη δυνατότητα κλιμάκωσης.

Σε πλήρη ανάπτυξη, το έργο στην Κοζάνη εκτιμάται ότι θα αποφέρει EBITDA (κέρδη προ φόρων τόκων και αποσβέσεων) περίπου 170 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση έως το 2030, χωρίς να συνυπολογίζεται πρόσθετο περιθώριο από συμβάσεις ενέργειας, με τη συνολική συμβολή των data centers στη λειτουργική κερδοφορία να προσεγγίζει τα 200 εκατ. ευρώ.

Η πρώτη φάση, προϋπολογισμού περίπου 1,2 δισ. ευρώ (το 5% του συνολικού επενδυτικού της προγράμματος) περιλαμβάνεται στο σχέδιο, με έναρξη κατασκευής εντός του 2026 και στόχο λειτουργίας έως το τέλος του 2028. Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει ολοκλήρωση σχεδιασμού, αδειοδοτήσεων και προμηθειών πριν από την κύρια φάση κατασκευής και εγκατάστασης, ώστε να επιτευχθεί η εμπορική λειτουργία μέχρι το τέλος του 2028.

Ως προς την ωριμότητα, το έργο εμφανίζεται σε προχωρημένο στάδιο. Έχουν ολοκληρωθεί τα αρχικά στάδια σχεδιασμού, βρίσκεται σε εξέλιξη η τεχνική ωρίμανση, έχει εξασφαλιστεί προέγκριση άδειας, έχει υποβληθεί αίτηση σύνδεσης στο δίκτυο και εκπονείται η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Παράλληλα, έχουν κινηθεί διαδικασίες προμηθειών για κρίσιμο εξοπλισμό, με στόχο τον περιορισμό καθυστερήσεων.

Τα data centers θα  μετατρέψουν τις πρώην ενεργειακές περιοχές σε hubs ψηφιακής οικονομίας και εφόσον η νέα στρατηγική πετύχει, θα  μετατρέψει τη ΔΕΗ από μια εταιρεία που ακολουθεί τις εξελίξεις σε μια εταιρεία που τις διαμορφώνει.

Η στροφή αυτή στις υποδομές για το ΑΙ θα γίνουν το όχημα με το οποίο η ΔΕΗ θα επαναπροσδιορίσει τη θέση της στην οικονομία του 21ου αιώνα και μαζί την προοπτική για συνεχή μελλοντική ανάπτυξη.