Αφορμή για τη στήλη είναι τα δύο άρθρα για την ενεργειακή πολιτική που δημοσίευσε χθες (15/9) το mononews — «Πώς η Iva Petrova (Βουλγαρία) σώζει από τις υψηλές τιμές ενέργειας την Ελλάδα – Το νέο ενεργειακό “οπλοστάσιο” της Σόφιας για τη βιομηχανία και η σύγκριση με τις ελληνικές πολιτικές» και «Γιατί Εξάρχου, Μυτιληναίος, Galli προειδοποιούν για το φυσικό αέριο – Τι πρέπει να γίνει με το αμερικανικό LNG».
Και τα δύο αναδεικνύουν την ουσία του ελληνικού προβλήματος, το οποίο έρχεται να συνδυαστεί με την κοντόφθαλμη ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης.
Υπάρχει μία επικίνδυνη μονομέρεια στον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη νέα ενεργειακή κρίση. Η εστίαση παραμένει κυρίως στο αν θα υπάρχει αρκετή ενέργεια τον χειμώνα, αν θα γεμίσουν οι αποθήκες φυσικού αερίου, αν θα φτάσουν τα φορτία LNG, αν τα δίκτυα θα αντέξουν, αν θα αποφύγουμε τις ελλείψεις.
Όλα αυτά είναι σημαντικά. Προσδιορίζουν, όμως, μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ενεργειακή ασφάλεια πρωτίστως ως ζήτημα επάρκειας, παραβλέποντας το εξίσου κρίσιμο πρόβλημα της τιμής.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβεβαίωνε ότι δεν διαπιστώνει άμεσο κίνδυνο για την ασφάλεια εφοδιασμού τον χειμώνα του 2026-27. Πράγματι. Η Ευρώπη διαθέτει σήμερα πολύ μεγαλύτερη δυναμικότητα εισαγωγής LNG, έχει διαφοροποιήσει τις πηγές τροφοδοσίας της και καταναλώνει λιγότερο αέριο από ό,τι πριν από την κρίση του 2022.
Για το κόστος της ενέργειας, όμως, η Ευρώπη υποφέρει από αφωνία.
Στην πράξη, το ευρωπαϊκό TTF κινείται πλέον γύρω ή και πάνω από τα 80 ευρώ/MWh, στα υψηλότερα επίπεδα από το 2023, ενώ το αμερικανικό Henry Hub παραμένει σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Η διαφορά συνεπάγεται τεράστια επιβάρυνση για τη χημική βιομηχανία, τα μέταλλα, τα λιπάσματα, τα κεραμικά, το γυαλί, το τσιμέντο και, τελικά, για ολόκληρη την ευρωπαϊκή παραγωγική βάση.
Η Ευρώπη μπορεί, με άλλα λόγια, και να διαθέτει επάρκεια φυσικού αερίου και ταυτόχρονα να βρίσκεται σε ενεργειακή κρίση. Και για την Ελλάδα το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, διότι διαθέτουμε πολλά επιμέρους εργαλεία, χωρίς να τα έχουμε χρησιμοποιήσει για να σχεδιάσουμε μία συνεκτική ενεργειακή και βιομηχανική στρατηγική.
Η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να ορίζεται μόνο από το ερώτημα «υπάρχει αρκετή ποσότητα;». Πρέπει να περιλαμβάνει δύο ακόμη διαστάσεις: «με ποιο κόστος;» και «με ποια προβλεψιμότητα;»
Στην παγκόσμια αγορά LNG, εξάλλου, οι διαθέσιμες ποσότητες αποτελούν αντικείμενο ανταγωνισμού μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Όποιος έχει εξασφαλίσει συμβόλαια βρίσκεται σε σαφώς ισχυρότερη θέση από εκείνον που βασίζεται στη spot αγορά.
Εδώ βρίσκεται η ουσία των προειδοποιήσεων για την ανάγκη μακροχρόνιων συμφωνιών προμήθειας αμερικανικού LNG που έχουν διατυπωθεί στην Ελλάδα από την πλευρά του επιχειρηματικού κόσμου — κυρίως από τον ΣΕΒ και την ΕΒΙΚΕΝ. Η κυβερνητική δικαιολογία ότι, λόγω της απανθρακοποίησης, τα μακροχρόνια συμβόλαια δεν ενδείκνυνται είναι ακριβώς αυτό: δικαιολογία.
Μία στοιχειώδης στρατηγική ενεργειακής ασφάλειας απαιτεί χαρτοφυλάκιο: ένα μέρος της κατανάλωσης εξασφαλισμένο με μακροχρόνιες συμβάσεις, ένα άλλο με μεσοπρόθεσμες συμφωνίες και ένα τρίτο, περιορισμένο τμήμα εκτεθειμένο στην καθημερινή (spot) αγορά.
Διαφορετικά, η Ευρώπη —και μαζί της η Ελλάδα— θα διαθέτει μεν terminals, αλλά θα αναζητά δε φορτία ακριβώς τη στιγμή που θα τα χρειάζονται όλοι.
Για τη χώρα μας το ζήτημα είναι ακόμη πιο σύνθετο.
Από τη μία πλευρά, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Η Ρεβυθούσα, η Αλεξανδρούπολη, ο TAP, ο Ελληνοβουλγαρικός αγωγός και οι σχεδιασμοί του Vertical Corridor δίνουν στην Ελλάδα έναν ρόλο που πριν από μία δεκαετία δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί: εκείνον του ενεργειακού κόμβου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ταυτόχρονα, ελληνικές επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να δεσμεύουν μακροχρόνιες ποσότητες LNG. Άρα η χώρα και οι επιχειρήσεις κινούνται.
Από την άλλη πλευρά, όμως, παραμένουν οι ελληνικές ιδιαιτερότητες.
Το πρώτο πρόβλημα αφορά τη βιομηχανία.
Η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μέτρα για το ενεργειακό κόστος. Ο συντελεστής αντιστάθμισης του έμμεσου κόστους CO₂ αυξήθηκε, προσφέροντας, σύμφωνα με το ΥΠΕΝ, πρόσθετη στήριξη περίπου 75 εκατ. ευρώ ετησίως στις περίπου 40-50 μεγαλύτερες ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Οι χρεώσεις ΥΚΩ μειώθηκαν κατά 50% για τη μέση και υψηλή τάση, ενώ διατίθενται 200 εκατ. ευρώ από το Modernization Fund για επενδύσεις ενεργειακού εκσυγχρονισμού.
Όλα αυτά είναι χρήσιμα. Δεν απαντούν, όμως, στο βασικό ερώτημα της βιομηχανίας.
Η αντιστάθμιση CO₂ περιορίζει ένα κόστος. Η μείωση των ΥΚΩ περιορίζει ένα άλλο. Το Modernization Fund βοηθά την παραγωγή να καταναλώνει λιγότερη ενέργεια στο μέλλον. Κανένα από αυτά, όμως, δεν απαντά επαρκώς στο ερώτημα: πόσο θα πληρώνω την MWh τον επόμενο χρόνο και πόσο εκτεθειμένος θα είμαι σε μία νέα εκτόξευση της αγοράς;
Το πρόβλημα της τιμής και της προβλεψημότητας παραμένει μετέωρο, αν και απολύτως χειροπιαστό. Τις τελευταίες ημέρες η ελληνική χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού έχει καταγράψει ξανά μέσες ημερήσιες τιμές άνω των 180, των 200 και, σε ορισμένες ημέρες, ακόμη και των 230 ευρώ/MWh, με τεράστιες ενδοημερήσιες διακυμάνσεις.
Το δεύτερο ελληνικό πρόβλημα αφορά την αποθήκευση.
Η Ελλάδα έχει προχωρήσει πολύ γρήγορα στις ΑΠΕ. Όσο, όμως, αυξάνεται η ηλιακή και αιολική παραγωγή χωρίς αντίστοιχη ανάπτυξη της αποθήκευσης και των δικτύων, τόσο μεγαλώνει το γνωστό παράδοξο: να έχουμε πλεόνασμα πολύ φθηνού ηλεκτρισμού ορισμένες ώρες της ημέρας και μεγάλη έλλειψη, με πολύ υψηλές τιμές, λίγες ώρες αργότερα.
Με απλά λόγια, παράγουμε φθηνή ενέργεια όταν δεν τη χρειαζόμαστε και αγοράζουμε ακριβή όταν τη χρειαζόμαστε περισσότερο.
Αυτό δεν διορθώνεται μόνο με περισσότερα φωτοβολταϊκά. Χρειάζεται αποθήκευση, αντλησιοταμίευση, επαρκές δίκτυο και έξυπνη διαχείριση της ζήτησης — στοιχεία που ακόμη δεν έχουν αναπτυχθεί στον βαθμό που απαιτεί το ελληνικό ενεργειακό σύστημα.
Κι αυτό συμβαίνει την ώρα που η αποθήκευση δεν θεωρείται πλέον συμπληρωματικό εργαλείο αλλά αναγκαία προϋπόθεση για ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας.
Το τρίτο πρόβλημα αφορά τα PPAs, δηλαδή τα μακροχρόνια συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ παραγωγών ΑΠΕ και βιομηχανίας. Θεωρητικά αποτελούν ιδανικό εργαλείο. Ο παραγωγός αποκτά έναν μακροχρόνια εξασφαλισμένο αγοραστή και η βιομηχανία μία προβλέψιμη τιμή ρεύματος.
Στην πράξη, όμως, η έλλειψη ηλεκτρικού χώρου και οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις περιορίζουν την ανάπτυξή τους. Έχουμε έτσι ένα ακόμη παράδοξο: ενώ η χώρα μας διαθέτει μεγάλη εμπειρία στα PPAs, αντιμετωπίζει πολύ σοβαρό πρόβλημα έλλειψης διαθέσιμου ηλεκτρικού χώρου.
Το νέο πλαίσιο net billing, που μόλις εισήχθη, αποτελεί θετική κίνηση για επιχειρήσεις και νοικοκυριά που θέλουν να παράγουν και να καταναλώνουν τη δική τους ενέργεια. Και πάλι, όμως, πρόκειται για ένα ακόμη χρήσιμο εργαλείο που πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα συνολικό σύστημα.
Διότι εδώ βρίσκεται τελικά το ελληνικό πρόβλημα: δεν λείπουν τα εργαλεία. Λείπει η στρατηγική.
Από την πλευρά του υφυπουργού Ενέργειας Νίκου Τσάφου δεν φαίνεται να έχει γίνει επαρκώς κατανοητό ότι φυσικό αέριο, LNG, ΑΠΕ, αποθήκευση, δίκτυα, PPAs, αυτοπαραγωγή, αντιστάθμιση CO₂ και κρατικές ενισχύσεις στη βιομηχανία δεν αποτελούν ξεχωριστούς φακέλους. Είναι αλληλένδετα κομμάτια ενός προβλήματος: του κόστους, της προβλεψημότητας και της ασφάλειας της παραγωγικής βάσης της χώρας.
Η ενεργειακή στρατηγική της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Οφείλει να στηρίζει το σημερινό κόστος με τρόπο που ταυτόχρονα να μειώνει το αυριανό κόστος και την αυριανή εξάρτηση.
Αν θέλουμε πραγματικά να αναπτύξουμε βιομηχανία, να προσελκύσουμε νέες παραγωγικές επενδύσεις, να επεκτείνουμε τα data centers, τις ενεργοβόρες μεταποιητικές δραστηριότητες, τη φαρμακοβιομηχανία, τα μέταλλα και την αμυντική παραγωγή, δεν αρκεί να δηλώνουμε ότι έχουμε ήλιο, αέρα, LNG terminals και διασυνδέσεις.
Πρέπει να μπορούμε να απαντήσουμε στο διπλό ερώτημα: πόσο θα κοστίζει και πόσο προβλέψιμο θα είναι αυτό το κόστος σε έναν ορίζοντα τουλάχιστον πενταετίας;
Μέχρι τότε, η ενεργειακή πολιτική της χώρας θα παραμένει περισσότερο ένα άθροισμα μάλλον σωστών επιμέρους μέτρων και λιγότερο μία πραγματική ενεργειακή και βιομηχανική στρατηγική.